Γιώργος Μελιγγώνης: «Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι αν ο κ. Σαμαράς θα κόψει από τη ΝΔ»

Το πολιτικό σκηνικό δείχνει να μπαίνει σε μια νέα, πιο ρευστή φάση, με την κυβέρνηση να μετράει εμφανείς φθορές και τα ρήγματα στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης να πληθαίνουν. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο δημοσιογράφος Γιώργος Μελιγγώνης μιλάει στην «Εποχή» και καταθέτει τη δική του, αιχμηρή ανάγνωση για όσα διαδραματίζονται μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Από τη φημολογούμενη επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά και τα μηνύματα που στέλνουν συγκεκριμένα επιχειρηματικά κέντρα στο Μέγαρο Μαξίμου, μέχρι τον εκλογικό πανικό των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στην Ακροδεξιά, Κυρίως, όμως, θέτει τα δικά του ερωτήματα για τη στάση της ίδιας της κοινωνίας: για το πώς η κυβέρνηση καταφέρνει να συγκροτεί ένα συμπαγές ακροατήριο που προτιμά τη στασιμότητα, την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια συχνά μετατρέπεται σε παραίτηση αντί για διεκδίκηση.

Εκδήλωση για την Ημέρα της Ευρώπης στο Ζάππειο Μέγαρο παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Τρίτη 9 Μαΐου 2023 (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Να ξεκινήσουμε από τον Αντώνη Σαμαρά. Είναι τελικά τόσο σημαντική για το δεξιό ημισφαίριο αυτή η πολυαναμενόμενη επανεμφάνισή του και ποιος είναι ο πραγματικός του στόχος; Μιλάμε για προσωπική βεντέτα με το Μαξίμου και πόσο δυνατοί είναι οι φόβοι του Μητσοτάκη για διαρροή στελεχών και ψηφοφόρων; Έχει τέτοια δυναμική, ή επιχειρεί να κρατήσει σε ομηρία την κυβέρνηση στα εθνικά και να στρώσει το έδαφος για έναν νέο «καθαρόαιμο» δεξιό πόλο την επόμενη μέρα;

Ο Σαμαράς δεν είναι τυχαίος. Εκλέγεται βουλευτής από το ’77, μιλάει με το «σύστημα», έχει «πυρήνες» και δίκτυα ψηφοφόρων και κομματαρχών σε όλη τη χώρα. Αν και ως αρχηγός, δεν υπήρξε ποτέ «κομματάρχης του 40%», μπορεί σίγουρα να κάνει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία. Και το θέλει, διότι η αναμενόμενη κάθοδός του στον εκλογικό στίβο έχει οπωσδήποτε και χαρακτηριστικά βεντέτας. Εξάλλου, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ποσοστά για τη ΝΔ που πόρρω απέχουν από το 41% του 2023, αρκετοί/ες πολιτευτές/τριες αλλά και νυν βουλευτές/τριες σε εξαιρετικά ανταγωνιστικές περιφέρειες, σίγουρα θα μπουν στον πειρασμό να σκεφτούν ποιο «όχημα» θα τους διασφαλίσει την προσωπική πολιτική και κοινοβουλευτική επιβίωση. Για παράδειγμα, ένας βουλευτής της ΝΔ σε μία πολυεδρική περιφέρεια που γνωρίζει ότι έρχεται τρίτος ή τέταρτος μεταξύ των νεοδημοκρατών υποψηφίων, οπωσδήποτε θα μπει στον πειρασμό να σκεφτεί αν μπορεί ευκολότερα να επανεκλεγεί ως πρώτος σε σταυρούς στο ψηφοδέλτιο ενός μικρού κόμματος Σαμαρά, αντί για τελευταίος και καταϊδρωμένος σε ένα «βαρύ» ψηφοδέλτιο της ΝΔ.

