Φεβρωνία Ρεϊζίδου: «Η τέχνη είναι τροφή. Δεν μπορείς να τη φας, αλλά σε θρέφει»

Από τις παραστάσεις κουκλοθεάτρου του Μεσαίωνα  σε δρόμους και πλατείες μέχρι τον Μπαρμπαμυτούση, την Τενεκεδούπολη ή τη Φρουτοπία, το κουκλοθέατρο έχει διανύσει δρόμο μακρύ και όχι πάντοτε στρωμένο με ροδοπέταλα. Τελικά, οι κούκλες μιλάνε μόνο στις καρδιές των μικρών ή και στα μυαλά των μεγάλων; Και που, πώς, πόσο χωράνε στο κορεσμένο σπό ψηφιακή εικόνα παρόν μας; Δοσμένη πλήρως και για χρόνια στην τέχνη της, η Φεβρωνία (Φαίη) Ρεϊζίδου μιλάει με ενθουσιασμό για τη μαγική τέχνη του κουκλοθεάτρου στον 21ο αιώνα.

Γιατί επέλεξες το κουκλοθέατρο ως μέσο επικοινωνίας και καλλιτεχνικής έκφρασης;

Η αλήθεια είναι ότι δεν επέλεξα το κουκλοθέατρο. Το κουκλοθέατρο με επέλεξε. Το μοναδικό κουκλοθέατρο που είχα δει όταν ήμουν παιδί ήταν στην τηλεόραση και μου ήταν βαρετό. Αγαπούσα το θέατρο. Έβλεπα πολύ θέατρο αλλά ούτε που μπορούσα να φανταστώ ότι το θέατρο θα μπορούσε να είναι δουλειά. Λίγο πριν τελειώσω το λύκειο υπήρχε ένα χάος στο κεφάλι μου. Δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου! Αισθανόμουν τον κόσμο τεράστιο πάνω από το κεφάλι μου. Κάθε βήμα μετά το σχολείο έμοιαζε πολύ δύσκολο. Ήθελα στη ζωή μου να κάνω κάτι που να μου αρέσει και αυτή η πίεση με τις πανελλήνιες ήταν για μένα βουνό απροσπέλαστο. Έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου και αναρωτιόμουν άραγε τι με περιμένει και μένα. Έβλεπα τον πατέρα μου που δούλευε και ήταν κουρασμένος από τη δουλειά του. Δεν ήθελα να είμαι κι εγώ έτσι. Μου άρεσαν κάποια πράγματα που όμως πώς να τα κάνει κανείς δουλειά; Τραγούδι, λίγο πιάνο, ενόργανη γυμναστική, ζωγραφική… Προσανατολίστηκα στις ξένες γλώσσες. Έφυγα στην Ιταλία και επέστρεψα με ένα χαρτί που μου επέτρεπε να διδάσκω την ιταλική γλώσσα. Μετακομίζω στη Ρόδο. Το λάτρεψα το επάγγελμα. Ήμουν και τυχερή, είχα αρκετή δουλειά από την αρχή. Εκείνη τη χρονιά μαθαίνω ότι υπάρχει θεατρικό εργαστήρι και μπαίνω στην ομάδα και εκεί βρέθηκα τυχαία σε ένα εργαστήρι κατασκευής κούκλας. Φτιάχνοντας την πρώτη μου κούκλα ένιωσα μέσα μου ότι ήμουν πολύ κοντά σε κάτι που μου φαινόταν γνώριμο κι ας μην το είχα συναντήσει ποτέ πριν. Έτσι σιγά σιγά άρχισα να μπαίνω σε έναν άγνωστο κόσμο που για κάποιο λόγο μου ήταν πολύ οικείος. Πρώτη μου δασκάλα η Καίτη Μπούλη, η οποία μου δίνει σημαντικές πληροφορίες. «Να πας να βρεις τον Τάκη Σαρρή», μου έλεγε. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά το σημαντικό ήταν ένα: να πάω να βρω τον Σαρρή. «Επίσης σε ένα μήνα είναι το Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθέατρου στην Ύδρα». Μέσα σε τρεις μήνες από την πρώτη κούκλα βρέθηκα και στο Φεστιβάλ της Ύδρας, τον Ιούλιο του 1996. Άλλος κόσμος… που παρά τρίχα δεν θα τον γνώριζα ποτέ! Επιστρέφω στη Ρόδο και χωρίς να το καταλάβω αρχίζω να δουλεύω πάνω σε ένα παραμύθι. Έρχονται μαζί μου και άλλα δέκα άτομα από το θεατρικό εργαστήρι. Κατασκευάζουμε κούκλες και σκηνικά αντικείμενα για την πρώτη μας παράσταση. Βαφτίζουμε την ομάδα «Καραμπόλα». Συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί πληροφοριών από τη δασκάλα μου που δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί. «Υπάρχει η UNIMA, ένας σύλλογος κουκλοπαικτών στην Αθήνα και βγάζει κι ένα περιοδικό. Να γίνεις συνδρομήτρια, να τους γράψεις ότι έχετε ομάδα! Ότι ξεκινήσατε τώρα. Να τους γνωρίσεις… γράψε τους!». Έτσι γνώρισα την UNIMA, τον σύλλογο των κουκλοπαικτών στην Αθήνα. Γνώρισα κουκλοπαίκτες, είδα παραστάσεις, έμεινα άφωνη από την αρτιότητα των παραστάσεων, από το ήθος των ανθρώπων αυτών που είχαν το κουκλοθέατρο ως επάγγελμα, από την αφοσίωση για την κάθε λεπτομέρεια, για την αγάπη που έδιναν πάνω στη σκηνή μέσω της κούκλας που είχαν κατασκευάσει με τα χέρια τους. Έμοιαζαν «Ακούραστοι». Είχα την τύχη στο ξεκίνημά μου να γνωρίσω τον Τάκη Σαρρή και τον Στάθη Μαρκόπουλο.  Εμπνεύστηκα από αυτούς τους ανθρώπους και διδάχτηκα. Και δεν ήταν μόνο τα τεχνικά θέματα και οι κατασκευές και το στήσιμο της παράστασης, ήταν ότι αγαπούσαν τη δουλειά τους…ήμουν πολύ τυχερή.

