Εισαγωγή των Παρεμβάσεων
Δημοσιεύουμε σήμερα το έβδομο και τελευταίο μέρος του αφιερώματός μας για τα δέκα χρόνια από την ανάληψη της διακυβέρνησης απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ: ένα κείμενο για τις σχέσεις κόμματος-κυβέρνησης (δυστυχώς δεν στάθηκε δυνατό να έχουμε περισσότερα για λόγους ανωτέρας βίας) και ένα τελευταίο για το ζήτημα των διαθέσιμων επιλογών κατά το κρίσιμο εξάμηνο του 2015.
Ξεκινήσαμε αυτή τη συζήτηση πρώτοι (21 Δεκεμβρίου 2024) και τελειώνουμε τελευταίοι ύστερα από τρεις μήνες, γιατί θεωρούμε ότι ήταν μια ευκαιρία να αναδείξουμε γεγονότα που έχουν διαστρεβλωθεί από την πολεμική και ξεχαστεί με τα χρόνια∙ να υπενθυμίσουμε βιβλία και συμβολές που έχουν κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο και έχουν αγνοηθεί με την επωδό «δεν υπάρχει τίποτα για το 2015» για να διαβάσεις∙ να φωτίσουμε νέες πλευρές∙ να οργανώσουμε έναν διάλογο χωρίς αποκλεισμούς, ώστε οι διαφορετικές εκτιμήσεις για όσα έγιναν το μακρινό –μα και τόσο κοντινό 2015– να βρεθούν ενώπιος ενωπίω∙ να ανοίξουμε ζητήματα που πρέπει να κουβεντιάσει η Αριστερά προκειμένου να αξιοποιήσει μια κυβερνητική εμπειρία για μελλοντικές απόπειρες ανάληψης της κυβέρνησης∙ να συζητήσουμε την πορεία ενός κόμματος που σφράγισε μια εποχή, καθώς και την είσοδο στην πολιτική μιας ολόκληρης γενιάς.
Φυσικά, ανταποκριθήκαμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας και του διαθέσιμου χώρου. Γνωρίζουμε όμως ότι το επιχειρήσαμε με ειλικρίνεια και διάθεση να δημιουργήσουμε έναν χώρο διαλόγου, χρήσιμο για τις ζυμώσεις που απαιτούνται ώστε η ελληνική Αριστερά να ανακάμψει. Μάθαμε με χαρά ότι το αφιέρωμά μας διαβάστηκε, σχολιάστηκε ευμενώς και μη, πυροδότησε συζητήσεις. Ως εκ τούτου, αποτέλεσε μια καλή προπαρασκευή για την τριήμερη συνάντηση που οργανώνει η εφημερίδα μας, το Μάιο που μας έρχεται, όπου θα συζητηθεί η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Ίσως θυμάστε ότι τη συγκεκριμένη εκδήλωση είχαμε ανακοινώσει για τον περασμένο Φεβρουάριο, όμως λόγω των Τεμπών και κάποιων δυσκολιών τη μεταθέσαμε. Εκεί, λοιπόν, θα έχουμε την ευκαιρία, με τη βοήθεια δεκάδων καλεσμένων, πρωταγωνιστών της εποχής, επιστημόνων και δημοσιογράφων, να αναλύσουμε πιο διεξοδικά όλα τα θέματα που αφορούν τον τρόπο δημιουργίας και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, την πορεία του προς την κυβέρνηση, το εξάμηνο της διαπραγμάτευσης, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, την περίοδο της αντιπολίτευσης έως και την εκλογική κατάρρευση, τη σχέση του κόμματος με την Ευρώπη, καθώς και τη σχέση του με τα ΜΜΕ. Οι συζητήσεις δεν θα βασίζονται σε εισηγήσεις αλλά σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων της Εποχής, των συνομιλητών μεταξύ τους και του ίδιου του κοινού. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι όλα τα ζητήματα μπορούν να τεθούν με ευθύ τρόπο αλλά πάντα στο πλαίσιο του αμοιβαίου σεβασμού. Έτσι, τίποτα δεν θα μπει κάτω από το χαλί, ούτε οι αντιπαραθέσεις ούτε τα πραγματικά γεγονότα.

