Νίκος Κουραχάνης «Στέγαση και παιδική προστασία. Η ψευδεπίγραφη αποϊδρυματοποίηση», εκδόσεις: Τόπος, 2025
Αν το επίπεδο του πολιτισμού μιας κοινωνίας κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα ευάλωτα μέλη της και από τις πολιτικές ένταξης που διαθέτει –ή δεν διαθέτει– οι πολιτικές για την παιδική προστασία θεωρούνται μία από τις βασικότερες. Διότι τούτες οι πολιτικές κρίνουν αναμφισβήτητα και το επίπεδο της δημοκρατίας – τη δυνατότητα ή την αδυνατότητα της πρόσβασης δηλαδή, ή του αποκλεισμού, από νωρίς, κάθε μέλους του κοινωνικού σώματος σε ευκαιρίες καθοριστικές για την πορεία του βίου του.
Αν το στεγαστικό, στις μέρες μας, είναι αυταπόδεικτα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των νοικοκυριών των από κάτω, στην περίπτωση της ύπαρξης ανηλίκων το πρόβλημα μεγιστοποιείται. Τα παιδιά που στερούνται τη στέγη και, πολύ περισσότερο, εκείνα που στερούνται και τη γονική προστασία, βρίσκονται μπροστά σε πεπαλαιωμένες μορφές στήριξης: στην Ελλάδα, η μέριμνα περνά μέσα από τα ιδρύματα. Με όλα τα συμπαρομαρτούντα: με την παρουσία των δήθεν «ευεργετών», από την εκκλησία έως τους βαθύπλουτους «φιλάνθρωπους», απομειώνεται η δυναμική παρουσία του κράτους, καταφανώς ηθελημένα. Έτσι, οι πολιτικές είναι μόνο κατά περίπτωση. Φυσικά, οι αντιδραστικές, εξουσιαστικές ή και κακοποιητικές συμπεριφορές δεν αποκλείονται.
Το βιβλίο του Νίκου Κουραχάνη Στέγαση και παιδική προστασία – Η ψευδεπίγραφη αποϊδρυματοποίηση έρχεται να φωτίσει τούτο ακριβώς το μείζον κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα. Και να καταδείξει τα ελλείμματα της κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόζεται στο πεδίο. Με την εναλλακτική φροντίδα σχεδόν να απουσιάζει, «η ιδρυματοποίηση, ως κυρίαρχη μορφή στέγασης και παιδικής προστασίας, αποδεικνύεται ανεπαρκής, κακοποιητική και αποσταθεροποιητική», λέει ο συγγραφέας. Και συνεχίζει: «Επιπλέον, η έλλειψη ενός ενιαίου πλαισίου προδιαγραφών και η απουσία κώδικα δεοντολογίας για τα ιδρύματα δημιουργούν ανομοιογένειες στη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βιώνουν σημαντικές αποκλίσεις στις συνθήκες διαβίωσης, την ποιότητα της φροντίδας και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες».
Παρά δε την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, με τη θέσπιση του Ν. 4538/2018 για την προώθηση εναλλακτικών μορφών φροντίδας –αναδοχή, τεκνοθεσία– η ριζική αναδιάρθρωση υπονομεύτηκε από την υποχρηματοδότηση, την υποστελέχωση και την απροθυμία του κράτους για τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών.
Το αυτό περίπου συνέβη και με την ημιαυτόνομη διαβίωση. Η κοινωνική πολιτική, αναπόσπαστο και σημαντικότατο κομμάτι της οποίας είναι η ευημερία των ανηλίκων, στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο υποχωρεί ούτως ή άλλως ραγδαία.
Εδώ, αν συνυπολογιστεί η γεωγραφική ανισότητα, που δεν δίνει ανάλογες ευκαιρίες στα παιδιά των μεγάλων αστικών κέντρων και της περιφέρειας, η κατάσταση περιπλέκεται. Και δυσκολεύει. Η δε, προσφιλής στους καιρούς μας, «αριστεία» υπεισέρχεται κι εδώ: «…η επιλογή των εφήβων», γράφει ο Κουραχάνης, «που εντάσσονται στις δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης, συχνά ακολουθεί μια φιλοσοφία βασισμένη στη θεωρία της “αφρόκρεμας” (Anderson et al., 1993). Στο περιορισμένο εύρος των θέσεων στεγαστικής φιλοξενίας, επιλέγονται οι πιο λειτουργικοί και συνεργάσιμοι νέοι από τη δεξαμενή των ευάλωτων ανηλίκων». Και τούτος ο έμμεσος αποκλεισμός ενισχύει περαιτέρω «την ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων εντός μιας πληθυσμιακής ομάδας που ήδη φέρει συσσωρευμένες τραυματικές εμπειρίες και έντονα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας».
Στην Ελλάδα του (ακρο)φιλελευθερισμού του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν κάθε κοινωνική μέριμνα υπάρχει μοναχά για λόγους επικοινωνίας-διαφήμισης, οι αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις δεν είναι απλώς μια συστημική ανεπάρκεια. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή. Το «κενό» της οποίας πιθανότατα θα καλύψει η «ιδιωτική πρωτοβουλία», προφανώς με το αζημίωτο, στην οποία, κατά το σύνηθες, θα περιέλθουν κάποια κρατικά ή κοινοτικά κονδύλια.
Έτσι, «η απουσία ενός ολόκληρου μηχανισμού παρακολούθησης της πορείας των νέων μετά την έξοδό τους από τις δομές, εντείνει τον κίνδυνο κοινωνικής και στεγαστικής επισφάλειας». Και «η προοπτική διάπλασης ενός χειραφετημένου σχεδίου ζωής, απαλλαγμένου από υλικές και πνευματικές στερήσεις, παραμένει μια ανεδαφική εικόνα», λέει ο Κουραχάνης.
Αλλά η πρόκληση, και κυρίως η υποχρέωση της πολιτείας, να δοθεί η ευκαιρία για μια αξιοβίωτη ζωή στους ευάλωτους ανηλίκους, θα παραμένει ανοιχτή. Γιατί όπως και ο συγγραφέας τονίζει, μόνο «αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα».





