Φωτο: Brian Shipman / Flickr

Μια δήλωση του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας για τα χωρικά ύδατα, μια πρόταση του έλληνα πρωθυπουργού για ένα φόρουμ παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου και η ανάδειξη ως ηγέτη της τουρκοκυπριακής πλευράς ενός πολιτικού που υποστηρίζει τη λύση της διζωνικής ομοσπονδίας και όχι των δύο κρατών στην Κύπρο φαίνεται να προσθέτουν νέα στοιχεία στη συγκυρία και να δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκότερο για την επίλυση διακρατικών ζητημάτων στην περιοχή με βάση τη διεθνή νομιμότητα και όχι την ένταση ή τις υφέρπουσες ή ανοιχτές συγκρούσεις.

Η αναβλητικότητα ως «εθνική πολιτική»

Οι μέχρι στιγμής αντιδράσεις των κυβερνήσεων που αφορούν άμεσα ή έμμεσα οι εξελίξεις αυτές, δεν είναι αρνητικές. Το βάθος και την έκταση των επιπτώσεων που θα έχουν, είναι φανερό ότι θα τα συζητούν για ένα διάστημα πολιτικά υπεύθυνοι και διεθνολόγοι. Εκείνο, όμως, που θα μπορούσε να αφορά ένα σχόλιο σαν κι αυτό, είναι κάτι πολύ πιο στοιχειώδες: με ποια κατ’ αρχήν διάθεση αντιμετωπίζονται τα νέα αυτά στοιχεία, τόσο από την πλευρά των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, όσο και από την πλευρά των διαμορφωτών της λεγόμενης κοινής γνώμης;

Αν αντιμετωπιστούν με τη γνωστή επιφυλακτικότητα και τη συνηθισμένη φοβική διάθεση, πίσω από τις οποίες δύσκολα κρύβεται η ανησυχία για τα εθνικιστικά αντανακλαστικά και το εκλογικό κόστος, τότε εύκολα μπορεί να προβλέψει κάποιος πού θα καταλήξουν πάλι όλα αυτά: στον κάλαθο της αναβλητικότητας.

Το επισημαίνουμε αυτό γιατί σημειώνονται ήδη αντιδράσεις, οι οποίες, εκκινώντας από μια θετική κατ’ αρχάς εκτίμηση των νέων στοιχείων, καταλήγουν να προβάλλουν τόσες ενστάσεις και επιφυλάξεις –όχι προϋποθέσεις– για την ευτυχή εξέλιξη, που γίνεται ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθεί η όλη συζήτηση στη γνωστή κατάληξη, στην ακινησία και στα βαλτωμένα νερά. Παρότι γνωρίζουμε πια ότι κερδισμένος δεν είναι όποιος αναβάλλει διαρκώς τις αναγκαίες αποφάσεις, αλλά όποιος παίρνει την απόφαση να βγει από αυτά με οδηγό τη διεθνή νομιμότητα και τη διακρατική συνεννόηση και συνεργασία. Η εμπειρία μας από τη διαχρονική εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων κάτι θα έπρεπε να μας είχε διδάξει.

Χωρικά ύδατα, θαλάσσιες ζώνες και ήρεμα νερά

Για παράδειγμα, γιατί θα έπρεπε να προκαλεί τη γνωστή ανατριχίλα η ιδέα της αναζήτησης μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο ζήτημα των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στις επίμαχες περιοχές; Μήπως δεν ακολουθεί η Ελλάδα ογδόντα χρόνια τώρα τον κανόνα των έξι μιλίων αντί των δώδεκα; Μήπως και η απέναντί της Τουρκία δεν έχει επιλέξει τον ίδιο κανόνα; Δεν σημαίνει αυτό ότι και οι δύο, ανεξάρτητα από το τι τους επιτρέπει να κάνουν το ισχύον διεθνές δίκαιο, έχουν την πρόνοια να ακολουθούν στην πράξη τον ίδιο κανόνα; Τι θα τους εμπόδιζε να ακολουθήσουν έναν νέο, από κοινού συμφωνημένο και επωφελή και για τους δύο κανόνα, και ιδίως για την ύφεση στην περιοχή;

Γιατί θα πρέπει να θεωρείται πατριωτική στάση η υπενθύμιση ότι η θέση για διάσκεψη των παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου με στόχο την επίλυση ζητημάτων που τις απασχολούν, είναι «θέση του Ερντογάν» και η αποσιώπηση της πραγματικότητας, ότι αποτελεί θέση όχι μόνο έγκυρων διεθνολόγων, αλλά και πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς – και της ελληνικής – ως της πιο λογικής και αποτελεσματικής οδού; Σε ποιους θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε εθνικά αποκαταστημένοι, έχουμε τέτοια ανάγκη; ‘Η γιατί θα έπρεπε να υποδεχόμαστε την πρόταση με την «εκτίμηση» ότι «πρωθυπουργός δεν την κατέθεσε αυτοβούλως», αλλά καθ’ υπόδειξη της αμερικανικής κυβέρνησης;

Υπάρχει οδός

Δεν θα ήταν αρκετά πατριωτική η στάση τής σαφέστατης κατ’ αρχήν αποδοχής; Με αναγκαίο συμπλήρωμα τον σχεδιασμό της με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην εμπνέεται από μια λογική ρίαλ εστέιτ της θάλασσας, αλλά της προστασίας της από την καταλήστευση και τις εξορύξεις και να εμπλέκει στη διαδικασία όχι μόνο τις χώρες της ΕΕ, ως άμεσα σχετιζόμενες με τη Μεσόγειο, αλλά και τον ΟΗΕ, ως φορέα των αρχών του διεθνούς δικαίου και ως διεθνούς οργανισμού που χρειάζεται στήριξη. Ακριβώς την ώρα που δέχεται ευθεία επίθεση από την τραμπική πολιτική της «ειρήνης διά της ισχύος» και όχι διά της διεθνούς νομιμότητας. Και οπωσδήποτε να μην παραβλέπει την ύπαρξη της Παλαιστίνης. Μήπως θα έπρεπε πολύ περισσότερο να μας ενδιαφέρει αν η προσπάθεια για πολυμερή συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει στη Χάγη, σε περίπτωση που δεν υπάρξει πλήρης σύμπτωση θέσεων;

Τέλος, πόσος πατριωτισμός χρειάζεται για να καταλάβει κάποιος ότι δεν πρέπει να αφήνει να πάει στράφι οποιαδήποτε δυνατότητα επίλυσης του κυπριακού ζητήματος με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ, σε μια συγκυρία που η Άγκυρα μοιάζει, για τους δικούς της λόγους, να αποφεύγει τις γνωστές διακηρύξεις της περί δύο κρατικών οντοτήτων στο νησί; Ούτε από την υπονόμευση του σχεδίου Ανάν έχουμε βγάλει συμπεράσματα ούτε καν από το Κραν Μοντανά;

Με λίγα λόγια, το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να παράγουμε ως χώρα εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση και με γνώμονα την αρχή του δεδομένου και άπραγου συμμάχου, ή θα αποκτήσουμε πολιτικές δυνάμεις, όχι μόνο της αριστεράς, που θα απαιτούν όχι απλώς ενημέρωση από τον υπουργό Εξωτερικών, αλλά θεσμικά κατοχυρωμένη αποφασιστική επιρροή στη χάραξή της με βάση τις δημόσια διακηρυγμένες, εμπνεόμενες από το διεθνές δίκαιο, αρχές και στρατηγικές θέσεις τους.