φωτογραφία: (ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

Χρειάστηκε τελευταία να πάω από το σπίτι μου στο Μουσείο προς το Κολωνάκι μια μέρα που έβρεχε πολύ. Μια τέτοια έξοδος θέλει στρατηγικό σχεδιασμό, καθώς έχω πολλές επιλογές: Ποια από τις διαδρομές παρουσιάζει τον μικρότερο αριθμό εμποδίων σε αυτό το μισάωρο; Βαλτετσίου; Διδότου; Σκουφά; Σόλωνος; Ή μήπως αυτήν τη φορά Ακαδημίας; Πού υπάρχει πεζοδρόμιο – μείον τα τραπεζοκαθίσματα, μείον τους ντελιβεράδες και μείον τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα; Συνήθως προτιμώ τα σκαλάκια της Διδότου, προτιμώ δηλαδή να περάσω ένα βουνό από το να τολμήσω την οδό Σόλωνος. Όμως σε μέρα βροχής και χωρίς βάρκα αυτό το ανέβα-κατέβα δεν παίζει. Επέλεξα τελικά τη διαδρομή μέσω Σκουφά, ως το μικρότερο κακό, κι έφτασα σώος, αν και μουσκεμένος, εκεί που περνούσα τους χειμάρρους που κατέβαιναν από τον Λυκαβηττό. Έχω, άθελά μου, κάνει μια νοητική χαρτογράφηση εμποδίων για να προετοιμάζομαι ψυχικά γι’ αυτήν τη μικρή περιπέτεια. Αλλά είμαι υγιής, αρτιμελής, με γερά πόδια και αντοχές. Σκεφτείτε να έλειπε έστω και μία από αυτές τις συνθήκες ή να έπρεπε να σύρω παιδικό καροτσάκι ή να κουβαλήσω ψώνια. Για ανθρώπους με περιορισμένη κινητικότητα, αυτή η κατάσταση έχει ως επίπτωση την απομόνωση στο σπίτι. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η συζήτηση για την πόλη πάει αλλού: στην «Πόλη των 15 λεπτών».

Πολύ αρέσει στους δημάρχους αυτή η ιδέα. Κι εμένα δηλαδή μου αρέσει πολύ – θεωρητικά. Όμως για ποια πόλη των 15 λεπτών μιλάμε όταν στα 5 λεπτά από το σπίτι σου έχεις σπάσει τα μούτρα σου; Όταν έχεις πάθει διάστρεμμα στα σπασμένα πεζοδρόμια, έχεις πέσει στα σπασμένα καπάκια των ρολογιών, έχεις σκοντάψει στα πεταμένα πατίνια, σου έχουν κλείσει τον δρόμο τα αυτοκίνητα που θεωρούν πως το – ελάχιστο – πεζοδρόμιο τους ανήκει; Το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι η απόσταση: είναι η δυνατότητα να τη διανύσεις.

Η Πόλη των 15 λεπτών είναι ένα αστικό πρότυπο που λέει πως οι βασικές ανάγκες της καθημερινής ζωής – εργασία (όσο γίνεται), σχολείο, υγεία, ψώνια, πράσινο, πολιτισμός, κοινωνικές υπηρεσίες – πρέπει να είναι προσβάσιμες από το σπίτι με τα πόδια ή με ποδήλατο σε περίπου 15 λεπτά, ώστε να μειώνεται η εξάρτηση από το αυτοκίνητο και να βελτιώνεται η ποιότητα ζωής. Αν και η σύγχρονη διατύπωση της ιδέας συνδέεται με τον Carlos Moreno και έγινε ιδιαίτερα γνωστή όταν υιοθετήθηκε ως αφήγημα πολιτικής στο Παρίσι, η προϊστορία της είναι μακρά: πατάει σε παραδόσεις της πολεοδομίας της γειτονιάς και της μικτής χρήσης, των σύντομων διαδρομών (Stadt der kurzen Wege λέγαμε στο Βερολίνο από τη δεκαετία του 1980) σε κριτικές της ανάπτυξης που επικεντρώνεται στο ΙΧ, και σε ιδέες όπως η «συμπαγής πόλη», στην αστική ανάπτυξη γύρω από τα ΜΜΜ και στις πολιτικές για ασφαλές περπάτημα ή και ποδήλατο. Πρακτικά σημαίνει ανασχεδιασμό γειτονιών με περισσότερες χρήσεις: κατοικία μαζί με εμπόριο, υπηρεσίες, σχολεία, ενίσχυση τοπικών υποδομών και δημόσιου χώρου, αναβάθμιση και συχνότητα των ΜΜΜ για τις διαδρομές που δεν γίνονται με τα πόδια, και μέτρα οδικής ασφάλειας και περιορισμού της διαμπερούς κυκλοφορίας. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια αρχή οργάνωσης της πόλης ώστε το καθημερινό να γίνεται πιο εύκολα, πιο κοντά και με λιγότερο χρόνο και κόστος.

