Ευρωπαϊκή Ένωση: Αβέβαια βήματα προς τη στενωπό της αυτοταπείνωσης

Εν μέσω γεωπολιτικών τριγμών από τη ριζική ανατροπή στο μέτωπο του Ιράν, ολοκλήρωσε την Τετάρτη στη γαλλική λουτρόπολη Εβιάν τις εργασίες της η 51η σύνοδος κορυφής των 7 ισχυρότερων οικονομιών, άλλως και  G7: Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Καναδάς·  όγδοο μέλος, «μη απαριθμούμενο» αλλά ισότιμο,  η Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία στο επίκεντρο.

Στη σύνοδο παρέστη ο ουκρανός πρόεδρος, Ζελένσκι, μετά από πρόσκληση του προεδρεύοντος της συνόδου και οικοδεσπότη, προέδρου της Γαλλίας, Μακρόν. Το επέβαλε η «σκηνοθεσία» μιας παράστασης υπαγορευμένης από τη βεβαιότητα ότι ο Τραμπ προσερχόταν στη σύνοδο αποφασισμένος να επιβάλει την ατζέντα: Ο πόλεμος στο Ιράν τελείωσε, καιρός να επικεντρωθούμε στην Ουκρανία. Είχε ήδη, όπως είπε ο ίδιος, συνομιλήσει την Κυριακή τηλεφωνικά με τον Πούτιν και τον Ζελένσκι, και είχε δηλώσει, σύμφωνα με το Κρεμλίνο, διατεθειμένος  να ασκήσει επιρροή στους 7+1 για να σταματήσει ο πόλεμος.

Είπε βέβαια ο αμερικανός πρόεδρος από το βήμα της συνόδου ότι η Ρωσία πρέπει να διαπραγματευτεί, δηλαδή να επιδείξει διαλλακτικότητα, όμως γνωρίζει ότι η απάντηση θα δοθεί στο πεδίο της μάχης, όπου οι Ρώσοι εξακολουθούν να υπερέχουν, κάτι που οι Βρυξέλλες ηθελημένα παραβλέπουν, πιστεύοντας ότι μόνο η κόπωση της Μόσχας από την παράταση του πολέμου και τις κυρώσεις θα εξασφαλίσει στους 27 + 1 (Ε.Ε.+Βρετανία) θέση στη διαπραγμάτευση.

Είναι χαρακτηριστική η  δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά την έναρξη της συνόδου. Σε σύγκριση, είπε η φον ντερ Λάιεν, με την προηγούμενη σύνοδο, η θέση της Ουκρανίας είναι σαφώς βελτιωμένη, οι δυνάμεις της κρατούν τη γραμμή του μετώπου και ανακαταλαμβάνουν εδάφη, μπορεί να πλήττει στρατηγικούς στόχους στη ρώσικη ενδοχώρα και έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παραγωγό σύγχρονου αμυντικού εξοπλισμού. Αντιθέτως, είπε, η ρωσική πολεμική οικονομία ασφυκτιά  υπό την πίεση των κυρώσεων.

Την ίδια ημέρα, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας,  ανακοίνωσε ότι το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών στο Λουξεμβούργο ενέκρινε νέο πακέτο κυρώσεων, το 21ο στη σειρά, με στόχο τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου. Προσυπέγραψαν οι επικεφαλής των G7 plus, με απόφασή τους καταγεγραμμένη  στο τελικό ανακοινωθέν της συνόδου.

Στο μεταξύ, η Μόσχα αναβαθμίζει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Η προέλαση έχει επιβραδυνθεί αλλά δεν έχει σταματήσει. Οι Ρώσοι ελέγχουν πλήρως το Ποκρόβσκ, διοικητικό κέντρο της ομώνυμης επαρχίας, ενώ φέρεται να έχουν ήδη καταλάβει σημαντικό τμήμα της Κωνσταντίνοβκα, μιας από μεγάλες πόλεις που απομένουν στην ουκρανική «οχυρή ζώνη» του Ντονέτσκ.

Οι ουκρανικές υποδομές, αφετέρου, έχουν υποστεί ανεπανόρθωτες ζημίες, συνοδευόμενες από μια σοβαρή κρίση επάρκειας σε ανθρώπινο δυναμικό.  Κρίση που ώθησε το Κίεβο να ανακοινώσει ότι σκοπεύει να επανδρώσει με ξένους «εθελοντές» έως και το 50% των αναγκών σε μονάδες πεζικού. 

