Εν αρχή ην η Αυγή και το Φως, 1988. Καθόταν στο απέναντι γραφείο και σιωπηλός τις διάβαζε εξονυχιστικά κάθε πρωί. «Billie, μα γιατί διαβάζεις μέχρι και τις ειδήσεις για τις άσχετες ομάδες της Β´ Εθνικής;» «Εσύ δεν καταλαβαίνεις, George, είσαι Αγγλοσάξονας, κοινώς θετικιστής». «Μα έχει σημασία ο Παναργειακός;» «Και όμως, έχει».
Οι πρώτοι φοιτητές μπήκαν στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης το 1987. Βήμα βήμα θα έπρεπε να χτιστεί ένα πρόγραμμα σπουδών –αξιόπιστο, συγκροτημένο, πλουραλιστικό, με όλα τα ρεύματα της οικονομικής επιστήμης–, να εισαχθεί ο θεσμός των σεμιναρίων και των φοιτητικών εργασιών, να βρεθούν οι άνθρωποι που θα το υπηρετήσουν, να προετοιμαστούν τα μεταπτυχιακά, αλλά όχι βιαστικά –όχι πριν ωριμάσει το προπτυχιακό–, να κινηθεί η ερευνητική δραστηριότητα, να ξεκινήσουν οι διεθνείς διασυνδέσεις, αρχικά με τις ευρωπαϊκές επιστημονικές ενώσεις της ειδικότητας του καθενός και όταν ωριμάσουν τα πράγματα να γίνει ο τόπος διεθνών συνεδρίων. Αυτή ήταν η πρώτη δεκαετία στα Περιβόλια. Όταν μετακόμισε το Πανεπιστήμιο στο Γάλλο, τη δεύτερη πλέον δεκαετία, το Τμήμα βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη. Και στην αφετηρία, όπως πάντα και παντού, είναι οι άνθρωποι. Η πρώτη πεντάδα εκ των πραγμάτων σφράγισε την πορεία των επόμενων 20 χρόνων (Ξεπαπαδέας, Ζανιάς, Παπαδόπουλος, Καρδάσης, Σταθάκης).
Αναμφίβολα το Πανεπιστήμιο Κρήτης ήταν τότε σε ιδανικό σημείο. Η πρυτανεία Γραμματικάκη σήμαινε ελευθερία, δημοκρατία, πλουραλισμό, εξωστρέφεια, ανοιχτό πανεπιστήμιο, φιλικό στην τοπική κοινωνία, φιλόδοξοι σχεδιασμοί, αξιοποίηση όλων των ανθρώπων χωρίς αποκλεισμούς, στήριξη των ανθρώπων –του επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού (το περίφημο ασφαλιστικό ζήτημα)–, με το Πανεπιστήμιο να διαπρέπει ερευνητικά, με διπλασιασμό των χρημάτων που προσέλκυε ανά πενταετία. Σε αυτό το πανεπιστήμιο βρεθήκαμε, εμπνευστήκαμε, και δουλέψαμε.
Ο Βασίλης συμμετείχε παντού. Είχε συνδικαλιστική συμμετοχή μέσω του Ενιαίου Φορέα Διδασκόντων της Σχολής. Συμμετείχε στην Επιτροπή Ερευνών, σε αρκετές θητείες. Φέραμε την ιδέα των ορκωτών λογιστών που σε ετήσια βάση θα έλεγχαν τα οικονομικά της Επιτροπής Ερευνών. Ανέλαβε τις δύσκολες δουλειές επί πρυτανείας Γραμματικάκη και μετά επί Νικολάου – ανάμεσα στα άλλα και τη συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση του προσωπικού. Θήτευσε αντιπρόεδρος της Επιτροπής. Και το 2012 έγινε αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου επί πρυτανείας Στεφάνου.
