όλες οι φωτογραφίες είναι του Νίκου Κατσαρού
Δυο όμοιοι δίσκοι αρχείου δεδομένων με ήχους και εικόνες από τη Γη ταξιδεύουν στα δυο διαστημικά σκάφη Βόγιατζερ 1 και Βόγιατζερ 2 που εκτοξεύθηκαν το 1977 με προορισμό τους εξωτερικούς πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος και κατόπιν το πέραν αυτών διάστημα.
Περιλαμβάνει εικόνες της φύσης, του ανθρώπινου σώματος και της καθημερινής ζωής. Φυσικούς ήχους, όπως κύματα, άνεμο, βροντές, πουλιά και φάλαινες. Μουσική από διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές. Χαιρετισμούς σε 55 γλώσσες. Το κάλυμμα φέρει συμβολικές οδηγίες για την αναπαραγωγή του και πληροφορίες που δείχνουν την προέλευσή του.
Αυτή η κοσμική χρονκάψουλα είναι ό, τι επιλέξαμε να διασώσουμε από την γη και να διαδώσουμε σε ζωές πέρα και έξω από την σημερινή μας γνώση, αν ποτέ τους την βρουν.
Η ιστορία της εικόνας του εαυτού μας ως ανθρωπότητα είναι η αφορμή για ένα πολυεπίπεδο έργο που μπλέκει ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα, κοινωνική κριτική και οικογενειακά μυστικά, μουσική και έναν πανταχού παρών παλαιστινιακό αγώνα από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, με την πένα και την σκηνοθεσία της Δανάης Λιοδάκη.
Η b.p.m. theater group παρουσιάζει αυτό το νέο θεατρικό έργο από τις 12 Οκτωβρίου στο χώρο ΠΛΥΦΑ. Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα συζητήσαμε με την Δανάη για τον χρόνο, το θέατρο, την Νέα Υόρκη και την αντιδικτατορική Ελλάδα, το διάστημα, τον πόλεμο και πολλά άλλα.
Η παράστασή σου έχει ως κέντρο την ιστορία του Χρυσού Δίσκου των Voyager. Είναι μια παλιά ιστορία θα έλεγε κανείς, περίπου ξεχασμένη. Τι σε τράβηξε σε κάτι τέτοιο στην δική μας εποχή των πολυκρίσεων; Γιατί ένα εγχείρημα του 1977 είναι επίκαιρο μισό αιώνα μετά;
Είναι όντως μια σχεδόν ξεχασμένη ιστορία, την οποία κι εγώ δεν γνώριζα μέχρι αρκετά πρόσφατα. Νομίζω το πώς έμαθα για αυτήν την ιστορία συνδέεται με το θέμα των πολυκρίσεων που αναδεικνύεις. Έγραφα ένα άλλο έργο, με θέμα τις καλοκαιρινές διακοπές. Ωστόσο, δεν μπορούσα να μιλήσω για τις καλοκαιρινές διακοπές χωρίς να αναφερθώ στην κλιματική κρίση. Έτσι, σκέφτηκα μια ιστορία για ένα νησί που βυθίζεται και οι τελευταίοι επιζώντες στέλνουν στο διάστημα ένα αρχείο για να διατηρήσουν κάτι από τη μνήμη της γης, που σύντομα θα καταστραφεί. Μέσα από αυτήν την ιδέα, έμαθα για την ιστορία του Χρυσού Δίσκου και αποφάσισα να κάνω αυτήν την παράσταση. Τότε, η αποστολή αυτή δεν είχε τον στόχο να είναι ένα κύκνειο άσμα της ανθρωπότητας, αλλά ήταν μια διάθεση επικοινωνίας προς τους ενδεχόμενους εξωγήινους πολιτισμούς. Ωστόσο, φαίνεται πως σήμερα, που οι πλανητικές κρίσεις – όπως η κλιματική κρίση, ο πόλεμος, οι αλλαγές που επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη – μας απασχολούν όλο και περισσότερο, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να κοιτάμε έξω από τον πλανήτη για απαντήσεις. Κι έτσι οι ιστορίες του διαστήματος έχουν ένα νέο ενδιαφέρον.

