Αταλάντη Ευριπίδου: «Το φανταστικό είναι ένα όχημα για να μιλήσουμε για την πραγματικότητα»

Μια συζήτηση με την Αταλάντη Ευριπίδου για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο Εκείνοι που δεν έφυγαν (εκδ. Πόλις, 2024)

Τα επτά διηγήματα που συνθέτουν την πρώτη συλλογή της Αταλάντης Ευριπίδου αναδεικνύουν την ετερότητα. Οι περιθωριακοί και οι αόρατοι, οι ευάλωτοι και οι παρίες, αυτοί που συνήθως κινούνται «στο περιθώριο της Ιστορίας» βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησής της: καταπιεσμένες γυναίκες και κουήρ άτομα, εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, μπάσταρδα — και άνθρωποι μπροστά σε δύσκολες επιλογές. Οι ιστορίες της διατρέχουν διαφορετικές περιόδους, από την οθωμανική κυριαρχία ως την πρώτες μετεμφυλιακές δεκαετίες. Στη θεματολογία της, που εκτείνεται από το φάνταζι ως τον νεορεαλισμό, εγκολπώνονται διάφοροι τοπικοί μύθοι, ενώ, ως προς το ύφος της γραφής, η συγγραφέας πραγματεύεται τη λαϊκή παράδοση με μοντερνιστικό τρόπο.

Η συγγραφέας μιλάει στην Εποχή:

Να δούμε καταρχάς τη μέχρι τώρα συγγραφική σας πορεία. Πότε ξεκινήστε να γράφετε τις πρώτες σας ιστορίες; Πού έγιναν οι πρώτες σας δημοσιεύσεις;

Θυμάμαι να γράφω συνειδητά, δηλαδή με τον σαφή στόχο να γράψω κάτι λογοτεχνικό, στη Δ’ Δημοτικού – ήταν ένα ποίημα. Μετά συνέχισα να γράφω διάφορα πράγματα κατά τη διάρκεια του σχολείου και, κάποια στιγμή, το μακρινό 2002, βραβεύτηκα στον διεθνή διαγωνισμό του Je Bouquine, ενός γαλλικού λογοτεχνικού περιοδικού για εφήβους. Η πρώτη μου δημοσίευση στην Ελλάδα έγινε το 2013, στην ανθολογία Στοιχειωμένη Πόλη από τις εκδόσεις Ars Nocturna, και η πρώτη στο εξωτερικό ήταν το 2020, στη Flame Tree Publishing.

Θυμάστε τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Κάποιοι συγκεκριμένοι συγγραφείς, συγκεκριμένα βιβλία ή κάτι άλλο;

Μου άρεσε ανέκαθεν το διάβασμα και μου άρεσαν και τα παιχνίδια που μου επέτρεπαν να πλάθω ιστορίες, όμως δεν θυμάμαι να υπήρξε κάποια στιγμή στην οποία να αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ με τη συγγραφή. Απλώς άρχισα να γράφω και δεν σταμάτησα έκτοτε. Από τις πρώτες μου αναμνήσεις, πάντως, είναι ο μπαμπάς μου να μου διαβάζει την Ιστορία χωρίς Τέλος. Αυτό το βιβλίο κατηγορώ για την αγάπη μου για το είδος του φανταστικού. Αλλά αν κάτι συγκεκριμένο με παρακινεί, αυτό είναι η παρατήρηση του κόσμου, μάλλον. Στους Μάγους, του Lev Grossman, υπάρχει μια φράση που μου έχει μείνει γιατί αισθάνομαι πως εφαρμόζεται πολύ καλά στη σχέση του καλλιτέχνη με την τέχνη του. Παραφράζοντας, λέει πως αυτό που κάνει έναν μάγο ισχυρό δεν είναι το χάρισμα ή η μελέτη, μα ο πόνος που προκύπτει απ’ το ότι βλέπουν τη διαφορά ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και σε έναν υποθετικό, καλύτερο. Τώρα που είμαι πια σε μια ηλικία στην οποία μπορώ να σκέφτομαι πιο συνειδητά το γράψιμο, μου φαίνεται ότι κάπως έτσι είναι και για τους δημιουργούς.