Αυτό φυσικά ήταν το πανεπιστήμιο της μεγάλης μεταρρύθμισης που έφερε ο Νόμος Πλαίσιο του ΠΑΣΟΚ το 1982. Ο νόμος κατήργησε την έδρα και ευθυγράμμισε τη δομή και τη διοίκηση των ελληνικών πανεπιστημίων με τον ευρωπαϊκό και διεθνή βηματισμό: αυτοδιοίκητα πανεπιστήμια, αυτόνομα τμήματα, αυτοδύναμη διδασκαλία. Μόνο που γρήγορα αυτό έγινε «σάκος του μποξ» για όσους φλέρταραν με την έννοια του «πολιτικού ελέγχου των πανεπιστημίων» και με τα ιδιωτικά κολέγια: Κοντογιαννόπουλος, Σουφλιάς, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, τώρα πια Κεραμέως, και ο «αντισυνταγματικός» Πιερακάκης. Να καταργηθεί, λοιπόν, το αυτοδιοίκητο (η σύγκλητος) και να ελεγχθεί η εκλογή της πρυτανείας (η τραγελαφική εικόνα των 11 μελών με 5 εξωτερικούς που εκλέγουν πρύτανη, αντί των εκατοντάδων μελών ΔΕΠ). Μετά, η εκλογή των καθηγητών (διαδοχικές αλλαγές στη σύνθεση των εκλεκτορικών σωμάτων) και η αυτοδύναμη διδασκαλία (ο κοσμήτορας εγκρίνει το περιεχόμενο διδασκαλίας ενός καθηγητή, όπως προέβλεπε ο νόμος Διαμαντοπούλου). Η «τραμπική φαντασίωση» σε πρόωρη ελληνική εκδοχή. Και στις διαδοχικές μάχες των πανεπιστημίων και των πανεπιστημιακών ο Καρδάσης ήταν πάντα παρών και στην πρώτη γραμμή.
Ο Βασίλης ήταν καταπληκτικός δάσκαλος με γεμάτα αμφιθέατρα. Επί 35 χρόνια έμπαινε στο πρώτο εξάμηνο του πρώτου έτους κάθε χρόνο με την ίδια ένταση και πάθος, για να επαναλάβει τη γνωστή του ρήση: «Ξεχάστε ό,τι ξέρετε για την ιστορία». Ο επίπονος δρόμος της οικονομικής ιστορίας μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση όχι μόνο των οικονομιών του χθες, αλλά και των οικονομιών του σήμερα. Όλα ξεκινούσαν από το μηδέν, από ένα φοιτητικό κοινό που αγνοούσε πότε έγινε και τι ήταν η «βιομηχανική επανάσταση», ή γιατί υπάρχει «κράτος που προσφέρει υπηρεσίες εκπαίδευσης, υγείας και έχει μόνιμη δημόσια διοίκηση», ή «γιατί οι γυναίκες ακόμα διεκδικούν ίση αμοιβή για ίση εργασία». Αλλά πίστευε στην ακαταμάχητη γοητεία της ιστορικής παιδείας, και ότι απλά πρέπει να αποδομήσουμε την εθνοκεντρική, ιδεολογική και ιμπεριαλιστική χρήση της ιστορίας στο σήμερα.
Τα σεμινάριά του ήταν παροιμιώδη. Ένα ιστορικό θέμα, διαφορετικό κάθε φορά. Από τη Σύρο του 19ου αιώνα μέχρι τις παροικιακές κοινότητες των Ελλήνων, ο Πειραιάς, οι περιφράξεις στην Αγγλία, η κρίση του 1929, κ.ο.κ. Είναι γεγονός ότι οι φοιτητές/τριες, όταν είχαν σεμινάριο Καρδάση, παραμελούσαν τα υπόλοιπα μαθήματα. «Γράφω Καρδάση αυτό το εξάμηνο, δεν έχω χρόνο», ήταν η κοινότυπη ρήση.