Με την υποστήριξη της Ευρώπης πάντα, ειδικά από τότε που οι ΗΠΑ αποφάσισαν να περιορίσουν δραστικά την ανάμιξή τους.

Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου του Κιέλου, ενός γερμανικού think tank, από την έναρξη της εισβολής μέχρι πριν ένα χρόνο η ΕΕ είχε δαπανήσει για την Ουκρανία 201,7 δισ. δολάρια, έναντι 130,6 δισ. των ΗΠΑ –που επιχαίρουν βλέποντας την Ευρώπη να αυτοχειριάζεται.

Τα πρώτα ίχνη από την υπόδηλη μέχρι στιγμής τάση στις κορυφές της ΕΕ να βρεθεί τρόπος διεξόδου σε αυτό το σημείο πρέπει να αναζητηθούν.

Πριν ακριβώς ένα μήνα οι πηγές πληροφόρησης των Financial Times ήθελαν να έχει πέσει μεταξύ των ευρωπαίων ηγετών η ιδέα να βρεθεί δίαυλος επικοινωνίας με το Κρεμλίνο μέσω ενός προσώπου σε ρόλο διαμεσολαβητή, μετά τον παραγκωνισμό τους από τον Τραμπ  και στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη πιέζεται να εντάξει τις διαπραγματεύσεις στη στρατηγική της.

Ζήτημα, ωστόσο, αρκετά περίπλοκο, δεδομένων των εσωτερικών διαφορών ως προς την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της Ρωσίας,  αλλά και της αδυναμίας της ΕΕ να δράσει ως πόλος ισχύος ικανός να επηρεάζει καθοριστικά το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Από τα πρώτα ονόματα που «έπεσαν στο τραπέζι» ήταν αυτό της Άνγκελα Μέρκελ. Η οποία, μιλώντας σε μια εκδήλωση προς τιμήν της στο Στρασβούργο στις 18 Μαΐου, εξέφρασε τη λύπη της που η Ευρώπη (αυτο)εξαιρέθηκε από τις διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν, υπογραμμίζοντας ότι η υποτίμηση του ρώσου ηγέτη «θα ήταν λάθος», όπως λάθος θα ήταν η υποτίμηση «των διπλωματικών δυνατοτήτων της Ευρώπης». Η διπλωματία, είπε, «ήταν πάντα η άλλη όψη του νομίσματος, ακόμη και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου». Και προέτρεψε, αναφερόμενη στις διαφορές εντός της ΕΕ: «Με βάση αυτό συνεχίστε να εργάζεστε μέχρι να καταλήξετε σε μια κοινή θέση».

Όταν ρωτήθηκε αν θα ανταποκριθεί, η πρώην καγκελάριος είπε ότι καταλληλότεροι θα ήταν πιθανώς άλλοι. Ο Πούτιν θα έπαιρνε στα σοβαρά μόνο εν ενεργεία ηγέτες, είπε.

Όμως το πρόβλημα ξεπερνά τα πρόσωπα.

Η Μόσχα προκρίνει μια σταθερή διαδικασία, με ομάδες εργασίας, τακτικές συναντήσεις και μια δομημένη διπλωματική θεματική. Όχι αποσπασματικές συναντήσεις, αλλά μια συνεχής  διαπραγμάτευση με συνομιλητές εξουσιοδοτημένους να αποφασίζουν.

Αλλά αυτό προϋποθέτει ένα βαθμό αξιοπιστίας τον οποίο η Ευρώπη δεν έχει καλλιεργήσει επαρκώς.

Στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια τον Φεβρουάριο, ο γερμανός καγκελάριος,  Φρίντριχ Μερτς, υποστήριξε ότι η Ρωσία θα μιλήσει σοβαρά μόνο όταν θα έχει εξαντληθεί οικονομικά και στρατιωτικά.

Αν αυτό είναι το πλαίσιο, τότε το ερώτημα ποιο πρόσωπο θα διαπραγματευτεί με τη Μόσχα ακούγεται έωλο.

Αν η Ευρώπη δεν αποστεί από την επιλογή της κλιμάκωσης νομίζοντας ότι έτσι οικοδομεί μια θέση ισχύος, κινδυνεύει να  βρεθεί σε έναν κόσμο όπου η ισχύς θα είναι η μόνη ομιλούμενη γλώσσα. Σε ένα μονόδρομο προς τη στενωπό της  αυτοταπείνωσης, όπως βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα στα Στενά του Ορμούζ.

Φωτο: MEA / Flickr