Ας περάσουμε στα διηγήματα της πρώτης σας συλλογής. Στο πρώτο, το «Πέρα απ’ τα γυάλινα βουνά, τους κοκαλένιους κάμπους», είχα την αίσθηση ότι διάβαζα κάποιο φάνταζι, κάποιο επεισόδιο από το Game Of Thrones ας πούμε, μπολιασμένο με στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση. Αυτά ήταν τα πεδία που θέλατε να εξερευνήσετε;

Σίγουρα είναι ένα διήγημα που ανήκει στον χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Στο εξωτερικό, το είδος αλλάζει και διευρύνεται διαρκώς και δεν είναι σπάνιο να βλέπουμε συγγραφείς να γράφουν λογοτεχνία του φανταστικού βασισμένη στις ιδιαίτερες κουλτούρες τους. Και η εγχώρια σκηνή του φανταστικού, όμως, τείνει ολοένα και περισσότερο προς την εντοπιότητα – κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο, βέβαια, διότι αρχίζουμε να αποκτάμε δική μας, ιδιαίτερη λογοτεχνική ταυτότητα. Αυτός, όμως, ήταν μάλλον ένας αρκετά περιφραστικός τρόπος να απαντήσω μια πολύ ευθεία ερώτηση⸱ οπότε, ας πούμε πως η ευθεία απάντηση είναι αυτή: δεν ήταν ακριβώς ο σκοπός μου, αλλά ήταν μια φυσική συγγραφική εξέλιξη και απόρροια χρόνων προσπάθειας να γράψω όχι απλώς λογοτεχνία του φανταστικού στα ελληνικά, αλλά ελληνική λογοτεχνία του φανταστικού.

«Τρία χρόνια παντρειά, εφτά χρόνια χηρεία, πέντε φεγγάρια στοίχειωμα. Δέκα χρόνια μοναξιά». Στο «Πέντε φεγγάρια ρημαδιό» θέλατε να μιλήστε για την καταπίεση που ενδεχομένως βιώνει μια γυναίκα κατά τον έγγαμο βίο σε μια λίγο πολύ πατριαρχική κοινωνία;

Ένας φίλος συγγραφέας μού έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο όταν πρωτοδιάβασε το διήγημα: ότι όλο του το ζουμί βρίσκεται ακριβώς στο ότι, για τη συγκεκριμένη γυναίκα, αυτήν την εποχή, το τέρας ήταν καλύτερος σύντροφος απ’ ό,τι θα ήταν ένας κανονικός άνθρωπος. Θα προσθέσω σ’ αυτό ότι το δίπολο καταπίεσης και αυτοδιάθεσης είναι βασικός θεματικός άξονας της συλλογής. Κι ενώ η πατριαρχία είναι ο βασικός «εχθρός» σ’ αυτό το διήγημα, βλάπτει όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας, όχι μόνο την πρωταγωνίστρια.

Η «Τρισεύγενη», που περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον οπλαρχηγό Καπετάνιο και στον νεαρό προστατευόμενό του, είναι μια από τις πιο δυνατές ιστορίες του βιβλίου. Πέρα από το θέμα της σεξουαλικής επιλογής αυτό καθαυτό, νομίζω ότι εδώ σας απασχολεί το ζήτημα της μεταμόρφωσης υπό την έννοια της επιλογής μιας προσωπικής ταυτότητας, έτσι δεν είναι;