Δεκάδες φοιτητές και φοιτήτριες «έμαθαν γράμματα» από τον Καρδάση και τον τιμούν με την αγάπη και την ευγνωμοσύνη τους μέχρι σήμερα. Διότι έμαθαν πρωτίστως μεθοδολογία: πώς ψάχνουμε, δουλεύουμε και τεκμηριώνουμε ένα θέμα, πώς αναζητούμε τις ιστορικές διαστρωματώσεις, τις πρακτικές που εκπορεύονται από δομές, πώς γίνονται οι αλλαγές με συνέχειες και ασυνέχειες, οι τομές και οι ρήξεις. Συναντάω παντού φοιτητές στις τράπεζες, σε ιδρύματα, σε επιχειρήσεις που μου μιλούν ακόμα για τα σεμινάριά του.
Πήγαμε για ένα διάστημα στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ, μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, όπου ο Καρδάσης διετέλεσε αντιπρόεδρος, και ασχολήθηκε με την αγαπημένη του Δημητσάνα (το εργαστήριο με το νερόμυλο παραγωγής πυρίτιδας στην προεπαναστατική Ελλάδα) και άλλα μουσεία της βιομηχανικής αρχαιολογίας. Διαμορφώσαμε ένα φιλόδοξο σχέδιο έρευνας γύρω από επίμαχα θέματα της βιομηχανικής αρχαιολογίας, με ανάδειξη πολλών μουσείων. Το εξαγγείλαμε δημόσια, με πολύ μεγάλη θετική προβολή. Αποδείχτηκε κακή τακτική. Η εικόνα πνίγει το περιεχόμενο. Μας διαμήνυσαν ότι «είναι σαν να έγιναν».
Ως πρόεδρος του Ανοικτού Πανεπιστημίου έκανε μεγάλες τομές και αναπόφευκτα συγκρούστηκε. Άνοιξε το διδακτικό προσωπικό στη «γενιά της κρίσης», που βρέθηκε με τα διδακτορικά και την ερευνητική δουλειά της σε αναμονή, εκτός Πανεπιστημίων, καθώς δεν προκηρύσσονταν θέσεις. Ίδρυσε νέα μεταπτυχιακά. Ίδρυσε εκδοτικό οίκο (όπως το Open University, και φυσικά τις δικές μας Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Έστρεψε πόρους και δραστηριότητες στους ίδιους τους φοιτητές του Πανεπιστημίου. Συγκέντρωσε ένα επιστημονικό δυναμικό με όραμα και προοπτική. Θεώρησε ότι οι υποδομές του Πανεπιστημίου θα έπρεπε να επεκταθούν σε όλες τις βασικές πόλεις. Και ο πόλεμος έγινε καθολικός. Είτε διότι κάποιοι απασχολούμενοι πανεπιστημιακοί καθηγητές έχασαν επιμίσθια (με δημοσιευμένα επικριτικά άρθρα, ακόμα και αριστερών καθηγητών), είτε γιατί κάποιες δομές έλεγχαν επιμέρους δραστηριότητες, είτε διότι η φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου γνώριζε μια ριζική και βαθιά ανανέωση.
Είχε δίκιο. Η Σία Αναγνωστοπούλου δημοσιοποίησε τη σατιρική εκμυστήρευση του Καρδάση (μόνο με συνεχή σάτιρα επικοινωνούσε έτσι και αλλιώς), ότι πρέπει να κάνουμε όσο πιο πολλά μπορούμε τώρα, διότι με την αριστερή διακυβέρνηση «ζούμε την Άνοιξη της Πράγας» και «μετά θα έρθουν τα τανκς». Και ήρθαν. Η πολιτική της υπουργού Παιδείας Κεραμέως και του νέου προέδρου Ζώρα. Έκλεισαν πρώτα από όλα τον εκδοτικό οίκο (για την καταπληκτική ιστορία των εκδόσεων δες την ανάρτηση του Στρατή Μπουρνάζου) και ακύρωσαν όλες τις αλλαγές.