Για τη σχέση κυβέρνησης και κόμματος ΣΥΡΙΖΑ
Η θητεία μου σε διαφορετικές θέσεις, του εκπροσώπου Τύπου, του υπουργού και του γραμματέα της ΚΕ, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μου έδωσε τη δυνατότητα να προσεγγίσω το θέμα των σχέσεων κόμματος και κυβέρνησης μέσα από διαφορετικές οπτικές.
Αν και ο ΣΥΡΙΖΑ πάντα κατανοούσε την αναγκαιότητα των προγραμματικών επεξεργασιών και προτάσεων, και ήδη είχε γίνει μια αξιόλογη προσπάθεια σε αρκετούς τομείς, είναι αλήθεια ότι οι επεξεργασίες του κόμματος δεν μπορούσαν να καλύψουν τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης. Γεγονός απόλυτα κατανοητό για ένα κόμμα με τα χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ που, μόλις πριν λίγα χρόνια από το 2015, είδε τη δύναμη του να εκτινάσσεται και μέχρι τότε λειτουργούσε με όρους μιας μικρής πολιτικής δύναμης. Παρόλο που μετά το 2012 είχε εντοπιστεί αυτό το έλλειμμα και σε επίπεδο στελεχών που θα αξιοποιούνταν σε κρίσιμες θέσεις, η προετοιμασία ήταν ανεπαρκής. Ωστόσο, τα τμήματα του κόμματος, οι προγραμματικές τους επεξεργασίες και οι σχέσεις των οργανώσεων μας με τα κινήματα, μικρά και μεγάλα, αποτελούσαν μια πολύτιμη παρακαταθήκη, μια πυξίδα και μια στρατηγική προσέγγιση σε διαφορά πεδία του κυβερνητικού έργου. Χωρίς εκείνες τις στρατηγικές – προγραμματικές κατευθύνσεις, πολλά από τα θετικά της διακυβέρνησης ίσως να μην είχαν επιτευχθεί.
Βεβαίως, το καθοριστικό ήταν πως ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε μέσα σε ένα ιδιαιτέρως ασφυκτικό πλαίσιο, το τρίτο μνημόνιο. Τα περιθώρια ήταν συγκεκριμένα, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούσαν τον πυρήνα των μνημονιακών πολιτικών: δημοσιονομική πολιτική, εργασιακά, ιδιωτικοποιήσεις, κ.λπ. Έτσι, μετά τον επώδυνο συμβιβασμό του καλοκαιριού του 2015 ήταν απολύτως λογικό η απογοήτευση και η αμηχανία να κυριεύσει τις οργανώσεις του κόμματος. Ήταν, πράγματι, ανυπέρβλητη η αντίφαση ανάμεσα στην εξαναγκαστική πολιτική του τρίτου μνημονίου και των προηγούμενων προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, όμως, είχε συνειδητοποιηθεί πως μέσα στο δεδομένο πλαίσιο δεν υπήρχε άλλος δρόμος και το ζήτημα ήταν πώς θα εφαρμόζαμε μια πολιτική που θα αξιοποιούσε τα οποία μικρά περιθώρια υπήρχαν και θα έκανε λιγότερο επώδυνες τις πολιτικές λιτότητας γι’ αυτούς που ήταν οι πιο αδύναμοι, ενώ ταυτόχρονα θα άνοιγε τον δρόμο για τη μεταμνημονιακη εποχή. Όλα αυτά τα συζητήσαμε με σχετική επάρκεια στο πρώτο συνέδριο της Νέας Αριστεράς, όχι όμως τότε, ούτε και αργότερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η οποιαδήποτε τέτοιου είδους συζήτηση συχνά ενοχοποιούνταν και εθεωρείτο υπονομευτική της κυβέρνησης. Έτσι, όμως, ο διακριτός και αναγκαίος ρόλος του κόμματος υπονομευόταν στην πράξη. Οι όποιες καλές πρακτικές ορισμένων υπουργών που βρισκόντουσαν σε επικοινωνία με τα αντίστοιχα τμήματα του κόμματος δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν τη μη συζήτηση στα όργανα του κόμματος και τις οργανώσεις, τουλάχιστον επί των κρίσιμων ζητημάτων.
