Με αφορμή την παρουσία της στο 18ο Φεστιβάλ ΛΕΑ, συναντήσαμε τη Φερνάντα Τρίας στο λόμπι του ξενοδοχείου όπου διέμενε στην Αθήνα. Ήρεμη, προσιτή και ιδιαίτερα γενναιόδωρη στις απαντήσεις της, η ουρουγουανή συγγραφέας μίλησε για το βιβλίο το οποίο την έκανε γνωστή διεθνώς, τη Ροζ γλίτσα (μτφ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδ. Carnivora). Πρόκειται για ένα από τα πιο συζητημένα λατινοαμερικανικά μυθιστορήματα των τελευταίων ετών που γράφτηκε πριν από την πανδημία αλλά διαβάστηκε από πολλούς ως προφητικό. Στη συζήτησή μας μίλησε για τους επαναλαμβανόμενους εφιάλτες που στάθηκαν η αφετηρία του βιβλίου, για τη δυστοπία και την ουτοπία, για τη λογοτεχνία ως πολιτική πράξη και για την ανάγκη να ξαναβρούμε, μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, τη δυνατότητα της ανθρώπινης σύνδεσης.

Το βιβλίο σας έχει χαρακτηριστεί ως μια μετα-αποκαλυπτική κλιματική δυστοπία. Ποια ήταν η αρχική έμπνευση για τη συγγραφή του και σε ποιον βαθμό οι προσωπικές σας εμπειρίες συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού του τόσο ζωντανού και πειστικού κόσμου;
Νομίζω ότι αυτό το βιβλίο είναι πολύ πιο προσωπικό απ’ όσο ίσως φαίνεται, καθώς γεννήθηκε μέσα από τις αγωνίες και τους φόβους μου. Χρόνια πριν αρχίσω να σκέφτομαι το μυθιστόρημα, έβλεπα επαναλαμβανόμενους εφιάλτες. Ο πυρήνας τους ήταν πάντα ο ίδιος: κάποια καταστροφή, μια έκρηξη ή ένα περιστατικό μόλυνσης με εμένα να προσπαθώ να σωθώ. Σε έναν από αυτούς, που τον θυμάμαι ακόμη πολύ έντονα γιατί ήταν τόσο τρομακτικός που τον κατέγραψα, προσπαθούσα και πάλι να ξεφύγω και κάποια στιγμή σκέφτηκα: «Εντάξει, είμαι ζωντανή, σώθηκα». Την ίδια στιγμή, όμως, κοίταξα το σώμα μου και είδα ότι το δέρμα μου είχε αποκολληθεί εντελώς κι εγώ κατέρρεα. Αυτή η εικόνα έμεινε χαραγμένη μέσα μου. Χρόνια αργότερα, όταν η κλιματική κρίση άρχισε να επιταχύνεται και συνέβαιναν ταυτόχρονα τόσες πολλές καταστροφές στον κόσμο ‒οι μεγάλες πυρκαγιές στον Αμαζόνιο, οι φωτιές στην Αυστραλία και άλλα γεγονότα στη Νότια Αμερική‒ η αγωνία εκείνης της ιστορικής στιγμής συνδέθηκε μέσα μου με αυτούς τους παλιούς εφιάλτες. Κι αυτή ήταν ουσιαστικά η αφετηρία του βιβλίου. Οι ονειρικές εικόνες συνδυάστηκαν με την κλιματική κρίση που βιώνουμε καθώς και με αυτό το στοιχείο του δέρματος που με απασχολούσε επίμονα. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τον κόκκινο τοξικό άνεμο και όλα όσα ακολούθησαν. Με αυτή την έννοια, η συγγραφή του αποτέλεσε έναν τρόπο να επεξεργαστώ και να εξωτερικεύσω το άγχος και τον φόβο που βίωνα.
Φαίνεται ότι η σύγχρονη λογοτεχνία μοιάζει ολοένα και πιο ανίκανη να φανταστεί ουτοπίες. Πώς πιστεύετε ότι αυτή η κυριαρχία των δυστοπικών αφηγήσεων αντανακλά τη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα;
Έχω συζητήσει αρκετά γι’ αυτό το θέμα και την κρίση της φαντασίας με φίλους συγγραφείς. Έχω την αίσθηση ότι κάθε συγγραφέας επεξεργάζεται το υλικό που διαθέτει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δεδομένη στιγμή. Για μένα, η δυστοπία ήταν η μορφή που χρειαζόμουν για να αφηγηθώ αυτή την ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πιστεύω πως δεν μπορούμε να γράψουμε ουτοπίες. Μετά τη Ροζ γλίτσα δημοσίευσα ένα άλλο μυθιστόρημα, το οποίο αποτελεί την προσωπική μου αναζήτηση της ουτοπίας. Θα χαρακτήριζα μάλιστα τα δύο βιβλία δίδυμα: ύστερα από όλες αυτές τις συζητήσεις γύρω από το ερώτημα «γιατί δυστοπία και όχι ουτοπία;», σκέφτηκα ότι ήθελα να γράψω τη δική μου εκδοχή μιας ουτοπίας. Σε εκείνο το μυθιστόρημα, μια γυναίκα συνδέεται τόσο βαθιά και συμβιωτικά με τη φύση, ώστε ολόκληρο το σώμα της αρχίζει να μεταμορφώνεται. Πιστεύω ότι υπάρχει πράγματι ο κίνδυνος να μένουμε μόνο στην καταστροφή και να μην προσπαθούμε να φανταστούμε κάτι διαφορετικό. Τότε όλα μπορεί να γίνουν υπερβολικά απαισιόδοξα και να εγκλωβιστούμε σε μια κατάσταση από την οποία δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος. Για μένα, όμως, η δυστοπία υπήρξε το σημείο εκκίνησης για κάτι άλλο. Ήταν ένας τρόπος να αρχίσω να σκέφτομαι: «Εντάξει, υπάρχει ένα πρόβλημα. Τι κάνουμε τώρα; Πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;» Όταν άρχισα να σκέφτομαι αυτό το βιβλίο, γύρω στο 2015, και αργότερα να το γράφω, το 2018, βρισκόμουν ακόμη στη διαδικασία κατανόησης και αποδοχής του προβλήματος. Γι’ αυτό χρειάστηκα τη δυστοπία: για να καταλάβω τι μπορεί να μας συμβεί αν δεν κάνουμε κάτι εγκαίρως.
Υπάρχει τελικά μέσα στο βιβλίο μια μορφή ελπίδας ή αντοχής απέναντι στην αποσύνθεση αυτού του κόσμου;
Νομίζω πως ναι. Βέβαια αυτό εναπόκειται στην κρίση του αναγνωστικού κοινού. Για μένα, η ελπίδα βρίσκεται σε αυτή την πράξη πεισματικής αντίστασης. Εντοπίζεται επίσης στη σχέση φροντίδας που αναπτύσσεται ανάμεσα στη γυναίκα και το παιδί κι ακόμη, σε εκείνες τις μικρές στιγμές ανθρώπινης επαφής και ενσυναίσθησης που συναντάμε στην ιστορία, για παράδειγμα όταν η πρωταγωνίστρια συναντά τον ταξιτζή, τον ηλικιωμένο άνδρα. Αυτές οι μικρές στιγμές, όπου βλέπεις να αναπτύσσεται μια σχέση κατανόησης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν καμία ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους, είναι πολύ σημαντικές για μένα. Γιατί πιστεύω ότι είναι εύκολο να νιώθεις αγάπη, αλλά και σύγκρουση, με τους ανθρώπους που αγαπάς. Είναι επίσης εύκολο να πεις: «Θα σώσω την οικογένειά μου». Αν όμως θέλουμε να σώσουμε το σύνολο πρέπει να σκεφτούμε πέρα από τα όρια της οικογένειας. Πρέπει να ξαναβρούμε την πίστη μας στη σημασία κάθε ανθρώπου που συναντάμε στον δρόμο, να τον βλέπουμε ως άνθρωπο και όχι ως «τον άλλον». Στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονα αυτή η λογική του «εμείς» και «οι άλλοι», το «εμείς εναντίον εκείνων», η αγωνία της επιβίωσης. Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η πρωταγωνίστρια δημιουργεί δεσμούς και συνδέσεις με άλλους ανθρώπους. Και πιστεύω ότι ακριβώς εκεί βρίσκεται η ελπίδα: σε αυτές τις στιγμές ανθρώπινης επαφής και αλληλεγγύης.
Στο βιβλίο σας το δυσοίωνο περιβάλλον αντισταθμίζεται από έναν έντονο λυρισμό ενώ οι χαρακτήρες διαθέτουν μεγάλο ψυχολογικό βάθος. Από πού ξεκινάτε όταν χτίζετε την αφήγησή σας και πώς διατηρείτε αυτή την ισορροπία;
Σας ευχαριστώ που το επισημαίνετε αυτό, γιατί αυτή η ισορροπία είναι πολύ σημαντική για μένα. Κατανοώ ότι η ίδια η ιστορία μπορεί να είναι επώδυνη, γι’ αυτό θεωρώ μια μορφή γενναιοδωρίας προς τον αναγνώστη να αντισταθμίζεται αυτή η εμπειρία από μια αισθητική απόλαυση κατά την ανάγνωση. Να υπάρχουν στιγμές ομορφιάς, τις οποίες θεωρώ εξαιρετικά σημαντικές, γιατί η ομορφιά δεν είναι κάτι δευτερεύον ή ασήμαντο. Κάθε άλλο, η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε και να εκτιμούμε την ομορφιά είναι ένα από τα στοιχεία που μας κάνουν ανθρώπους. Συνήθως ξεκινώ από κάτι που έχει να κάνει με την ατμόσφαιρα. Από εικόνες, όπως η ομίχλη, από μια αίσθηση ή ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, κάτι που συχνά συνδέεται και με το σώμα, με το δέρμα. Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά η αίσθηση του κόσμου που θέλω να δημιουργήσω και από εκεί ξεκινά η ιστορία. Παράλληλα, έχω συνήθως τουλάχιστον έναν χαρακτήρα στο μυαλό μου. Και η διαδικασία μοιάζει σαν να βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά, να προχωρώ προς μία κατεύθυνση, προσπαθώντας να κατανοήσω αυτόν τον χαρακτήρα. Στη συνέχεια ανακαλύπτω τις συνδέσεις του με τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Αλλά, τις περισσότερες φορές, όλα ξεκινούν από δύο πράγματα: την ατμόσφαιρα και έναν χαρακτήρα. Και από εκεί αρχίζω να υφαίνω το υπόλοιπο νήμα της ιστορίας.
Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα και σε συμβολικό επίπεδο, όπου σχεδόν τίποτα δεν κατονομάζεται ευθέως, κι όμως ο αναγνώστης οδηγείται σε πολλαπλές ερμηνείες. Με αυτή την έννοια, η λογοτεχνία σας είναι πολιτική χωρίς να γίνεται κατευθυντική. Πόσο σημαντικό είναι αυτό για εσάς;
Ναι, αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Δουλεύω πολύ με αυτές τις ονειρικές αισθήσεις και με την επιλογή να μην κατονομάζω τα πάντα. Στα όνειρα, άλλωστε, δεν ξέρεις ποτέ ακριβώς πού βρίσκεσαι. Δεν είσαι βέβαιος αν πρόκειται για αυτόν τον δρόμο ή κάποιον άλλο, για αυτή την πόλη ή μια διαφορετική· θα μπορούσε να είναι εδώ, αλλά και κάπου αλλού. Αυτή την αίσθηση ήθελα να μεταφέρω και στο βιβλίο. Αποφεύγοντας να ονομάσω συγκεκριμένα μέρη ή να προσδιορίσω με ακρίβεια τον χώρο, επιδίωξα να δημιουργήσω την εντύπωση ότι όσα συμβαίνουν στην ιστορία θα μπορούσαν να συμβαίνουν οπουδήποτε. Ήθελα ο αναγνώστης να νιώθει πως αυτός ο κόσμος δεν ανήκει σε έναν συγκεκριμένο τόπο ή μια συγκεκριμένη χώρα, αλλά αποτελεί μια πιθανότητα που αφορά όλους μας. Γι’ αυτό η αίσθηση της ασάφειας, αυτής της ονειρικής μετατόπισης ανάμεσα στο «εδώ» και το «αλλού», είναι τόσο σημαντική για μένα. Κάποτε, σε ένα μουσείο στη Μαδρίτη, διάβασα ένα κείμενο ενός καλλιτέχνη που έλεγε πως το συναρπαστικό με την τέχνη είναι ότι είναι πάντοτε πολιτική. Όχι με την έννοια του ακτιβισμού, αλλά επειδή κάθε έργο φέρει αναπόφευκτα μια πολιτική διάσταση, χωρίς να χρειάζεται να διακηρύσσει ανοιχτά μια πολιτική θέση. Αυτή η ιδέα μου φάνηκε πολύ σημαντική. Πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται η δυνητικά επαναστατική δύναμη της τέχνης: στο γεγονός ότι οι αισθητικές επιλογές είναι από μόνες τους πολιτικές επιλογές. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείσαι μια ιστορία, οι φωνές που επιλέγεις να ακουστούν, οι εικόνες που προβάλλεις, οι χαρακτήρες που τοποθετείς στο επίκεντρο της αφήγησης, όλα αυτά εμπεριέχουν μια πολιτική διάσταση. Αυτή η αντίληψη με εκφράζει περισσότερο από την ιδέα μιας λογοτεχνίας που επιδιώκει να είναι άμεσα πολιτική. Με ενδιαφέρει περισσότερο να αφήνω τις πολιτικές προεκτάσεις να αναδύονται μέσα από τις αισθητικές επιλογές του έργου, παρά να μεταφέρω ένα πολιτικό μήνυμα με άμεσο τρόπο.
Την περίοδο της καραντίνας πολλοί άνθρωποι, μέσα στην απουσία κοινωνικής ζωής, βίωσαν έντονα το αίσθημα της μοναξιάς και βρέθηκαν πιο κοντά στον εαυτό τους. Το βλέπουμε να συμβαίνει και με την ηρωίδα σας. Σε κάποιο σημείο μάλιστα λέει: «κάποτε το θεωρούσα γενναίο να μιλάς για τον εσωτερικό κόσμο». Πώς τοποθετείστε απέναντι σε αυτή τη φράση σήμερα;
Η ηρωίδα βρίσκεται σε μια κατάσταση απομάγευσης. Έχει χάσει, κατά κάποιον τρόπο, την πίστη της στη σημασία του εσωτερικού κόσμου. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ειρωνεία εδώ, γιατί τελικά ολόκληρο το βιβλίο αφορά ακριβώς τον εσωτερικό της κόσμο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πρόκειται περισσότερο για μια φάση που διανύει παρά για κάτι που έχει εγκαταλείψει οριστικά. Όταν έγραφα το βιβλίο δεν είχα ακόμη βιώσει την πανδημία. Είχε ήδη ολοκληρωθεί όταν ξέσπασε, οπότε δεν μπορούσα να γνωρίζω πώς θα έμοιαζε στην πραγματικότητα μια τέτοια εμπειρία. Ωστόσο, όταν ήρθε η πανδημία, βρέθηκα να σκέφτομαι συχνά το μυθιστόρημα, γιατί υπήρχαν αξιοσημείωτες ομοιότητες. Συνειδητοποίησα τότε ότι, όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους, συχνά δυσκολεύονται να το αντέξουν. Δεν ξέρω αν συνέβη το ίδιο κι εδώ, αλλά θυμάμαι πως όλοι αναζητούσαν διαρκώς περισπασμούς. Ξαφνικά εμφανίστηκαν αμέτρητες διαδικτυακές δραστηριότητες: ομιλίες, φεστιβάλ, παρουσιάσεις βιβλίων, ακόμη και πάρτι. Όλα μεταφέρθηκαν στο διαδίκτυο. Υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορώ να μείνω μόνος με τον εαυτό μου, πρέπει διαρκώς να κάνω κάτι. Μια ανάγκη διαφυγής από τον εσωτερικό κόσμο. Εγώ, αντίθετα, σκέφτηκα πως αν δεν έκανα κάτι δημιουργικό θα τρελαινόμουν. Έτσι κάθισα και έγραψα το μυθιστόρημα που σας ανέφερα προηγουμένως. Εκείνη την περίοδο σκεφτόμουν ότι το διαδίκτυο είχε γίνει ένα είδος παραθύρου μέσα από το οποίο οι άνθρωποι δραπέτευαν προς τα έξω, ώστε να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουν όσα κουβαλούσαν μέσα τους. Ήταν ένα παράθυρο προς τον εξωτερικό κόσμο, παρόλο που γνωρίζουμε ότι αυτός ο ψηφιακός κόσμος είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια κατασκευή. Στο βιβλίο, τον ίδιο ρόλο παίζει η τηλεόραση. Είναι διαρκώς ανοιχτή. Η πρωταγωνίστρια παρακολουθεί διαφημίσεις, τηλεοπτικά πάνελ, συζητήσεις και κάθε λογής εκπομπές. Αυτός ο έξω κόσμος λειτουργεί ως ένα ακόμη παράθυρο διαφυγής. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αρκεί. Δεν μπορεί πραγματικά να τη σώσει. Γι’ αυτό και σκέφτηκα ότι ο περιορισμένος χώρος μέσα στον οποίο ζει την αναγκάζει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις: είτε να στραφεί προς τα έξω ‒μέσω της τηλεόρασης, ή σήμερα θα λέγαμε μέσω του διαδικτύου‒ είτε προς τα μέσα. Υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο κινήσεις. Κι εγώ ήθελα να την οδηγήσω προς τα μέσα. Από συγγραφική άποψη, αυτό αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση. Όταν έχεις έναν χαρακτήρα κλεισμένο σε ένα δωμάτιο, τι αφηγείσαι; Δεν υπάρχουν μεγάλες δράσεις ή γεγονότα που να κινούν την πλοκή. Οι στατικές καταστάσεις είναι συχνά οι πιο δύσκολες να γραφτούν. Έτσι, η μόνη πραγματική κίνηση που απέμενε ήταν η εσωτερική: η επιστροφή στη μνήμη, η αναδίπλωση προς τα πίσω, η εστίαση σε μικρές λεπτομέρειες, σε μικρές πράξεις και ανεπαίσθητες μετατοπίσεις. Και αυτό ήταν, τελικά, το μεγάλο συγγραφικό στοίχημα του βιβλίου.
Στο βιβλίο σας το σώμα μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο. Πώς λειτουργεί για εσάς ως φορέας τραύματος μέσα στο λογοτεχνικό σας σύμπαν;
Ναι, είναι αλήθεια. Τώρα που το σκέφτομαι, σε όλα μου τα βιβλία αυτό το στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό: το σώμα λειτουργεί ως ο πραγματικός φορέας του τραύματος. Μάλιστα, μόλις δημοσίευσα μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Phantom Limb. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε τον όρο. Πρόκειται για ένα νευρολογικό σύνδρομο. Συμβαίνει όταν κάποιος έχει χάσει ένα άκρο, αλλά εξακολουθεί να το αισθάνεται σαν να βρίσκεται ακόμη εκεί. Είναι δηλαδή η φυσική παρουσία ενός πράγματος που στην πραγματικότητα απουσιάζει. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο πόνος που νιώθει το άτομο είναι απολύτως πραγματικός, παρόλο που το μέλος δεν υπάρχει πια. Υπάρχει μια απώλεια, αλλά ταυτόχρονα και η επίμονη αίσθηση της παρουσίας της. Αυτό το φαινόμενο με γοητεύει βαθιά. Γι’ αυτό και ολόκληρη η συλλογή χτίστηκε γύρω από τη μεταφορά του μέλους-φαντάσματος. Νομίζω ότι αυτό δείχνει πόσο σημαντικό είναι για μένα να σκέφτομαι όλα όσα κουβαλά το σώμα: τις μνήμες, τους πόνους, τα τραύματα και τα σημάδια που αφήνει η ζωή πάνω μας. Και αγαπώ ιδιαίτερα την εικόνα της ουλής. Γιατί η ουλή είναι η υλική, ορατή εκδήλωση μιας πληγής που δεν πονά πια, αλλά υπήρξε. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, η μνήμη μιας πληγής. Παραμένει εκεί, χαραγμένη πάνω στο σώμα, ως ίχνος αυτού που συνέβη. Και αυτό μου φαίνεται μια πολύ ισχυρή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη και το τραύμα.
Ας παραμείνουμε στη μνήμη. Σε κάποιο σημείο γράφετε ότι πρέπει «να ραντίσεις την ανάμνηση με αμμωνία ώστε να μετατραπεί σε μια ενιαία μάζα και να αποκτήσει συνοχή», παραλληλίζοντας τη λειτουργία της μνήμης με τον τρόπο παραγωγής της τροφής στο εργοστάσιο. Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στο βιβλίο σας;
Πιστεύω ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τη μνήμη. Με την έννοια ότι πραγματεύεται ένα πιθανό τέλος του κόσμου ή, πιο σωστά, το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε: μια ριζική μεταμόρφωση της πραγματικότητας, μετά την οποία ο τρόπος ζωής που ξέραμε δεν πρόκειται να επιστρέψει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μνήμη αποκτά καθοριστική σημασία. Γίνεται αναγκαία, γιατί κάποιος πρέπει να διατηρήσει τη μαρτυρία του κόσμου που χάνεται. Γι’ αυτό και με απασχολούσε ιδιαίτερα η μορφή του ανθρώπου που παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση και μπορεί να θυμηθεί πώς ήταν τα πράγματα πριν. Σκεφτόμουν ότι η πρωταγωνίστρια είναι ακριβώς αυτό το πρόσωπο. Κατανοεί τον εαυτό της ως μάρτυρα της καταστροφής και ως θεματοφύλακα της μνήμης ενός κόσμου που προηγήθηκε. Σήμερα, όμως, δεν βρισκόμαστε μόνο μπροστά σε μια κρίση φαντασίας, αλλά και σε μια κρίση μνήμης. Έχουμε την τάση να ξεχνάμε γεγονότα που συνέβησαν πολύ πρόσφατα και έτσι βρισκόμαστε διαρκώς στο χείλος της επανάληψής τους. Στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, βλέπουμε πολλές καταστάσεις να επανέρχονται με διαφορετικές μορφές. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μνήμη είναι σήμερα απολύτως κρίσιμη. Ήθελα να μιλήσω γι’ αυτήν και μέσα από τη μορφή του ίδιου του μυθιστορήματος. Όπως ίσως έχετε προσέξει, η αφήγηση μετακινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Αυτό συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη: με το πώς θυμόμαστε και, κυρίως, με το πόσο ατελής είναι η μνήμη. Γιατί η μνήμη δεν αποτελεί ποτέ μια αντικειμενική καταγραφή της πραγματικότητας. Γι’ αυτό υπάρχουν πάντα διαφορετικές εκδοχές των ίδιων συμβάντων, διαφορετικές αφηγήσεις και διαφορετικές αναμνήσεις. Κι όμως, όσο ατελής κι αν είναι, παραμένει απολύτως απαραίτητη.
Το εργοστάσιο παράγει ένα υποκατάστατο κρέατος που λειτουργεί ως τροφή. Σε κάποιο σημείο μάλιστα το παραλληλίζετε με μια μητέρα: μια φιγούρα που οι άνθρωποι μισούν αλλά εξακολουθούν να εξαρτώνται από αυτή για να επιβιώσουν. Όταν όμως το εργοστάσιο καίγεται, μένουν εντελώς αβοήθητοι. Πώς γεννήθηκε για εσάς αυτή η ιδέα ενός συστήματος που ταυτόχρονα συντηρεί και καταστρέφει τους ανθρώπους;
Αυτή είναι η αντίφαση, έτσι δεν είναι; Μπορεί να μισείς τη μητέρα σου, αλλά ταυτόχρονα να μη θέλεις να ζήσεις χωρίς αυτήν. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το εργοστάσιο, το οποίο παρήγαγε αυτή την αηδιαστική ροζ γλίτσα, λειτουργούσε στην πραγματικότητα σαν μια μητέρα που θρέφει. Ολόκληρος ο πληθυσμός εξαρτιόταν από αυτό, όπως ένα βρέφος εξαρτάται απόλυτα από τη μητρική φιγούρα που το κρατά στη ζωή. Όπως έχω πει, συνήθως ξεκινώ από πολύ βασικές εικόνες και ανακαλύπτω την ιστορία καθώς γράφω. Δεν έχω ένα λεπτομερές σχέδιο ούτε γνωρίζω εκ των προτέρων τι θα συμβεί. Όταν κατάλαβα ότι το εργοστάσιο λειτουργούσε ως μια μητρική μορφή ‒όσο ατελής, προβληματική και συγκρουσιακή κι αν ήταν‒ και ταυτόχρονα ως η μοναδική πηγή τροφής και επιβίωσης, σκέφτηκα: «Πρέπει να το κάψουμε». Ήθελα να εξερευνήσω την απόγνωση που γεννιέται όταν χάνεται η μορφή από την οποία εξαρτάσαι για να επιβιώσεις. Τι συμβαίνει τότε; Ήθελα να στερήσω από την πρωταγωνίστρια ‒και από όλους τους χαρακτήρες‒ όλα όσα τους παρείχαν ασφάλεια. Να τους φέρω αντιμέτωπους με τον πυρήνα της έλλειψης, της στέρησης και της μοναξιάς. Να δω τι απομένει όταν αφαιρέσεις τα πάντα. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε πάντα η σκέψη ότι όταν φτάσεις στο απόλυτο όριο, όταν δεν σου έχει απομείνει τίποτα, τότε ίσως μπορείς να αρχίσεις να ξαναχτίζεις. Αυτό, όμως, βρίσκεται πέρα από τα όρια του μυθιστορήματος. Δεν συμβαίνει μέσα στο βιβλίο· είναι μια δυνατότητα που αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ιστορία.
Στο βιβλίο το φαγητό μοιάζει συχνά να καλύπτει ένα βαθύτερο υπαρξιακό ή συναισθηματικό κενό. Υπάρχει μέσα σε αυτό και ένα σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η καταναλωτική κοινωνία;
Ναι, αναπόφευκτα. Άρχισα να σκέφτομαι το σύνδρομο από το οποίο πάσχει ο Μάουρο. Είναι κάτι πολύ επώδυνο και ήθελα να συνδεθώ με τον πόνο του με έναν βαθιά ανθρώπινο τρόπο. Δεν ήθελα να τον δω ως μεταφορά ή αλληγορία. Για μένα ο Μάουρο είναι πρωτίστως ένα παιδί που υποφέρει. Καθώς προσπαθούσα να πλησιάσω τον χαρακτήρα και να φανταστώ πώς είναι να ζει κανείς με αυτή τη συνεχή, οδυνηρή αίσθηση της πείνας, συνειδητοποίησα κάτι: μπορεί να μη γνωρίζω τι σημαίνει να πεινάς αδιάκοπα για τροφή, ξέρω όμως πολύ καλά τι σημαίνει να πεινάς αδιάκοπα για κάτι άλλο. Τότε κατάλαβα ότι ούτε η αφηγήτρια ούτε εγώ ως συγγραφέας διαφέρουμε ουσιαστικά από αυτό το παιδί. Στο βάθος, είμαστε όλοι παιδιά που πεινούν διαρκώς. Μόνο που η πείνα μας αφορά διαφορετικά πράγματα: την αγάπη, την αναγνώριση, την αποδοχή. Έτσι ο Μάουρο λειτούργησε σαν ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο μπορούσα να δω τον εαυτό μου. Από εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι και άλλοι άνθρωποι βιώνουν την ίδια οδυνηρή έλλειψη. Κάποιοι αναζητούν ασφάλεια και πιστεύουν ότι θα τη βρουν αποκτώντας πολλά χρήματα. Κι όμως, ακόμη κι αν τα αποκτήσουν, η αίσθηση της ασφάλειας εξακολουθεί να τους διαφεύγει. Άλλοι προσπαθούν να γεμίσουν αυτό το κενό μέσα από την κατανάλωση, άλλοι μέσα από διαφορετικές εμμονές ή επιθυμίες. Και όλο αυτό είναι βαθιά τραγικό.
Οπότε ίσως ξεκινήσατε το βιβλίο ταυτιζόμενη με τη γυναίκα και καταλήξατε να νιώθετε περισσότερο σαν τον Μάουρο;
Ακριβώς. Και παρόλο που αυτή η συνειδητοποίηση από μόνη της δεν αρκεί για να λύσει το πρόβλημα της κατανάλωσης ή τα αδιέξοδα της κοινωνίας μας, έχει μια άλλη αξία: γκρεμίζει τα τείχη που μας κάνουν να δείχνουμε ο ένας τον άλλον με το δάχτυλο, να αλληλοκατηγορούμαστε και να αλληλομισούμαστε. Μας υπενθυμίζει ότι, κάτω από τις διαφορές μας, μοιραζόμαστε την ίδια ευαλωτότητα και τις ίδιες βαθιές ελλείψεις.
Το βιβλίο σας τιμήθηκε με το σημαντικό Βραβείο Sor Juana Inés de la Cruz, το οποίο έχει συνδεθεί ιστορικά με σπουδαίες γυναικείες φωνές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η αναγνώριση και πώς αντιλαμβάνεστε τη σημασία ενός θεσμού που αναδεικνύει τις γυναικείες φωνές στη λογοτεχνία;
Ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Ήταν ένα από εκείνα τα βραβεία για τα οποία σκέφτεσαι κάποια στιγμή: «Θα ήταν υπέροχο να το κερδίσω», χωρίς όμως να πιστεύεις πραγματικά ότι θα συμβεί σε εσένα. Γι’ αυτό και η βράβευση της Ροζ γλίτσας ήταν μια ιδιαίτερα συγκινητική εμπειρία. Ήταν η πρώτη φορά που λάμβανα αυτό το βραβείο και είχε μεγάλη συναισθηματική σημασία για μένα. Πρόκειται για ένα βραβείο με σημαντικό κύρος στον ισπανόφωνο λογοτεχνικό κόσμο. Όπως γνωρίζετε, απονέμεται σε μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα συγγραφέα, αλλά με τα χρόνια έχει αποκτήσει τη φήμη ενός βραβείου που αναγνωρίζει έργα υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Ήταν λοιπόν πραγματικά υπέροχο, γιατί έφερε το βιβλίο στο προσκήνιο και το σύστησε σε πολλούς νέους αναγνώστες. Και μετά τη βράβευση, η συζήτηση γύρω από όλα αυτά τα θέματα που συζητάμε τώρα ‒την κλιματική κρίση, τη μνήμη, το τραύμα, την ανθρώπινη ευαλωτότητα‒ άρχισε να γίνεται σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό για μένα. Γιατί πιστεύω ότι η πραγματική αξία των λογοτεχνικών βραβείων δεν βρίσκεται μόνο στην αναγνώριση που προσφέρουν σε έναν συγγραφέα, αλλά κυρίως στο ότι συστήνουν ένα έργο σε νέα ακροατήρια, του δίνουν μεγαλύτερη ορατότητα και επιτρέπουν σε μια συζήτηση να φτάσει πιο μακριά. Για μένα, αυτό είναι το ουσιαστικότερο κέρδος. Και, κατά μία έννοια, βρισκόμαστε εδώ σήμερα ακριβώς εξαιτίας αυτού.
Η χώρα σας διαθέτει μια πολύ σημαντική λογοτεχνική παράδοση. Πώς αυτή η παράδοση επηρέασε τη δική σας διαμόρφωση ως συγγραφέα;
Δεν ξέρω αν μπορώ να το εξηγήσω με βεβαιότητα, αλλά έχω μια θεωρία. Νομίζω ότι επειδή είμαστε μια τόσο μικρή χώρα, κανείς δεν μας δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Βρισκόμαστε στην περιφέρεια της Λατινικής Αμερικής και, με έναν τρόπο, η ίδια η Λατινική Αμερική βρίσκεται στην περιφέρεια της Ισπανίας. Και όταν κανείς δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό που κάνεις, νιώθεις πιο ελεύθερος να πειραματιστείς, να αναζητήσεις τη δική σου φωνή και να ακολουθήσεις τον δρόμο που θέλεις, χωρίς τους περιορισμούς μιας μεγάλης λογοτεχνικής αγοράς, η οποία στην Ουρουγουάη ουσιαστικά δεν υπάρχει. Οι συγγραφείς δεν μεγαλώνουν με την ιδέα ότι θα γίνουν επαγγελματίες συγγραφείς ή ότι θα ζήσουν αποκλειστικά από τη λογοτεχνία τους. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, ευνοεί την ανάπτυξη πολύ προσωπικών και αυθεντικών φωνών. Αυτό είναι το ένα στοιχείο. Το άλλο είναι ακριβώς αυτή η κληρονομιά. Όταν μια χώρα διαθέτει ισχυρές ρίζες στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στις εικαστικές τέχνες ή στη μουσική ‒όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Κολομβία με τη μουσική‒ αυτό το υπόβαθρο συνεχίζει να τροφοδοτεί τη δημιουργία νέων έργων. Η παράδοση είναι απαραίτητη, γιατί δημιουργεί το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι επόμενες γενιές. Έτσι το νιώθω κι εγώ. Αγαπώ τη λογοτεχνική παράδοση της χώρας μου. Δεν έχω κάποια συγκρουσιακή σχέση μαζί της. Προσπαθώ να είμαι ο εαυτός μου ως συγγραφέας, αλλά γνωρίζω ότι βρίσκομαι σε έναν συνεχή διάλογο μαζί της. Την έχω πάντοτε στο μυαλό μου. Μερικές φορές υπάρχουν ακόμη και μικρές, διακριτικές αναφορές σε παλαιότερα έργα. Σε αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες πολύ λεπτές αναφορές σε ένα μυθιστόρημα του Χουάν Κάρλος Ονέτι. Συγκεκριμένα, όταν καίγεται το εργοστάσιο στο βιβλίο, θυμόμουν ένα σημαντικό μυθιστόρημα του Ονέτι, όπου υπάρχει επίσης ένα ναυπηγείο, ένα εργοστάσιο κατασκευής πλοίων. Όταν αυτό το ναυπηγείο κλείνει και καταρρέει οικονομικά, ολόκληρη η μικρή πόλη που εξαρτάται από αυτό οδηγείται επίσης στην παρακμή. Όλοι βυθίζονται σε μια κατάσταση αδράνειας και απογοήτευσης· η πόλη μοιάζει σχεδόν με πόλη-φάντασμα. Έτσι, όταν «έκαιγα» το εργοστάσιο στο δικό μου μυθιστόρημα, είχα στο μυαλό μου και εκείνο το εργοστάσιο του Ονέτι. Με αυτό τον τρόπο αναπτύσσεται ο διάλογος μέσα σε μια λογοτεχνική παράδοση.
Με τους σύγχρονους συγγραφείς της Ουρουγουάης αισθάνεστε ότι βρίσκεστε σε διάλογο;
Ζω εκτός Ουρουγουάης εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, οπότε δεν έχω πλέον την ίδια άμεση επαφή με τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας μου. Κι επειδή η Ουρουγουάη είναι τόσο μικρή, πολλά βιβλία δεν κυκλοφορούν εύκολα στο εξωτερικό. Είναι δύσκολο να παρακολουθεί κανείς τα πάντα ή να έχει πρόσβαση σε όλες τις νέες εκδόσεις. Προσπαθώ βέβαια να ενημερώνομαι. Όταν επιστρέφω στη χώρα, αγοράζω βιβλία και διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα νιώθω ότι συνομιλώ περισσότερο με τις σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής παρά αποκλειστικά με εκείνες της Ουρουγουάης. Με συγγραφείς ‒και ιδιαίτερα με γυναίκες συγγραφείς‒ από την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Εκουαδόρ, το Μεξικό και πολλές άλλες χώρες. Με αυτές τις φωνές αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε έναν συνεχή και δημιουργικό διάλογο.
Και μια ερώτηση για ένα θέμα που συζητάμε συχνά στην Ελλάδα. Θεωρείτε ότι η τέχνη της γραφής μπορεί πράγματι να διδαχθεί; Και πόσο καθοριστική είναι η παρουσία ενός μέντορα στην εξέλιξη και τη διαμόρφωση της συγγραφικής ταυτότητας κάποιου;
Πιστεύω ότι η καθοδήγηση υπήρχε πάντοτε. Το γνωρίζουμε από την ιστορία. Το βλέπουμε στους φιλοσόφους, στους καλλιτέχνες, στους στοχαστές. Εσείς οι Έλληνες ίσως αντιλαμβάνεστε αυτά τα παραδείγματα καλύτερα από εμένα. Πάντα υπήρχε ένας δάσκαλος και ένας μαθητής σε διάλογο, και συχνά ο μαθητής κατέληγε να ξεπερνά τον δάσκαλο. Αυτή η σχέση υπήρχε ανέκαθεν στην τέχνη, στη φιλοσοφία και γενικότερα σε κάθε δημιουργικό ή πνευματικό πεδίο. Το πραγματικό ερώτημα ‒και ίσως η πραγματική διαμάχη‒ αφορά τη θεσμοποίηση αυτής της σχέσης. Εκεί τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα. Η μεταφορά της καθοδήγησης μέσα σε οργανωμένα προγράμματα ή εκπαιδευτικά πλαίσια μπορεί να αποδειχτεί προβληματική. Όμως αυτό είναι μια διαφορετική συζήτηση. Ως συγγραφέας, θυμούμενη τον εαυτό μου όταν ήμουν νέα, μπορώ να πω ότι η παρουσία ενός δασκάλου ή μέντορα υπήρξε εξαιρετικά σημαντική για μένα. Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που γράφει χρειάζεται κάποιον συνομιλητή, γιατί διαφορετικά η πορεία της γραφής είναι βαθιά μοναχική. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να τον βρει μέσα σε έναν θεσμό ή σε μια επίσημη εκπαιδευτική δομή. Μπορούμε να συζητήσουμε πολύ για τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής ή τα πανεπιστημιακά προγράμματα. Κάποια λειτουργούν καλά, κάποια λιγότερο καλά. Εξαρτάται από τον τρόπο που είναι οργανωμένα και από τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι κάτι πιο ουσιώδες: οι άνθρωποι μπορούν να μοιραστούν εμπειρίες, να συζητήσουν για την τέχνη και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Και αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από την καλλιτεχνική αξία ή την αυθεντικότητα της δημιουργίας. Καταλαβαίνω γιατί υπάρχει δυσπιστία, όμως τελικά το σημαντικότερο είναι να βρεις μια κοινότητα ανθρώπων με τους οποίους μπορείς να μοιραστείς αυτό που αγαπάς. Αυτό, για μένα, είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.
Άκουσα να λέτε ότι ταξιδεύετε συνεχώς από τα τέλη Ιανουαρίου. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη διαρκή εξωστρεφή παρουσία που φαίνεται να απαιτεί σήμερα ο λογοτεχνικός κόσμος; Πιστεύετε ότι όλα αυτά επηρεάζουν τη θέση και τον ρόλο του συγγραφέα σήμερα;
Χωρίς αμφιβολία, είναι ένα ζήτημα που εμπεριέχει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, τα ταξίδια, αυτή η συνεχής εξωστρέφεια και δημόσια παρουσία, είναι πολύτιμα. Σου δίνουν τη δυνατότητα να συναντήσεις ανθρώπους από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς και να κάνεις συζητήσεις που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Χθες, για παράδειγμα, μίλησα με κάποιους αναγνώστες που είχαν ήδη διαβάσει το βιβλίο από πέρυσι και ήρθαν σε μια εκδήλωση για να συζητήσουμε γι’ αυτό. Αυτές οι στιγμές είναι πραγματικά όμορφες. Ταυτόχρονα όμως, σήμερα οι συγγραφείς δεχόμαστε ολοένα και μεγαλύτερη πίεση να είμαστε διαρκώς παρόντες. Υπάρχει σχεδόν η αίσθηση ότι, αν δεν εμφανίζεσαι δημόσια, το βιβλίο αρχίζει να χάνει τη δυναμική του, σαν να «σβήνει» λίγο λίγο. Έτσι αισθάνεσαι ότι πρέπει να βρίσκεσαι συνεχώς εκεί για να το στηρίζεις, να το κρατάς ζωντανό. Παλαιότερα δεν ήταν έτσι. Και αυτό δημιουργεί πρόβλημα. Πρέπει κάποια στιγμή να εμπιστευτείς ότι το ίδιο το βιβλίο θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Γιατί δεν πρόκειται να ζεις για πάντα ώστε να το στηρίζεις εσύ προσωπικά. Νομίζω λοιπόν ότι κάθε συγγραφέας ‒κι εγώ η ίδια‒ πρέπει να βρει μια ισορροπία. Να αναρωτηθεί μέχρι ποιο σημείο μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις και πότε αυτή η συνεχής έκθεση αρχίζει να τον επηρεάζει αρνητικά. Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η ισορροπία θα είναι ποτέ τέλεια. Πάντα θα κινούμαστε ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ποτέ δεν θα φτάσεις σε ένα ιδανικό σημείο όπου όλα θα είναι απολύτως ισορροπημένα. Και εγώ παλεύω με αυτό, όπως όλοι οι συγγραφείς που γνωρίζω. Πιστεύω βαθιά ότι η μοναξιά και η εσωστρέφεια είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συγγραφή. Η γραφή απαιτεί να αποσύρεσαι στον εαυτό σου, να ακούς τη δική σου φωνή. Γι’ αυτό, κάποια στιγμή, πρέπει να σταματήσεις. Πρέπει να απομακρυνθείς από τη δημόσια παρουσία και να επιστρέψεις στη σιωπή, γιατί εκεί γεννιούνται τα βιβλία.
Φωτογραφία2 : Φερνάντα Τρίας / Instagram