Εκεί τελειώνει η συμβατική καταγραφή του Βασίλη Καρδάση. Μόνο που όλοι εμείς, οι ομότεχνοι ήμασταν μέρος του μισού του βίου. Ο άλλος μισός ήταν αλλού. Ο Καρδάσης είχε φίλους εκτός πανεπιστημίου. Είχε δεσμούς με πολλούς ανθρώπους που ακολουθούσαν πολύ διαφορετικές ατραπούς. Ζούσε σε κόσμους και διαδρομές αφύσικους για έναν κλασικό πανεπιστημιακό. Ήταν η Δημητσάνα και η Αρκαδία. Η προεκλογική καμπάνια του επί Μπανιά, με το τραγικό εκλογικό αποτέλεσμα, την ιστορία της οποίας τον έβαζα να μου λέει ξανά και ξανά. Ήταν οι φίλοι του από το Μπραχάμι που άκουγα δεκάδες ιστορίες, μαζί και για τους Κατσιμιχαίους. Ήταν η εμμονή του με το ρεμπέτικο, τις προσλήψεις και τις ανακατασκευές τους. Ήταν ο «Θρύλος» που δεν σήμαινε μόνο οπαδισμό και ιστοριογραφία, αλλά ανθρώπους από κάθε μορφή ζώσας τοπικής κοινωνίας. Ήταν η Κυψέλη και αργότερα η Λυκόβρυση, και τα κοινωνικά του δίκτυα.
Υπήρχε ένα παράλληλο σύμπαν, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό, ξένο και απόκρυφο για μας, ένας κόσμος που του ανήκε, τον είχε κτίσει με επιμονή και προσπάθεια. Και κάθε φορά που μας άφηνε μια μικρή χαραμάδα να δούμε αυτό τον κόσμο του το έκανε ως να ήταν χάρη, μία στιγμιαία πράξη παραχώρησης.
Για την ακρίβεια αυτός ο κόσμος τον ενέπνευσε, επιδρούσε εν πολλοίς στο αξιοθαύμαστο ερευνητικό έργο του. Λίγο καιρό μετά την πτώση του Τείχους θα έφευγε για την Οδησσό και τη Μαριούπολη. Σε αναζήτηση αρχείων και των μεγάλων καθηγητών της Ιστορίας που βρίσκονταν στο τέλος της καριέρας τους, ζώντας πλέον σε συνθήκες απίστευτης και αναξιοπρεπούς φτώχιας. Ήταν κάθε φορά μία νέα ιδέα για έρευνα, μία στο Ελληνικό Ινστιτούτο στη Βενετία, μία στα πεταμένα αρχεία του Ολυμπιακού, μία την επόμενη στιγμή για τα κείμενα των περιηγητών (τους λάτρευε του περιηγητές) στην Αρκαδία. Η έρευνα τελικά ήταν η απόλυτη αγάπη του Καρδάση και αυτό έκανε συνεχώς, αδιάκοπα, ανεξάντλητα μέχρι το τέλος. Η έρευνα του, υποδειγματική. Και ο κατάλογος δημοσιεύσεων των βιβλίων του, επίσης. Διαδοχικές γενιές φοιτητών έγιναν μύστες της ερευνητικής του δραστηριότητας και αρκετοί ακολούθησαν το δρόμο αυτό.
Μόνο που ο Καρδάσης συνέπεσε με το τέλος εποχής του πανεπιστημίου που τόσο τίμησε, για το οποίο πάλεψε, το οποίο υπηρέτησε με τόση αξιοσύνη. Και το οποίο τον αντάμειψε από κάθε άποψη με τους ρόλους που ανέλαβε σε αυτό. Το πανεπιστήμιο τελικά δοκιμάζεται, φαίνεται ως να μην αντέχει την πολύχρονη επίθεση που δέχεται. Η προχθεσινή εικόνα του πρωθυπουργού με τους πρυτάνεις ήταν «μία εικόνα, χίλιες λέξεις».