Στην Αθήνα ο χώρος γενικά είναι οργανωμένος με την πυκνότητα και τη μίξη των χρήσεων που αποτελούν την προϋπόθεση αυτών των 15 λεπτών, αν και η τουριστικοποίηση του κέντρου τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει μονοκαλλιέργειες χρήσεων (βραχυχρόνιες μισθώσεις, εστίαση, τουριστικές υπηρεσίες) που κάνουν ζημιά σε αυτό ακριβώς που ήταν μια από τις ποιότητες της πόλης. Εδώ όμως κατά τη γνώμη μου λείπει κάτι άλλο πολύ βασικό και είναι το μικρό ανέκδοτο με το οποίο ξεκίνησα αυτό το σύντομο σχόλιο: Για ποια πόλη των 15 λεπτών μιλάμε όταν με το ζόρι μπορείς να περπατήσεις 5 λεπτά χωρίς επικίνδυνα εμπόδια; Πριν από την πόλη των 15 λεπτών λοιπόν – ή τουλάχιστον μαζί της – μήπως να συζητήσουμε για βαδισιμότητα; Η «Πόλη των 15 Λεπτών» είναι κυρίως ζήτημα εγγύτητας χρήσεων. Η βαδισιμότητα είναι ζήτημα υποδομής και ασφάλειας.

Η «βαδισιμότητα» (walkability) είναι η έννοια που περιγράφει πόσο εύκολο, ασφαλές, άνετο και ελκυστικό είναι να μετακινείται κανείς με τα πόδια σε μια περιοχή της πόλης, όχι μόνο για αναψυχή αλλά κυρίως για τις καθημερινές ανάγκες. Δεν αφορά απλώς το αν υπάρχουν πεζοδρόμια, αλλά ένα σύνολο χωρικών και κοινωνικών συνθηκών: συνέχεια και επάρκεια πεζοδρομίων, ασφαλείς διαβάσεις, χαμηλές ταχύτητες οχημάτων, καλός φωτισμός, σκίαση και προστασία από τις καιρικές συνθήκες, προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένους, καθώς και προορισμοί σε κοντινή απόσταση (μαγαζιά, υπηρεσίες, σχολεία, πάρκα) που δίνουν λόγο να περπατήσεις. Πρακτικά, η βαδισιμότητα είναι δείκτης της ποιότητας του δημόσιου χώρου και της καθημερινής εμπειρίας της πόλης: όταν είναι υψηλή, μειώνεται η εξάρτηση από το αυτοκίνητο, ενισχύεται η κοινωνική ζωή του δρόμου, και η μετακίνηση γίνεται πιο ισότιμη, γιατί περισσότερες ομάδες μπορούν να συμμετέχουν στην αστική ζωή χωρίς πρόσθετο κόστος ή εμπόδια. 

Κι εδώ είναι που δεν ξέρει κανείς πού να αρχίσει στην Αθήνα. Θα μπορούσα να κάνω μια μεγάλη λίστα των προβλημάτων, αλλά ήδη η διαδρομή Μουσείο-Κολωνάκι (στο 1ο δημοτικό διαμέρισμα, σε περιοχές που θεωρούνται «καλές») έδειξε ποια είναι κάποια από αυτά. Η παραπάνω περιγραφή της βαδισιμότητας μάλιστα προτείνει δείκτες ποιότητας και προτεραιότητες παρέμβασης. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε την Αθήνα από την αρχή για να την κάνουμε «πόλη των 15 λεπτών». Σε πολλά σημεία, οι αποστάσεις και οι χρήσεις είναι ήδη εδώ. Αυτό που λείπει είναι το στοιχειώδες: να μπορείς να πας αυτά τα 15 λεπτά χωρίς να μετράς παγίδες, χωρίς να σχεδιάζεις διαδρομές σαν να παίζεις παιχνίδι επιβίωσης, χωρίς να χρειάζεσαι γερά πόδια και καλή τύχη. Αν θέλουμε λοιπόν να μιλήσουμε σοβαρά για μια πόλη με μικρότερες διαδρομές, πιο ανθρώπινη και πιο δίκαιη, ας ξεκινήσουμε από το απλό και αυτονόητο: πεζοδρόμια που περπατιούνται, διαβάσεις που σέβονται τον πεζό, δημόσιο χώρο που δεν είναι εμπόδιο. Ελεύθερα πεζοδρόμια, διαπλάτυνση (όπου είναι δυνατό) και συντήρηση. Αυτή είναι η πραγματική υποδομή. Γιατί πριν από την πόλη των 15 λεπτών, υπάρχει κάτι πιο βασικό: η πόλη των 5 λεπτών που δεν σε πετάει κάτω.