Η «Τρισεύγενη» ήταν η πρώτη ιστορία που έγραψα γι’ αυτό το βιβλίο και είναι κι από τις δικές μου πολύ αγαπημένες. Η μεταμόρφωση είναι σίγουρα ένα κεντρικό μοτίβο – ο πρωταγωνιστής υφίσταται δύο μεταμορφώσεις: μία πλασματική, που κρύβει την αληθινή του φύση, και μία πραγματική, που την αποκαλύπτει. Υποκρίνεται πως είναι κάτι άλλο και, τελικά, γίνεται αυτό που είναι πραγματικά. Ο Δημήτρης έχει δύο πολύ σκοτεινά μυστικά, αλλά κανένα από τα δύο δεν σχετίζεται με τη σεξουαλικότητά του. Αντίθετα, και τα δύο αφορούν την ηθική του και, ουσιαστικά, η μεταμόρφωσή του αυτήν τη διαστρεβλωμένη ηθική αποκαλύπτει. Βέβαια, είναι μια ηθική που διαμορφώθηκε από την εποχή και τα βιώματά του, από την κακοποίηση και την κοινωνική πίεση που υπέστη λόγω της ταυτότητάς του. Οπότε, θα έλεγα ότι είναι δύο ζητήματα που εφάπτονται (η μεταμόρφωση και η σεξουαλικότητα), αλλά δεν ταυτίζονται.

Η Ρόζα είναι άλλη μια πολύ δυνατή ιστορία. Αν και τοποθετείται στα χρόνια στις Κατοχής και το χωροχρονικό περιβάλλον είναι τελείως διαφορετικό, η ατμόσφαιρα μου έφερε στο μυαλό μια ταινία που αγαπώ πολύ, την Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού. Η Ρόζα και η Μέλπω, οι μετρέσες που πλαγιάζουν από ανάγκη με τους Γερμανούς για να μην πεθάνουν από τον λιμό, είναι απόκληρες, στιγματισμένες, όμως υιοθετείτε την οπτική τους. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία οφείλει να αναδεικνύει την ετερότητα;

Μου φαίνεται ότι, συχνά, αποδίδουμε στη λογοτεχνία οφειλές ή βούληση για να αποποιηθούμε τη δική μας ευθύνη. Αν «η λογοτεχνία οφείλει» και οι δημιουργοί απλώς ακολουθούμε τις επιταγές της Τέχνης, ποιος μπορεί να μας κατηγορήσει που υπακούμε τους κανόνες ή τη Μούσα; Η λογοτεχνία είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα – δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Το αν εμείς, ως λογοτέχνες, οφείλουμε στη λογοτεχνία ή στην κοινωνία είναι ένα άλλο ερώτημα και αυτό μπορεί να το απαντήσει μόνο καθένας για τον εαυτό του. Προσωπικά, νιώθω πως οφείλω και προσπαθώ με τις ιστορίες μου να ξεπληρώσω αυτό το χρέος.

Στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο της συλλογής παρακολουθούμε ουσιαστικά την ιστορία μιας οικογένειας που διαλύθηκε από τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς και τα συμφέροντα των μελών της, ακολουθώντας τη γραμμή του ιδρυτή-προπάππου, που όπως γράφετε, άλλαζε με ευκολία στρατόπεδα (βασιλικοί, βενιζελικοί, κ.λπ.) και «μέχρι και τον αδερφό του τον έφαγε». Κατά πόσο πιστεύετε ότι αντιστοιχεί σε μια τυπική μικρογραφία της ελληνικής επαρχιακής οικογένειας; Λογοτεχνικά, μου θύμισε κάπως τις οικογενειακές ιστορίες του Φώκνερ για τον αμερικανικό Νότο…

Δεν έχω μεγαλώσει στην επαρχία, οπότε θα ήταν άτοπο και άδικο εκ μέρους μου να πω  ότι είναι μια τυπική επαρχιακή οικογένεια οι Καλλέργηδες. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, είναι ότι το συγκεκριμένο διήγημα προέκυψε ως μια άσκηση ή, αν θέλετε, ένα πείραμα σκέψης πάνω στο πώς θα έμοιαζε ο μαγικός ρεαλισμός αν μεταφέραμε το είδος σε ελληνικό πλαίσιο. Η Οικογένεια, στον μαγικό ρεαλισμό, ποτέ δεν είναι απλώς μια οικογένεια, έστω και αρχετυπική. Συνήθως είναι ένα δοχείο, ένα σύμβολο της χώρας ή της εποχής ή της πολιτικής κατάστασης. Αυτό προσπάθησα να κάνω κι εγώ. Το αν το κατάφερα, βέβαια, θα το κρίνει ο αναγνώστης.