Όταν τελείωσα από τα πολιτικά το 2019, ο Billie ήταν απόλυτος: «Μη γυρίσεις στο Τμήμα George, πάρε άδεια μέχρι τη σύνταξή σου». Το Πανεπιστήμιο και το Τμήμα που άφησες δεν υπάρχουν πια. Και δεν γύρισα. Ο Βασίλης Καρδάσης έμεινε. Και πρακτικά εκδιώχθηκε. Ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή δεν τέθηκε καν προς συζήτηση. Το Τμήμα που ίδρυσε και υπηρέτησε επί 35 χρόνια αρνήθηκε να συζητήσει καν το ενδεχόμενο να του δοθεί ο τίτλος – Ουάου!!! που λένε και στο χωριό μου. Τελικά οι συντηρητικοί είναι πιο φοβικοί από ό,τι φανταζόμαστε.
Όντως οι καιροί αλλάζουν. Μόνο που η Ιστορία, όπως θα έλεγε ο Καρδάσης, δεν γυρίζει πίσω. Την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τις δημοκρατικές επαναστάσεις, ακολούθησαν πάντα περίοδοι συντηρητικών αναδιπλώσεων, περίοδοι αντιμεταρρυθμίσεων, εξάρσεις της απολυταρχίας. Μα, ποιος θυμάται τους «αντί»… Το ίδιο ισχύει και στο δοκιμαζόμενο πανεπιστήμιο σήμερα. Τους «Καρδάσηδες» και τους «Γραμματικάκηδες» θα θυμάται ο κόσμος, διότι η γνώση, η μόρφωση, και η αξιοσύνη δεν έχουν ανταγωνιστή, όσοι συντηρητικοί και αντιδραστικοί και να καταλάβουν τις ίδιες θέσεις. Διότι αναπόφευκτα περιχαρακώνουν το πανεπιστήμιο, το κάνουν προπύργιο των τεχνικών έναντι των ιδεών, της εφαρμοσιμότητας έναντι της βασικής θεωρίας, της χρησιμότητας έναντι των ανοικτών οριζόντων. Οι δύο κόσμοι συγκρούονται αιώνες τώρα, σίγουρα τους δύο τελευταίους. Και η γενναιοδωρία δυστυχώς παραμένει αποκλειστικό προνόμιο των προοδευτικών. Μαζί και η επιστημονική πρόοδος.
Ο Billie μάς άφησε πολύ πρόωρα. Και είμαι βέβαιος ότι δεν θα ήθελε να μιλήσουμε γι’ αυτόν. Διότι τελικά πώς να μιλήσεις για έναν άνθρωπο παθιασμένο με τη ζωή, ανεξάντλητο, εκρηκτικό, δημιουργικό, μεθοδικό, χαμαιλέοντα των «σοβαροφανών» καταστάσεων, άνθρωπο της μακράς πνοής και ταυτόχρονα της καθημερινής λεπτομέρειας, λάτρη της κάθε εκδοχής του καθημερινού βίου, της βεβαιότητας, της άρνησης, της απορίας, άνθρωπο της δράσης, ανεξάντλητο, πολυπράγμονα, ευρυμαθή, πολιτικοποιημένο στο έπακρο, εμμονικό με τη διδασκαλία, επίπονο και διαρκή ερευνητή.
Ας με συγχωρέσει, λοιπόν, για την παρεκτροπή. Επί 30 χρόνια είχαμε κοινό πανεπιστημιακό βίο, μια ευθυγραμμισμένη κοινή πορεία, κοινές πολιτικές μάχες, ακαδημαϊκές αναζητήσεις, αναμφίβολες κακοδαιμονίες, ακλόνητη φιλία, απίστευτες ταυτίσεις, θορυβώδεις εξομολογήσεις, βουβές μεταπτώσεις. Και η μνήμη είναι πάντα ατελής.