Η πορεία της σχέσης κόμματος-κυβέρνησης ήταν μια πορεία απίσχνασης. Η σχέση του κόμματος, μετά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης, με τα κινήματα και την κοινωνία έπαψε να υφίσταται. Το κόμμα αποψιλωμένο από στελέχη, από τη στιγμή που ένας μεγάλος αριθμός είχε περάσει σε κρίσιμα κυβερνητικά πόστα, άρχισε να παρουσιάζει αρρυθμίες και να μην μπορεί να ανταποκριθεί στον αναγκαίο και διακριτό του ρόλο σε σχέση με την κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι πως, μέχρι τον Οκτώβριο του 2016, κάθε Δευτέρα συγκαλούταν άτυπη σύσκεψη ανάμεσα σε στελέχη του κόμματος και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη παρουσία του πρωθυπουργού, η οποία καταργήθηκε μετά το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ το 2016. Ο αρχηγισμός βάθυνε, οι κομματικές οργανώσεις αξιοποιούνταν ως ντεκόρ στις δημόσιες συγκεντρώσεις και το κόμμα αποτελματώθηκε. Οι διάφορες μεμονωμένες προσπάθειες δράσεων αποτελούσαν την εξαίρεση. Η συλλογική λειτουργιά υποχωρούσε διαρκώς. Έχω πλέον καταλήξει πως όλα αυτά αποτελούσαν μια συνειδητή επιλογή της ηγεσίας μας στο πλαίσιο μιας αντίληψης πως ένα κόμμα συλλογικής λειτουργίας και ευθύνης, παραγωγός ιδεών και προτάσεων, κινηματικής παρουσίας και δράσης, ήταν κάτι το ξεπερασμένο. Ο μεσσιανισμός, ο κυβερνητισμός πάντα εχθρεύονταν την έννοια του κόμματος ως συλλογικού διανοούμενου, χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι πως είχαμε κατακτήσει έναν τέτοιο χαρακτήρα για το τότε κόμμα μας και τον χάσαμε στην πορεία. Όλα αυτά που περιγράφω, παρότι αρκετοί τα βλέπαμε άλλα δεν καταφέραμε να τα αποτρέψουμε, ήταν η εισαγωγή για τις επιλογές της ρευστοποίησης του κόμματος που, σε συνδυασμό με την κεντρώα στροφή μετά το 2019 και την προγραμματική αμορφία, οδήγησαν στη χωρίς προηγούμενο κρίση του χώρου και στα όσα ευτράπελα και τραγικά ζήσαμε.
Συμπέρασμα: για μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει τεράστια σημασία να στηρίζεται σε και να επικοινωνεί με τον κόσμο, μέσα από ένα ανοιχτό, ζωντανό και γειωμένο κόμμα, να πιάνει τον σφυγμό της κοινωνίας, να την εγκαλεί και να την αφυπνίζει.
Δυστυχώς, οι επιλογές που έγιναν από την τότε ηγεσία ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση.
Πάνος Σκουρλέτης
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στον εκβιασμό του 2015
και τα εναλλακτικά «πραξικοπήματα»
Η συζήτηση γύρω από τις εναλλακτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευσή του με τους δανειστές το 2015 κατέχει κεντρική θέση στις ενδοαριστερές αντιπαραθέσεις και διαμορφώνει ή ακυρώνει τις δυνατότητες ευρύτερων συνεργασιών. Γι’ αυτό θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να σχολιάσω μερικές από τις βασικές παραδοχές επί του ζητήματος.
Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε προετοιμαστεί για σύγκρουση με την τρόικα. Βέβαια, δεν ήξερε ότι θα χρειαστεί να το κάνει γιατί δεν ήξερε αν θα κληθεί να κυβερνήσει και τι συνθήκες θα έβρισκε. Θα μπορούσε, ωστόσο, να έχει κάνει μια σχετική προετοιμασία. Ο Γιάνης Βαρουφάκης, βέβαια, είχε την ιδέα ότι μια έγκαιρη αναδιάρθρωση του χρέους συνέφερε τους Ευρωπαίους πιο πολύ από ένα «Grexit», ότι θα τους εξέθετε την ιδέα του για μια «win win» λύση και αυτοί θα αναγνώριζαν ότι έχει δίκιο. Ως γνωστόν, έπεσε έξω: οι δανειστές προτίμησαν την ωμή επιβολή από την ορθολογική επιλογή.
Δεν έμενε παρά η ρήξη, η οποία δεν σήμαινε τίποτε άλλο εκτός από έξοδο από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Βέβαια, δεν υπήρχε νομιμοποίηση για κάτι τέτοιο – θα ήταν «πραξικόπημα». Ο Βαρουφάκης διαβεβαίωνε τον ελληνικό λαό ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση για «Grexit», γιατί δεν το ήθελε κανείς. Ωστόσο, η απειλή του «Grexit» μπορούσε να χρησιμεύσει ως μπλόφα, όπως λέγαμε τότε. Η τρόικα όμως ήταν ενήμερη για την μπλόφα και ήταν προετοιμασμένη. Όχι από εσωτερική πληροφόρηση – ο Βαρουφάκης τους το είχε πει από την αρχή. Η βασική τακτική του ήταν γνωστή: προτιμούμε μια συμφωνία εντός της ευρωζώνης από ένα «Grexit», αλλά φοβόμαστε λιγότερο ένα «Grexit» από τη συνέχιση της χρεοδουλοπαροικίας. Δηλαδή, ούτε νομιμοποίηση είχε το «Grexit», ούτε σαν κρυφό διαπραγματευτικό χαρτί μπορούσε να λειτουργήσει, αφού δεν ήταν κρυφό.
Μια ιδέα που παρέμεινε «δωματίου»
Παρόλ’ αυτά, δεν μπορούσε η κυβέρνηση να συνεχίσει τη σύγκρουση με την τρόικα; Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Βαρουφάκη, ενώ ο ίδιος απέρριπτε παλιότερα την εισαγωγή διπλού νομίσματος, γιατί κόμματα και συμφέροντα θα ισχυρίζονταν ότι επρόκειτο για σχέδιο εξόδου από το ευρώ (σ.191), ή την πρώιμη επιβολή capital controls, γιατί «ο λαός θα πάθαινε σύγχυση» (σ.190), πρότεινε να αντιμετωπιστεί το κλείσιμο των τραπεζών με τη δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος πληρωμών με τη βοήθεια του Taxis, χωρίς φόβο για όλα τα παραπάνω ή για την απροθυμία πολιτών και επιχειρήσεων να συνεργάζονται σε αυτό το σύστημα ενόψει των εκλογών που θα ήταν αναπόφευκτες. Πίστευε δε ότι αρκούσαν μερικές βδομάδες λειτουργίας του νέου συστήματος, μέχρι να πειστούν Μέρκελ και Ντράγκι ότι «δεν μασάνε οι Έλληνες» (σ.743). Πρόκειται για πολύ αισιόδοξη πρόβλεψη, ενώ η επιθετικότητα των πιστωτών κλιμακώνονταν και η υπομονή του ελληνικού λαού εξαντλούταν. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η καλή ιδέα, όταν συνάντησε τις πρώτες σκέψεις για τις δυνατότητες του ελληνικού δημοσίου για τέτοια επιτελικά θαύματα, παρέμεινε ιδέα δωματίου. Ακόμα και αν η κυβέρνηση σταματούσε να πληρώνει νωρίτερα τις δόσεις, δεν θα άλλαζε ουσιωδώς κάτι, ούτε αν επιμήκυνε τη σύγκρουση μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Χωρίς λεφτά, απλώς θα υπέκυπτε αργά ή γρήγορα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε αφελής ως προς τον συσχετισμό δυνάμεων, προσπάθησε και απέτυχε. Δεν κορόιδευε όταν έλεγε ότι θα συγκρουστεί με την τρόικα και «θα σκίσει τα μνημόνια», ούτε όταν αργότερα έλεγε ότι δεν είχε υπολογίσει ότι κανείς δεν θα τον στήριζε ουσιωδώς. Μοιραζόταν την ελπίδα που ευαγγελιζόταν, το wishful thinking που μας διακατέχει.
Πολιτική απόφαση, όχι προδοσία
Η παραίτηση της κυβέρνησης πριν υπογράψει μνημόνιο θα ήταν εξίσου ομολογία αποτυχίας και θα αποδεικνυόταν ότι «δεν κάνουν οι άνθρωποι». Ούτε θα μπορούσαν να υπογράψουν οι άλλοι το τρίτο μνημόνιο, αφού δεν έφταναν οι βουλευτές. Η χώρα θα πήγαινε σε εκλογές που ο ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα θα έχανε πανηγυρικά για να μπορέσει μια άλλη πλειοψηφία να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Η παράδοση της χώρας ξανά στον δικομματισμό πιθανότατα μπορεί να εκληφθεί και αυτή ως «πραξικόπημα».
Ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ προκήρυσσε εκλογές με πρόγραμμα το «Grexit», οι διαβεβαιώσεις ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα ύστερα από μια νέα επιδείνωση, δεν φαντάζουν πολύ θελκτικές. Στο «Παράρτημα» για την ελληνική έκδοση του βιβλίου του ο Βαρουφάκης εισηγείται κάποια σενάρια εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας μετά από ενδεχόμενο «Grexit»: αισιόδοξα το ΑΕΠ θα έπεφτε κατά 6%, απαισιόδοξα κατά 13,5%, αν και αστάθμητοι παράγοντες μπορούσαν να αλλάξουν αυτό το ποσοστό. Υπήρχε ποτέ περίπτωση να πειστεί ένα 30%-40% του ελληνικού πληθυσμού να δεχτεί να υπομείνει υποτίμηση του νομίσματος, κατάρρευση τραπεζών, χρεοκοπία πολλών επιχειρήσεων, αναταραχή τιμών, πληθωρισμό, περαιτέρω πίεση στα λαϊκά εισοδήματα, ελλείψεις σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα, με την υπόσχεση καλύτερων ημερών, ύστερα από τις ακόμα χειρότερες; Ή μήπως θα υποχωρούσε η συλλογική ανασφάλεια με την οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη η ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς;
Η επιστροφή στη δραχμή θα είχε αρχικά οδυνηρές συνέπειες με άδηλο αποτέλεσμα, όπως φαίνεται και από τα γραπτά του Λαπαβίτσα. Η κυβέρνηση τα στάθμισε και αποφάσισε. Ήταν μια πολιτική απόφαση, όχι προδοσία. Προδοσία, άλλωστε, θα μπορούσε να αποκληθεί και οτιδήποτε άλλο αποφάσιζε, ειδικά αν δεν είχε καλό αποτέλεσμα σε άμεσο χρόνο – που δεν θα είχε. Το όποιο εναλλακτικό σχέδιο δεν θα προλάβαινε να πετύχει, πιθανότατα θα μας προλάβαινε ο εκλογικός κύκλος (ως προς αυτό δες και τα σχετικά σενάρια που αναπτύσσει ο Έρικ Όλιν Ράιτ στις Ρεαλιστικές Ουτοπίες).
Η επιλογή του μνημονίου
Η επιλογή της ηγεσίας να μη συγκληθεί η ΚΕ πριν υπογραφεί το μνημόνιο ήταν αναμφίβολα αντιδημοκρατική. Η ΚΕ είχε δικαίωμα να μιλήσει και να αποφασίσει. Δεν ξέρω, βέβαια, αν οι δυσμενείς επιλογές που είχε μπροστά του ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσαν να αλλάξουν…
Η επιλογή του μνημονίου ήταν σε σχέση με τις προεκλογικές εξαγγελίες «πραξικόπημα». Όπως θα ήταν και το «Grexit» ή η επάνοδος του δικομματισμού. Φυσικά και οι συνέπειες ήταν οδυνηρές για την υπόθεση της Αριστεράς, αλλά αν δεν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ 2015 και 2019 η κατάσταση θα ήταν χειρότερη για την κοινωνία.
Οι πιθανότητες μια μικρή χώρα να νικήσει τον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό συγκέντρωνε πολύ λίγες πιθανότητες, ειδικά αν δούμε πώς φέρθηκε η ΕΕ στη Μεγάλη Βρετανία μετά το «Brexit». Είναι λάθος να υποτιμά κανείς την πολιτική βούληση, αλλά δεν είναι λιγότερο λάθος να υποτιμά τα εμπόδια που αυτή βρίσκει στο διάβα της. Είναι λάθος να μην ασκείται αυστηρή κριτική σε επιλογές που είχαν αρνητικά αποτελέσματα, είναι εξίσου λάθος να θεωρούμε ότι οι πολιτικοί που τις έκαναν μεταστράφηκαν σε 24 ώρες από αριστερούς σε νεοφιλελεύθερους, ή να προσπαθούμε εκ των υστέρων να βρούμε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ήταν νεοφιλελεύθεροι από πάντα – αλλά δεν το είχαμε καταλάβει!
Δημήτρης Παπανικολόπουλος




![Πώς ακριβώς θα μπορούσε να μας σκοτώσει η τεχνητή νοημοσύνη; [Μέρος Α΄]](https://epohi.gr/wp-content/uploads/2026/10/σ.-30-31-ιδέες.jpeg)