Στο «Καλοκαίρι που χάθηκε η χαρά» η αφήγηση ξεδιπλώνεται με τη μορφή προφορικής ιστορίας, συνεντεύξεων και δημοσιογραφικής έρευνας. Θέμα η εξαφάνιση έντεκα φοιτητών από το πάρτι των υπαρξιστών στην Καλλιθέα. Πρόκειται για διασκευή σε πραγματικό γεγονός. Θα θέλατε να μας πείτε περισσότερα; Ποιοι ήταν οι Αθηναίοι υπαρξιστές του ’50; Με το όνομα «Τσίγκος» αναφέρεστε στον Σίμο τον Υπαρξιστή και με το Στέκι εννοείτε το δίπατο παράπηγμα στην οδό Σαρρή, στο Θησείο;

Αυτές ήταν οι εμπνεύσεις, ναι, αλλά το διήγημα, όπως και η υπόλοιπη συλλογή, τοποθετείται σ’ έναν τόπο και σ’ έναν χρόνο που είναι και δεν είναι πραγματικά ταυτόχρονα. Ο Τσίγκος δεν είναι ο Σίμος, αλλά ένας φανταστικός χαρακτήρας, βασισμένος σε όσα διάβασα για το πραγματικό πρόσωπο. Το Στέκι, επίσης⸱ το περιέγραψα, μεν, με βάση τις πληροφορίες που διάβασα και κάποιες φωτογραφίες που βρήκα, όμως συμπλήρωσα τα κενά με φανταστικές λεπτομέρειες που μου έμοιαζαν ταιριαστές. Αυτό, λίγο πολύ, έκανα για όλα τα διηγήματα. Αλλά, επιστρέφοντας στους Υπαρξιστές της Ιπτάμενης Παράγκας, μου έδωσαν τη δυνατότητα να κλείσω το βιβλίο με μια νότα αισιοδοξίας και τους είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Φτάνοντας κοντά στο τέλος, ήξερα πως ήθελα τουλάχιστον ένα ακόμη διήγημα και συνειδητοποίησα ότι είχα συμπεριλάβει πολλές πτυχές αυτού που για μένα είναι η ελληνική ταυτότητα, όμως όχι το κέφι και το γλέντι. Και, διαβάζοντας για τους Υπαρξιστές και τον Σίμο, βρήκα ακριβώς αυτό που μου έλειπε. Έχουμε τόσο βαθιά ριζωμένη στο μυαλό μας την αντίληψη ότι ο κόσμος προχωράει με φωτιά και με μαχαίρι και ξεχνάμε ότι προχωράει επίσης και με ελπίδα, με γέλιο, με αγάπη, με αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι αυτοί, που τους θεωρούσαν οι σύγχρονοί τους γλεντζέδες και αλήτες, πιθανώς ανεπρόκοπους, ανώμαλους και ποιος ξέρει τι άλλο, κατάφεραν, με το πάρτι που οργάνωσαν, να συγκεντρώσουν πάνω από 4 εκατομμύρια δραχμές για τους σεισμόπληκτους του Ιονίου. Το 1953. Κυριολεκτικά έστησαν ένα γλέντι κι άλλαξαν τις ζωές ανθρώπων προς το καλύτερο.