Το θεατρικό πάει συνεχώς μπρος και πίσω στο χρόνο. Μοιάζει σαν την αληθινή ματιά μας, όταν κοιτάμε τον ουρανό: κοιτάμε το παρελθόν, τώρα. Η χρονικότητα είναι ένα παλλόμενο κέντρο στο θεατρικό σου: κοσμικός, προσωπικός, γενεακός / οικογενειακός χρόνος. Πώς τοποθέτησες αυτό το χρονικό χάος που ίσως έχουμε κι εμείς στο νου μας όταν σκεφτόμαστε την χρονική και χωρική απειρότητα του διαστήματος ;
Υπάρχει όντως μια αίσθηση απειρότητας και απεραντοσύνης όταν σκεφτόμαστε το διάστημα, κι αυτό με ενέπνευσε αρκετά στο έργο, το οποίο μπλέκει πολλούς χρόνους. Ωστόσο, η δομή του είναι καθαρή: δύο αδερφές στο σήμερα, σε ένα χωριό στην Ελλάδα, αποκαλύπτουν ένα μυστικό των γονιών τους. Και δεν είναι ένα τυχαίο μυστικό, είναι η ιστορία του πώς γνωρίστηκαν. Αυτή η ιστορία μας πάει πίσω στην Ελλάδα του αντιδικτατορικού αγώνα και της μεταπολίτευσης, στην Νέα Υόρκη του 1977 και στον εμφύλιο του Λιβάνου. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από γράμματα κι εμείς την βλέπουμε από τα μάτια των δύο αδερφών, δηλαδή στο σήμερα. Όσο εκείνες ανακαλύπτουν το μυστικό που «έδεσε» τους γονείς τους, είναι σαν να ανακαλύπτουν και την μυστική αφετηρία της δικής τους ύπαρξης. Είναι λοιπόν αρκετά υπαρξιακό το έργο. Αυτό κυρίως «πήρα» από το διάστημα.
Τι θα έβαζες οπωσδήποτε εσύ στο Χρυσό Δίσκο, αν μπορούσες να αποφασίσεις εσύ για εμάς; Τι θα έπρεπε οπωσδήποτε να γνωρίζει για εμάς ένας άγνωστός παραλήπτης από άλλους κόσμους, τώρα που ξέρεις πώς σκέφτηκαν όσοι το έκαναν τότε;
Αυτό που έμαθα από αυτήν την ιστορία είναι το πώς θα έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα συμπεριλάβουμε σε αυτόν τον δίσκο. Σίγουρα δε θα μπορούσα να το αποφασίσω εγώ μόνη μου. Θα ήθελα να βρούμε έναν τρόπο να συστήσουμε την ανθρωπότητα με ιστορίες από όλες τις κρυφές γωνιές αυτού του κόσμου.

Στο έργο συναντιούνται η πραγματική ιστορία της αποστολής, η μυθοπλασία με την οποία την περιέβαλες εσύ και η μουσική. Πώς δούλεψες πάνω σε αυτά τα διαφορετικά υλικά ώστε να αποκτήσουν κοινή θεατρική γλώσσα;
Το έργο αναφέρεται σε πολλά πραγματικά ιστορικά γεγονότα, αλλά όλα τα βλέπουμε μέσα από την κεντρική ιστορία, η οποία είναι μια μυθοπλασία. Αν κάποιος θεατής δεν γνωρίζει τα πραγματικά ντοκουμέντα πάνω στα οποία βασίστηκα, μπορεί να μην ξεχωρίζει ακριβώς τι είναι αλήθεια και τι είναι φανταστικό. Το αποτέλεσμα στο τέλος είναι μια ενιαία ιστορία. Και η μουσική παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο πώς μεταφέρεται αυτή η ιστορία στην σκηνή, την συνοδεύει διαρκώς και την αφηγείται παράλληλα με το κείμενο.
Έχει δέσει με την πλοκή του έργου, σημειακά, χωρίς διδακτισμό αλλα ευρυματικά και οργανικά, τον παλαιστινιακό αγώνα της δεκαετίας του 1970 αλλά και πτυχές του ως σήμερα. Γιατί; πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα;
Διαβάζοντας την πραγματική ιστορία του Χρυσού Δίσκου, άρχισα να βλέπω αυτή την αποστολή περισσότερο ως ένα μήνυμα προς την ίδια την ανθρωπότητα παρά προς έναν εξωγήινο παραλήπτη. Έτσι είδα την ιστορία αυτή σαν ένα αντιπολεμικό μήνυμα, μια πρόσκληση στους ανθρώπους να δουν αυτά που τους ενώνουν. Έτσι, εξαρχής είχα στο μυαλό μου το θέμα του πολέμου. Στη συνέχεια, πήρα συνεντεύξεις από κόσμο που ζούσε στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, το 1977. Ήθελα να δω αν ήξεραν για την ιστορία του δίσκου, αλλά και πώς ήταν το κλίμα τότε. Μου ανέφεραν τον εμφύλιο του Λιβάνου και πόσο τους είχε συνταράξει τότε ο αγώνας των Παλαιστινίων. Κάπως έτσι ήξερα πως πρέπει να συμπεριλάβω αυτά τα στοιχεία στην ιστορία μου.

Μοιάζει λίγο να σκεφτόσουν τον ανικανοποίητο ως τώρα πόθο εκπλήρωσης του παλαιστινιακού λαού για ελεύθερη πατρίδα και ταυτόχρονα τη διαρκή τους προσπάθεια ως προς αυτό. Κι από την άλλη τον ίδιο (αδύνατο;) πόθο της ανθρωπότητας να γνωρίσει, να πάει τον κόσμο στα πέρατα του σύμπαντος. Συνδεόνται αυτά;
Είναι μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση αυτή και σίγουρα μπορεί να μου πέρασε από το μυαλό, αλλά βρήκα και πολλές άλλες συνδέσεις. Για παράδειγμα, το πώς τότε έστειλαν ένα μήνυμα ειρήνης σε άγνωστους εξωγήινους πολιτισμούς, ενώ στον ίδιο μας τον πλανήτη ο πόλεμος σχεδόν αφανίζει ολόκληρους πολιτισμούς. Επίσης, το πώς η απεραντοσύνη του διαστήματος και η εικόνα της γης από μακριά, μας κάνει να αναρωτιόμαστε, γιατί οι άνθρωποι που έτυχε να ζήσουν σε αυτόν τον πλανήτη, συνεχίζουν τον παραλογισμό του πολέμου;
Είσαι γνωστή από άλλες θεατρικές σου δουλειές, όπως το “Αυτές που δεν προλάβατε”. Εδώ όμως δεν κάνεις μια φεμινιστική κωμωδία που ενίοτε μας κάνει και να κλαίμε, ούτε “πολιτική” αγκιτάτσια. Μέσα από ένα οικογενειακό αρχείο ξεδιπλώνεις ένα ψηφιδωτό, σαν την κοσμική ολότητα στην οποία πλέει στους ουρανούς το Βόγιατζερ. Πώς θα ήθελες να δούμε οι θεατές αυτό το θεατρικό σου ; Έχει κάποιο μήνυμα κοινωνικό συγκεκριμένο;
Το βασικό μήνυμα της παράσταση είναι αντιπολεμικό. Ωστόσο, προσπαθώ να προσεγγίσω και ζητήματα σε σχέση με την μνήμη και την απώλεια, αλλά και με την λήθη. Με το τι αφήνεται να ξεχαστεί από την παγκόσμια ιστορία μας ως μη σημαντικό, επειδή δεν συνέβη σε κάποιο από τα «κέντρα» της γης. Ίσως θέλω να νιώσουμε – μαζί με τους θεατές – ότι οι ιστορίες μας είναι σημαντικές.

Γράφεις για την “χλωμή μπλέ κουκκίδα”, την φωτογραφία του 1990 από τον Βόγιατζερ που ενέπνευσε τον αστροφυσικό Καρλ Σέηγκαν να αποδείξει με λίγα λόγια το μεγαλείο και τη μηδαμινότητα της υπάρξής μας. Άλλαξε τον τρόπο που γράφεις ή/και που κοιτάς τον κόσμο η έρευνά σου έτσι ώστε να συγγράψεις και να σκηνοθετήσεις τον “Δίσκο” σου;
Με συγκίνησε πάρα πολύ αυτός ο λόγος και για αυτό έχω συμπεριλάβει ένα μέρος του στο έργο. Νομίζω πως αυτός ο λόγος και όλη η έρευνα για την ιστορία του Χρυσού Δίσκου, εμπότισαν κάπως το έργο και την παράσταση. Κράτησα από το διάστημα την αίσθηση της απεραντοσύνης και την ρομαντική διάθεση που έχει η εικόνα της γης σαν μια χλωμή μπλε κουκκίδα. Εκεί που όλοι οι άνθρωποι που έχουμε αγαπήσει έχουν ζήσει την ζωή τους. Αυτή η εικόνα μας κάνει να αισθανόμαστε εντελώς ασήμαντοι και ταυτόχρονα τόσο σημαντικοί. Σαν μικρό κομμάτι μιας ολότητας, μιας παγκόσμιας κοινότητας που γράφει κάθε μέρα την δική της ιστορία. Μακάρι να θυμόμασταν αυτή τη σύνδεση πιο συχνά.
Η παράσταση παρουσιάστηκε ήδη στη Θεσσαλονίκη και έρχεται στο ΠΛΥΦΑ στην Αθήνα. Πότε και πώς θα μπορέσει να τη δει το κοινό; Έχει αλλάξει κάτι στη σκηνική της μορφή από την πρώτη παρουσίαση;
Η παράσταση παρουσιάστηκε για δύο παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη φέτος τον Αύγουστο και είχε πάρα πολύ θετική πρόσληψη από το κοινό εκεί. Δεν έχουν γίνει πολύ μεγάλες αλλαγές για την παρουσίασή της στην Αθήνα, αλλά ανυπομονούμε να δούμε πώς θα την προσλάβει το κοινό εδώ. Από τις 12 Οκτωβρίου θα είμαστε στο ΠΛΥΦΑ, για λίγες παραστάσεις και θα μοιραστούμε την ιστορία του Χρυσού Δίσκου με τους θεατές και τις θεάτριες. Ανυπομονούμε!
Πληροφορίες Παράστασης
Παραστάσεις: Από Δευτέρα 12 Οκτωβρίου μέχρι 16 Νοεμβρίου
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
ΠΛΥΦΑ
Κορυτσάς 39, Βοτανικός
Τιμές εισιτηρίων
Γενική Είσοδος: 18€
Μειωμένο (φοιτητικό, ανέργων, άνω των 65): 15€
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Προπώληση εισιτηρίων: more.gr
Trailer: https://www.youtube.com/watch?v=L9tRjYjfWpM
INFO:
https://www.facebook.com/bpmtheatergroup
https://instagram.com/bpmtheatergroup?igshid=1raaubmdq5q7q
Τι αξίζει να διασωθεί από την ιστορία της ανθρωπότητας; Από αυτό το ερώτημα ξεκινά ο «Χρυσός Δίσκος», η νέα παράσταση της Δανάης Λιοδάκη, που μας πηγαίνει στο 1977, όταν η NASA δημιουργεί έναν δίσκο με μουσική, εικόνες και ήχους και τον στέλνει στο διάστημα με την αποστολή Voyager, για να συστήσει τη ζωή στη Γη σε έναν άγνωστο εξωγήινο παραλήπτη. Η παράσταση επιστρέφει σε αυτό το πραγματικό γεγονός, ξαναβλέποντάς το σε μια εποχή πολέμου και καταστροφής.
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την εκτόξευση του διαστημόπλοιου, δύο αδελφές, αδειάζοντας το σπίτι των γονιών τους σε ένα μικρό χωριό στην Ελλάδα, ανακαλύπτουν μια σειρά από γράμματα που φέρνουν στο φως ένα οικογενειακό μυστικό. Καθώς ξετυλίγουν το νήμα της ιστορίας, ταξιδεύουν στην Ελλάδα του αντιδικτατορικού αγώνα και σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Από τις γειτονιές της Νέας Υόρκης και τους δημιουργούς του Χρυσού Δίσκου, μέχρι τον εμφύλιο του Λιβάνου και την αντίσταση του παλαιστινιακού λαού, οι προσωπικές διαδρομές μπλέκονται αδιάκοπα με σημαντικά ιστορικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, αποκαλύπτοντας μια κρυμμένη ιστορία που έρχεται από το παρελθόν για να φωτίσει το μέλλον.
Συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, ο «Χρυσός Δίσκος» είναι ένα έργο για τη μνήμη, την απώλεια και την αντίσταση στη λήθη. Ένα βαθιά αντιπολεμικό έργο που αναζητά τις ιστορίες εκείνων που έμειναν έξω από τις επίσημες αφηγήσεις.
Η Δανάη Λιοδάκη («Match», «Αυτές που δεν προλάβατε», «Hyperspace ή αλλιώς…», «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους») επιμένει να καταπιάνεται με σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, προτείνοντας θεατρικές φόρμες που συνδυάζουν στοιχεία από τη σύγχρονη μυθοπλασία και το θέατρο ντοκιμαντέρ. Το έργο «Χρυσός Δίσκος» κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική.
Η παράσταση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος 2026 του
θεσμού του Υπουργείου Πολιτισμού «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός».
Συντελεστές:
Σκηνοθέτης/ Συγγραφέας: Δανάη Λιοδάκη
Μουσική Σύνθεση: Γιώργος Χανός
Βοηθός σκηνοθέτη/ Kινησιολόγος: Στάλη Συμεών
Σκηνογράφος/ Eνδυματολόγος: Νικόλας Κανάβαρης
Οργάνωση παραγωγής: Ευσταθία Λαγιόκαπα
Φωτογραφίες / βίντεο: Νίκος Κατσαρός
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Κασσάκος
Επικοινωνία: Σάσα Παπαχριστοπούλου
Ηθοποιοί- ερμηνευτές: Τίτος Γρηγορόπουλος, Μαριέλα Δουμπού, Μαρία Κωνσταντά, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Γιάννης Μαστρογιάννης