Οι κούκλες τι είδους όχημα μπορεί να είναι για σένα;

Η κούκλα σού δίνει πολλές δυνατότητες γιατί μπορεί να κάνει τα πάντα. Μπορεί να πετάξει, να περπατήσει ανάποδα, να διαμελιστεί. Να μεγαλώσει και να μικρύνει. Χωρίς να πάθει απολύτως τίποτα. Με διάφορες τεχνικές μπορείς να κάνεις θαύματα. Και βέβαια βάζεις την κούκλα να πει αυτά που θες, χωρίς να περνάει την ίδια λογοκρισία με τον άνθρωπο γιατί είναι κούκλα. Δεν το λες εσύ, το λέει η κούκλα και η κούκλα ξέρει. Της δίνεις αυτονομία και τα βγάζει πέρα «μόνη της». Η κούκλα έχει κι αυτή τη μόνιμη έκφραση που σου επιτρέπει να την ερμηνεύεις χωρίς να σου υπαγορεύει πως αισθάνεται. Το δείχνει με την κίνηση με τον τόνο της φωνής ή με τη μουσική που θα τη συνοδεύει κάθε φορά.

Στο μυαλό των περισσότερων, το κουκλοθέατρο συνδέεται αυστηρά με τον πρώιμο παιδικό κόσμο. Πώς μένει αυτή η γλώσσα της αθωότητας στην καθημερινή επαφή με έναν ενήλικα κουκλοπαίκτη;

Είναι αλήθεια ότι το κουκλοθέατρο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως συνδέεται με τον παιδικό κόσμο. Πάρα πολλές παραστάσεις κουκλοθεάτρου απευθύνονται στα παιδιά και τα παιδιά είναι ένα πολύ αυστηρό κοινό για τον κουκλοπαίκτη. Τα παιδιά είναι αυθόρμητα, αν κάτι δεν τους αρέσει υπάρχει πιθανότητα να το ξεστομίσουν την ώρα της παράστασης ή απλά να φύγουν. Η παιδική παράσταση είναι μια παρεξηγημένη ταμπέλα. Τι σημαίνει απευθύνομαι σε παιδιά; Μεγάλη κουβέντα που σηκώνει συζήτηση. Πολλές φορές αισθάνομαι την ευθύνη ότι επηρεάζω μέσω του έργου, μέσω του χαρακτήρα που δίνω στον κάθε ήρωα, οι κούκλες κάτι λένε, κάτι πιστεύουν, κάτι κάνουν και το παιδί ταυτίζεται, «μαθαίνει», μιμείται. Δεν θέλω μέσω της κούκλας να δείξω με το δάχτυλο σε ένα παιδί τι να κάνει. Δεν θέλω να το διδάξω. Θα ήθελα ακούγοντας και βλέποντας να βρει τον δικό του δρόμο. Να έχει δική του άποψη. Βέβαια, κακά τα ψέματα, έχουμε την τάση να το οδηγήσουμε στα δικά μας μονοπάτια. Αυτός είναι ο κρυφός μας πόθος. Κανείς δεν είναι τέλειος. Μαθαίνουμε κι εμείς στην πορεία να αφήνουμε ελεύθερους δρόμους και να είμαστε ανοιχτοί και έτοιμοι να αλλάξουμε και να διαπραγματευτούμε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αυτό κάνει και την κάθε παράσταση μοναδική. Είναι μεγάλη η χαρά όταν παίζεις πολύ καιρό ένα έργο και δεν το βαριέσαι γιατί ποτέ δεν είναι το ίδιο, γιατί εσύ δεν είσαι ο ίδιος γιατί μαζί σου κατά κάποιον τρόπο παίζει και το κοινό και το πώς θα παίξει το κοινό είναι απρόβλεπτο. Βέβαια να πούμε ότι το κουκλοθέατρο δεν είναι μόνο για παιδιά. Είναι μια ολοκληρωμένη μορφή παραστατικής τέχνης που απευθύνεται και σε ενήλικες, με έργα που συχνά καταπιάνονται με φιλοσοφικά, κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Μην ξεχνάμε και τον γνωστό μας καραγκιόζη που όταν παιζόταν στα καφενεία και στις αλάνες, από τον προπερασμένο αιώνα, ως λαϊκό θέαμα της γειτονιάς, είχε σατιρικό και αντιεξουσιαστικό χαρακτήρα.

Υπάρχει πλούσια παράδοση κουκλοθεάτρου σε πολλούς πολιτισμούς διαφορετικών ηπείρων. Υπάρχει κάποια με την οποία αισθάνεσαι να επικοινωνείς περισσότερο;

Δύσκολο να ξεχωρίσω… δεν το έχω σκεφτεί ποτέ και μάλλον συνδυάζω ασυναίσθητα παραδόσεις και τεχνικές που στο τέλος πρέπει να το παρατηρήσω για να αναγνωρίσω από πού προέρχεται το κάθε τι. Τα τελευταία χρόνια τα χέρια μου με πάνε να κατασκευάσω για τις παραστάσεις μου επιτραπέζιες κούκλες άμεσου χειρισμού οι οποίες δεν γεννήθηκαν σε συγκεκριμένο τόπο, αλλά μπορείς να πεις ότι αποτελούν εξέλιξη της παραδοσιακής μαριονέτας και των ιαπωνικών κουκλών Bunraku. 

Από πού αντλείς την πρώτη «ύλη» ερέθισμα για τα θέματά σου;

Από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Πολλές φορές δανείζομαι τις ιστορίες από παραδοσιακά παραμύθια. Κι εγώ αναρωτιέμαι κάθε φορά ποιο θα είναι το επόμενο θέμα που θέλω να θίξω. Που με ενδιαφέρει εμένα πρώτα απ’ όλα και με απασχολεί και θέλω να το μοιραστώ. Μόλις ολοκληρώνεται ένα έργο και ωριμάζει έρχεται και με βρίσκει το επόμενο. Έτσι γίνεται. Μπορεί να με απασχολεί χρόνια μια ιδέα, μια ιστορία, να με παιδεύει καιρό.

Την εποχή της σχεδόν ολοκληρωτικής επικράτησης της virtual έκδοσης της επικοινωνίας αλλά και του θεάματος όταν ακόμα και νήπια χειρίζονται κινητά των μεγάλων για να ηρεμήσουν, απασχοληθούν, παίξουν, τι θέση και τι μέλλον μπορεί να έχει το κουκλοθέατρο;

Πρόσφατα, είχα τη χαρά να παίξω μπροστά σε φοιτητές του ΤΕΠΑΕΣ του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Ρόδο στο πλαίσιο του μαθήματος «Θεατρικό Παιχνίδι», με καθηγητή τον Νεκτάριο-Γεώργιο Κωνσταντινίδη. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, οι φοιτητές συμμετείχαν ενεργά, τραγουδούσαν όταν το ζητούσε η δράση, το ζούσαν έντονα και με έκαναν κι εμένα να λειτουργώ ανάλογα. Δεν πατούσα στη γη. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη χαρά του ζωντανού παιχνιδιού. Το θέατρο, το κουκλοθέατρο είναι ζωντανό παιχνίδι. Όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους αρκεί να μας σέβεται και να μας αφορά.

Μία εμπειρία που δεν θα ξεχάσεις σαν κουκλοπαίχτρια;

Στο τέλος μίας παράστασης έρχεται ένα παιδί που με παρατηρούσε όση ώρα μάζευα τα σκηνικά και με ρωτάει: «Να σας ρωτήσω κάτι; Το κουκλοθέατρο το κάνετε σαν δουλειά;». «Ναι», της απάντησα. «Ωραία δουλειά!», είπε και έφυγε.

Και τώρα τι ετοιμάζεις;

Είμαι πάλι σε αυτό το σημείο που πρέπει να πάρω την απόφαση για το επόμενο βήμα. Αν δεν διακοπεί από κάποια άλλη ξαφνική σκέψη, με περιτριγυρίζει μία ιστορία με θέμα το πένθος.

Μπορεί το κουκλοθέατρο να είναι ένα πολιτικό θέατρο; Με ποιους κώδικες;

Σαφώς και μπορεί. Το κουκλοθέατρο αποτελεί ένα εξαιρετικά ισχυρό μέσο πολιτικού θεάτρου. Ιστορικά και σύγχρονα, οι κούκλες έχουν χρησιμοποιηθεί για να περάσουν αντι-εξουσιαστικά μηνύματα, να σατιρίσουν την πολιτική σκηνή και να ευαισθητοποιήσουν το κοινό. Όπως είπα, λόγω της φύσης της κούκλας, ο κουκλοπαίκτης μπορεί να θίξει, μέσα από την αλληγορία και τη σάτιρα ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα με τρόπο που μπορεί να είναι άμεσος ή συμβολικός, παρακάμπτοντας συχνά τη λογοκρισία. Η κούκλα είναι «αθώα». Μέσα από την αποστασιοποίηση και μέσω της κούκλας, το κοινό εστιάζει στο ίδιο το μήνυμα και στην ιδέα, αντί να ταυτίζεται συναισθηματικά ή να απορρίπτει ένα πολιτικό πρόσωπο βάσει της εμφάνισης ενός ηθοποιού. Έχουμε την επανάσταση ενάντια στην εξουσία: Ιστορικά, παραδοσιακές μορφές (όπως ο δικός μας Καραγκιόζης στο θέατρο σκιών και στο κουκλοθέατρο ο Φασουλής, ο Πουλτσινέλα στην Ιταλία, ο Γκινιόλ στη Γαλλία, ο Κάσπερλε στη Γερμανία κ.ο.κ) γεννήθηκαν ως φωνή της καταπιεσμένης εργατικής τάξης ενάντια στην εκάστοτε εξουσία. Οι Bread and Puppet είναι από τους πιο γνωστούς και ιστορικούς θιάσους στον κόσμο που ασκούν πολιτικό κουκλοθέατρο. Από την ίδρυσή τους το 1963 από τον Πήτερ Σούμαν στη Νέα Υόρκη και με έδρα πλέον το Βερμόντ, το έργο τους είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον ακτιβισμό και την κοινωνική κριτική. Μεγάλος δάσκαλος ο Σούμαν. Είχα την ευκαιρία το 2017 να είμαι κι εγώ στο Βερμόντ και να συμμετέχω στις παραστάσεις των Bread and Puppet. Θα κλείσω με μία φράση από το μανιφέστο των Bread and Puppet: «Η τέχνη είναι τροφή. Δεν μπορείς να τη φας, αλλά σε θρέφει». Καλή μας όρεξη!