Μόλις είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια των διαθέσεων των αγροτών, που έδειχναν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ θα τα βρει σκούρα και δεν θα είναι μόνο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τη συναφή δράση της γαλάζιας συμμορίας. Ένας από τους κοινοβουλευτικούς εκπρόσωπους της κυβερνητικής πλειοψηφίας –δεν έχει καμία σημασία ποιος– μιλώντας στη Βουλή φαντάστηκε πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον τους το κλασικό όπλο της εξουσίας: την κατασυκοφάντησή τους με σκοπό να ενεργοποιήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό. Τους κατηγόρησε, λοιπόν, ότι συνήθισαν να παράγουν ό,τι επιδοτείται και όχι ό,τι ζητάει η αγορά –κι αυτή είναι η αιτία των παθών τους.
Ο πρωτογενής τομέας αφημένος στην τύχη του
Αφήνουμε κατά μέρος το εντελώς αβάσιμο του ισχυρισμού, καθώς η επιδότηση των γαλακτοπαραγωγών π.χ. και των παραγωγών ζωοτροφών ενισχύει την παραγωγή γάλακτος, που τη χρειάζεται πρώτα απ’ όλα η απαιτητική αγορά των μετρημένων στα δάχτυλα μεγάλων εταιριών γαλακτοκομικών προϊόντων – και το κάνει ακριβώς για να μπορούν αυτές να αγοράζουν σε χαμηλότερες του κόστους τιμές το γάλα. Το «επιχείρημα» αυτό, όμως, αποκαλύπτει το ιδεολόγημα που διέπει γενικά τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στα προβλήματα της πρωτογενούς παραγωγής: αρκεί να προσαρμοστούν οι παραγωγοί στις απαιτήσεις της αγοράς και τα προβλήματά τους θα λυθούν διά μαγείας.
Δεν χρειάζονται σχεδιασμοί, προγράμματα, προσανατολισμός σε επιλεγμένους τομείς της παραγωγής, τεχνική και επιστημονική βοήθεια, κίνητρα, τιμολογιακές πολιτικές, στήριξη τιμών και ενισχύσεις, παρεμβάσεις για την κάλυψη του χάους που χωρίζει την τιμή στο χωράφι από τις τιμές στο ράφι… Ακόμα και οι ΚΑΠ με τις επιδοτήσεις τους μπελάς λογίζονται, αν εξαιρέσει κανείς τη χρησιμότητά τους σαν μέσο για την άσκηση πελατειακής πολιτικής. Ετσι πήγαν χαμένα κοντά στα 200 δισεκατομμύρια, για να κλείσουν εισοδηματικές τρύπες, χωρίς να υπάρξουν κρίσιμες διαρθρωτικές, θεσμικές αλλαγές στον πρωτογενή τομέα προς όφελος τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
Απαγορευτικό ευρωπαϊκό περιβάλλον
Τώρα από το Μαξίμου προσπαθούν να εξηγήσουν τάχα την οργή των αγροτών με την καθυστέρηση της καταβολής των δικαιωμάτων τους και κάνουν πως δεν βλέπουν ότι, μέσα από το μπάχαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αναδύθηκαν δύο κατάφωρες πραγματικότητες: ότι οι επιδοτήσεις χρησιμοποιήθηκαν σαν μια σάπια σανίδα σωτηρίας και ότι, ακόμα κι αυτή, όπου να ΄ναι μας αφήνει χρόνους. Γιατί η μάχη ακόμα και γι’ αυτή την προβληματική ΚΑΠ ποτέ δεν δόθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ. Ποτέ δεν συνδέθηκε με τους αγώνες των ευρωπαίων αγροτών, ιδίως του Νότου, ούτε με τις προσπάθειες κυβερνήσεων άλλων χωρών της ΕΕ. Η αγορά θα τα έλυνε όλα…
Και σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθε σαν κερασάκι στην τούρτα η παραληρηματική επιχείρηση ανάκαμψης της αναιμικής ευρωπαϊκής οικονομίας με την αιματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας κυριολεκτικά από το αίμα των κοινωνιών. Πού λεφτά για παραγωγικές επενδύσεις, για αναδιαρθρώσεις και ανασυντάξεις του παραγωγικού δυναμικού με βάση τις ανάγκες των πληθυσμών, πού λεφτά για κοινωνικές δαπάνες, για συγκράτηση του παραγωγικού δυναμικού στην αγροτική γη, για την επανεκπαίδευσή του, για τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή των παραγωγικών διαδικασιών στις επιταγές της κλιματικής αλλαγής… Κανένα περιθώριο κάμψης του σκληρού δημοσιονομικού κανόνα για τις ανάγκες της ζωής και όχι της λατρείας του φέρετρου με τη σημαία της ΕΕ. Αν, βέβαια, υποθέσουμε ότι είχε τέτοιες σκέψεις στο νου της η κυβέρνηση της ΝΔ. Πράγμα απίθανο, καθώς εκείνη έτρεχε πιο γρήγορα από τις κυβερνήσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών να ξεπεράσει τα αυξημένα ποσοστά δαπανών για εξοπλισμούς.
Ένας κόσμος συνειδητοποιεί την εγκατάλειψή του
Είναι, λοιπόν, πολύ πιο δύσκολη από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά η θέση της. Δεν είναι μόνο ότι τα μπλόκα των αγροτών έχουν πρωτοφανή μαζικότητα και αγωνιστική διάθεση και, το κυριότερο, τη συμπαράσταση των περισσότερων κοινωνικών ομάδων. Δεν είναι που δεν πιάνει ο κλασικός κοινωνικός αυτοματισμός και η κατασυκοφάντηση. Δεν είναι που η μαζικότητα και η κοινωνική αποδοχή αντιπαλεύει τη διάθεση για άγρια αστυνομική καταστολή. Δεν είναι που η τελευταία –όχι και έσχατη– καταφυγή τους, η άσκηση διώξεων για απίθανα κακουργήματα –ακόμα και για εγκληματική οργάνωση!– κατά των αγροτών δεν πιάνει τόπο. Δεν είναι που και οι παραδοσιακά δικοί της οπαδοί έχουν ανέβει στα τρακτέρ.
Τα περιθώρια της κυβέρνησης –πολιτικά και οικονομικά– για να πείσει ότι μπορεί να ασκήσει διαφορετική πολιτική, που θα αλλάξει τη ζωή και τη μοίρα των ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα είναι ασφυκτικά στενά. Όχι μόνο γιατί οι περιορισμοί επιβάλλονται και από εξωγενείς παράγοντες, αλλά και γιατί είναι η ίδια εγκλωβισμένη στις συνέπειες μιας πολιτικής, που με πράξεις και παραλείψεις έχει εφαρμόσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν διαθέτει πρόχειρα μέσα για την ανάταξή τους. Ακόμα και μια εντελώς διαφορετικά προσανατολισμένη κυβέρνηση με πολύ κόπο θα πετύχαινε μια τέτοια ανατροπή.
Θα μπορέσει, άραγε, η κυβέρνηση της ΝΔ με μια δυσεπίλυτη άσκηση τακτικισμού και επικοινωνιακής πολιτικής να λύσει τον πνιγηρό κόμπο; Έχουν δει πολλά τα μάτια μας. Όμως, ακόμα κι αυτό να συμβεί, θα είναι προσωρινό. Το κρίσιμο στοιχείο είναι οι νέοι αγρότες, που νιώθουν ότι τους κλέβουν το μέλλον. Κι ότι οι Daniel δεν έρχονται πια κάθε εκατό χρόνια. Και τα δυο ακυρώνουν τις ευκαιριακές «λύσεις».
Φωτο: Θοδωρής Νικολάου / Eurokinissi