Στο παραπάνω διήγημα διαφοροποιείστε αρκετά στο ύφος σε σχέση με τα προηγούμενα της συλλογής. Θα έλεγα ότι τεχνικά είναι πιο μοντερνιστική και σίγουρα πιο πολυφωνική. Σκοπεύετε να το διατηρήσετε σε επόμενα γραπτά σας ή απλώς εδώ ταίριαζε με την ιστορία;

Προσπάθησα σε κάθε διήγημα να υιοθετήσω το ύφος που ταίριαζε περισσότερο με την ιστορία, την εποχή και αυτό που ήθελα να πετύχω στην εκάστοτε περίπτωση. Το ομότιτλο διήγημα, για παράδειγμα, ήθελα να έχει αίσθηση αρχαίας τραγωδίας και γι’ αυτό του έδωσα «χορό». Αντίστοιχα, το τελευταίο διήγημα ήθελα να συνδιαλέγεται με το παρόν, με το εδώ και τώρα. Και –δεν το κρύβω– είχα διαβάσει εκείνη την περίοδο το Daisy Jones & the Six της Taylor Jenkins Reid⸱ είχα θαυμάσει πολύ την αφηγηματική του προσέγγιση και ήθελα να δοκιμάσω κάτι αντίστοιχο.

Σας έχουν χαρακτηρίσει συγγραφέα ιστοριών φάνταζι. Πιστεύω ότι ο χαρακτηρισμός είναι περιοριστικός. Η δική σας άποψη;

Θεωρώ τη λογοτεχνία του φανταστικού είδος με πολύ μεγάλο εύρος – μεγαλύτερο απ’ ό,τι έχουμε δει να μεταφράζεται στην Ελλάδα. Δεν είναι τόσο περιορισμένο ή στενό όσο έχουμε συχνά στο μυαλό μας. Το φανταστικό, άλλωστε, όπως κάθε είδος, είναι ένα όχημα για να μιλήσουμε για την πραγματικότητα. Μπορεί να γράφουμε για νεράιδες, βρικόλακες ή ρομπότ, όμως, στο βάθος, πάντα για ανθρώπους γράφουμε. Οπότε, από τη στιγμή που είμαι συγγραφέας και γράφω λογοτεχνία του φανταστικού, βρίσκω τον χαρακτηρισμό πολύ ακριβή. Χωρίς να αποκλείω ότι μπορεί στο μέλλον να γράψω και άλλα πράγματα, βέβαια. Σαν αναγνώστρια διαβάζω τα πάντα και, σαν συγγραφέας, μου αρέσει να πειραματίζομαι. Όμως το φανταστικό είναι το «σπίτι» μου, αν μπορώ να το αποκαλέσω έτσι.

Γράφετε κάτι άλλο αυτό τον καιρό; Το μυθιστόρημα είναι στις προθέσεις σας; Γράφετε επίσης ποιήματα. Σκοπεύετε να τα συγκεντρώσετε σε βιβλίο;

Γράφω ένα μυθιστόρημα αυτήν την περίοδο, αλλά έχει δρόμο μπροστά του ακόμη. Για τα ποιήματα, δεν ξέρω. Το έχω σκεφτεί κάποιες φορές, αλλά νομίζω ότι δεν έχω αρκετό υλικό που να με ικανοποιεί, αυτή τη στιγμή, ώστε να προκύψει μια ολόκληρη ποιητική συλλογή. Ίσως στο μέλλον. Αλλά αγαπώ το γράψιμο και θα ήθελα να δοκιμάσω να γράψω σε πολλές διαφορετικές φόρμες, αν περνάει από το χέρι μου κι αν μου παρουσιαστεί η ευκαιρία.

Η Αταλάντη Ευριπίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Είναι κοινωνική ψυχολόγος. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί, στα ελληνικά, στις ανθολογίες Στοιχειωμένη πόλη (Ars Nocturna, 2013), Κόρες της νύχτας (Ars Nocturna, 2016), Ίσως (Οξύ, 2021), Το φως στις ρωγμές (Αρχέτυπο, 2021) και, στα αγγλικά, στα περιοδικά 34 OrchardSpeculative North και Gallery of Curiosities, μεταξύ άλλων. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ.