Σχεδόν δύο δεκαετίες διαδοχικών κρίσεων έχουν κλονίσει το ηθικό των κοινωνιών. Από την οικονομική κρίση του 2007, στην πανδημία και κατόπιν στην ενεργειακή κρίση, οι ανισότητες και οι αποκλεισμοί οξύνονται. Η κοινωνική ανασφάλεια προστέθηκε στην κλιματική κρίση και κλιμακώνεται με τον πόλεμο. Στο υπόβαθρο των εξελίξεων δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι τα παραπάνω είναι εκφάνσεις της δομικής κρίσης που θέτει σε κίνηση δύο βασικές εξελίξεις: την κρίση του μοντέλου ανάπτυξης (συσσώρευσης) και τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές.

Σε αυτό το φόντο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ελληνική κυβέρνηση κατόρθωσαν να περάσουν σε λιγότερο από μία δεκαετία από την πράσινη μετάβαση, με ΑΠΕ και ευφυή δίκτυα, στο να θεωρούν το φυσικό αέριο και την πυρηνική ενέργεια αποδεκτές πράσινες επιλογές.

Εντούτοις, η συνεχής τεχνολογική βελτίωση των ΑΠΕ και οι εξελίξεις στις συμπληρωματικές τεχνολογίες της αποθήκευσης ενέργειας και των ευφυών δικτύων δείχνουν ότι ο στόχος που είχε τεθεί για κλιματικά ουδέτερη οικονομία μέχρι το 2050 ήταν ρεαλιστικά εφικτός. Η αναμενόμενη νέα γενιά φωτοβολταϊκών (που αξιοποιούν μεγαλύτερο φάσμα της ηλιακής ακτινοβολίας) έχει σχεδόν τριπλάσια απόδοση.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις στο ευρύτερο ενεργειακό σύστημα είναι ακόμη πιο ενθαρρυντικές. Γνωρίζουμε από την ιστορία των τεχνολογικών συστημάτων –και ειδικά του ηλεκτρικού συστήματος– ότι όταν επιλυθούν κρίσιμα προβλήματα η συνολική απόδοση του συστήματος αυξάνεται εκθετικά. Τέτοιες εξελίξεις είναι η μείωση του κόστους αποθήκευσης, που είναι πλέον φθηνότερη από την παραγωγή με ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια, και η τεχνητή νοημοσύνη, που παρά την αύξηση της κατανάλωσης στα datacentres, αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά την απόδοση των ευφυών δικτύων (που είναι κρίσιμα για τα αποκεντρωμένα συστήματα ΑΠΕ) και να μειώσει το ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παραγωγής και της κατανάλωσης.

Γιατί, λοιπόν, ενώ είναι ορατή η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα (υδρογονάνθρακες και ουράνιο) και τις συναφείς τεχνολογίες, επιλέγεται αυτή η υπαναχώρηση;

Πρώτον, υπάρχουν οι προφανείς αντιδράσεις από τα συμφέροντα που συνδέονται με το παλιό ενεργειακό μοντέλο. Αυτές εκδηλώνονται στο γεωπολιτικό επίπεδο, με τη συμπεριφορά των «πετροκρατών», που βασίζονται στον έλεγχο κοιτασμάτων και των συναφών κλάδων και δικτύων αξίας. Η μετάβαση προς τις ΑΠΕ μετατοπίζει τους κινδύνους από την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα σε νέες προκλήσεις, όπως η κυβερνοασφάλεια και η σπανιότητα κρίσιμων ορυκτών, όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες. Αυτό ωθεί τα κράτη –και την ΕΕ εν συνόλω– να εξασφαλίσουν νέες αλυσίδες εφοδιασμού ώστε να αποφύγουν την αντικατάσταση της εξάρτησης από πετρελαιοπαραγωγούς με μια τεχνολογική και ορυκτή εξάρτηση από χώρες που κυριαρχούν στην επεξεργασία, όπως η Κίνα. Από την πλευρά τους τα πετροκράτη, στην απέλπιδα προσπάθεια διατήρησης της ηγεμονίας τους, «οπλοποιούν» τον έλεγχο κοιτασμάτων και τιμών. Όμως, ενώ η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι διαρκής, η εξάρτηση από τα κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα αφορά στην επένδυση και συντήρηση των συστημάτων ΑΠΕ και όχι στην τροφοδοσία τους.

Δεύτερον, η τεχνολογική διάσταση της μετάβασης έχει και σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Από τα συγκεντρωτικά συστήματα, όπου η ενέργεια παράγεται σε μικρό πλήθος σταθμών περνάμε σε αποκεντρωμένα συστήματα που αξιοποιούν ανανεώσιμα «κοιτάσματα-ροές», με ορατή τοπικότητα. Ο έλεγχος και η συγκέντρωση δεν είναι εύκολο να νομιμοποιηθούν πολιτικά. Καθώς το οριακό κόστος της παραγωγής και της διανομής ενέργειας τείνει στο μηδέν, η αύξηση του κόστους δεν δικαιολογείται. Επίσης, τα αποκεντρωμένα ευφυή δίκτυα ΑΠΕ ενισχύουν την τοπική ανθεκτικότητα απέναντι σε φυσικές διαταραχές και είναι λιγότερο ευάλωτα σε επιθέσεις, αν και όχι πλήρως θωρακισμένα. Αντίθετα, τα ορυκτά καύσιμα και, ακόμη περισσότερο, η πυρηνική ενέργεια νομιμοποιούν πιο εύκολα την τεχνική και οικονομική συγκέντρωση, και –με το πρόσχημα της ασφάλειας– την επιτήρηση και τον αυταρχισμό. Αποτελούν, λοιπόν, ακόμη μία έκφανση της αδυναμίας του συστήματος να λειτουργήσει δημοκρατικά και με όρους ισότητας και δημοσίου οφέλους σε συνθήκες κρίσης.

Τρίτον, η ενεργειακή μετάβαση αλλάζει το περιεχόμενο της ασφάλειας. Στα συστήματα που βασίζονται στους υδρογονάνθρακες και την πυρηνική ενέργεια επικρατεί η «αρνητική ασφάλεια», που κατανοείται κυρίως ως προστασία από απειλές (προμηθειών και τιμών) και ευθυγραμμίζεται με τις παραδοσιακές, κρατικοκεντρικές αντιλήψεις της «σκληρής» ασφάλειας. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται σε μια επιστημολογία φόβου, η οποία επικεντρώνεται στον εντοπισμό κινδύνων, στην πρόβλεψη φυσικών ή στρατιωτικών επιθέσεων και στη δικαιολόγηση της χρήσης βίας. Στην πράξη, η αρνητική ασφάλεια συχνά αντιμετωπίζει το κράτος ως τον μοναδικό δρώντα ασφάλειας και στηρίζεται σε αμυντικά πλαίσια όπου οι ευαίσθητες πληροφορίες και εγκαταστάσεις χρειάζονται αυστηρό έλεγχο και πρόσβαση μόνο «κατ’ ανάγκη».

Από την άλλη, τα συστήματα ΑΠΕ σχετίζονται περισσότερο με την έννοια της «θετικής ασφάλειας», που αντιπροσωπεύει ένα ευρύτερο πλαίσιο που δίνει έμφαση στο πώς τα άτομα και οι κοινότητες βιώνουν την ασφάλεια, την απελευθέρωση και την «ελευθερία από την ανασφάλεια». Αντί να περιορίζεται στην αποφυγή απειλών, εστιάζει στην παρουσία συνθηκών που προάγουν την ανθρώπινη ευημερία, ενισχύουν την ειρήνη και προωθούν την κοινωνική δικαιοσύνη. Η θετική ασφάλεια οικοδομείται ενεργά μέσω της ενδυνάμωσης ανθρώπων και κοινοτήτων, μια διαδικασία που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία εμπιστοσύνης και κοινωνικού κεφαλαίου. Συνδέεται βαθιά με την παροχή κοινωνικών αγαθών, με υπεύθυνη διακυβέρνηση, και τη «σταθερότητα προσδοκιών» που επιτρέπει στις κοινωνίες να αναπτύσσουν μελλοντικές ικανότητες. Έτσι, η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να ενσωματώνει «μέτρα θετικής ασφάλειας», όπως οι μηχανισμοί «δίκαιης μετάβασης» για την επανακατάρτιση εργαζομένων και την αποζημίωση πληττόμενων περιοχών για να αποτραπεί η κοινωνική κατάρρευση.

Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ και της ενεργειακής αποδοτικότητας πρέπει να αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της κοινωνικής, οικονομικής, και της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, με στόχο τη διασφάλιση της θετικής ασφάλειας, η οποία προωθεί την κοινωνική ευημερία.

Φωτογραφία: Markus Distelrath / Pexels