Πίσω από τη ρήξη με τον Σαμαρά και αυτή την ξαφνική μιντιακή προβολή διαφόρων δεξιών και ακροδεξιών σχηματισμών, πολλοί βλέπουν τη δυσαρέσκεια συγκεκριμένων επιχειρηματικών ελίτ απέναντι στο σύστημα του Μαξίμου. Τελικά, οι τριγμοί στη Δεξιά είναι αποκλειστικά ιδεολογικοί; Ή μήπως έχουμε μπροστά μας έναν παρασκηνιακό πόλεμο συμφερόντων που δοκιμάζει τις αντοχές της κυβέρνησης;

Έπειτα από 7,5 χρόνια ασφυκτικά πρωθυπουργοκεντρικής διακυβέρνησης, απροσχημάτιστη δημιουργία νέων επιχειρηματικών «τζακιών» με δημόσιο και κοινοτικό χρήμα (τα οποία τζάκια τού ανταποδίδουν με επενδύσεις σε ΜΜΕ που στηρίζουν ανυπερθέτως την κυβέρνηση…), απευθείας αναθέσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ και συνειδητές κυβερνητικές «προτιμήσεις» σε συγκεκριμένα επιχειρηματικά projects σε βάρος άλλων, είναι απολύτως εύλογο να έχουν δημιουργηθεί ρήγματα στην επιχειρηματική ελίτ. Τούτων δοθέντων, μεγάλοι επιχειρηματίες και μέρος της «ελίτ» στέλνουν μηνύματα στον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι «δεν έχει το μαχαίρι και το πεπόνι» και πως μπορούν να τον πλήξουν προβάλλοντας και στηρίζοντας πολιτικούς αντιπάλους του. Αλλά όπως βλέπουμε, αυτά τα «πολεμικά» μηνύματα έχουν τα όριά τους –κανείς δεν έχει ξεκινήσει ανοιχτό πόλεμο κατά της κυβέρνησης. Ακόμη κι όταν τα πνεύματα οξύνονται, αυτό γίνεται… θεματικά: για παράδειγμα, για τις υποκλοπές.  Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να διδάξει πολλά και στα κόμματα στα αριστερά της ΝΔ. Οι ελίτ δεν αγάπησαν ξαφνικά τα προοδευτικά κόμματα. Μηνύματα στο Μαξίμου στέλνουν. Αν υποτεθεί ότι μετά τις εκλογές είχαμε μία «εν κινήσει» αλλαγή αρχηγού στη ΝΔ, όσοι προοδευτικοί πολιτικοί ποντάρουν στη στήριξη των ΜΜΕ και των «ελίτ», θα μείνουν στον αέρα. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε ότι η έννοια της «αστικής τάξης» και των «ελίτ» στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική απ’ ότι σε μία κλασική χώρα του δυτικού κόσμου. Μπορώ να φανταστώ πολλούς και πολλές που συγκαταλέγονται σ’ αυτή την ελίτ και βαυκαλίζονται ότι «ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις» να περνούν το κατώφλι του «ιατρείου» της Καρνεάδου για μία «αναζωογονητική» πλασμαφαίρεση. Για τέτοια «ελίτ» μιλάμε, μην ξεχνιόμαστε.

Και δεν είναι μόνο ο Σαμαράς. Έχουμε την αποφυλάκιση Κασιδιάρη, το νέο του κόμμα, τη «Συμμαχία Ελλήνων», αλλά και μια σειρά από ακροδεξιά μορφώματα που έχουν νομιμοποιηθεί σε αυτό το ακροατήριο. Αυτό πόσο μπορεί να επηρεάσει τη συνοχή της Νέας Δημοκρατίας; Τα πρόσφατα εσωκομματικά «αντάρτικα» και οι ομαδικές ερωτήσεις βουλευτών είναι ένδειξη ιδεολογικής ανησυχίας ή καθαρός εκλογικός πανικός; Και τελικά, πόσο βαθύ είναι αυτό το ρήγμα, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, όπου βλέπουν τα ποσοστά Βελόπουλου και Λατινοπούλου να απειλούν άμεσα την επανεκλογή τους;

Στη Νέα Δημοκρατία και άθλιο είναι το κλίμα και τα «αντάρτικα» θα πολλαπλασιάζονται και ολοένα και περισσότεροι/ες θα κινούνται με όρους επόμενης μέρας. Ωστόσο, όσο το κυβερνών κόμμα συνεχίζει να διατηρεί την προσδοκία παραμονής στην εξουσία, τόσο όλα αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα θα παραμένουν «στεγανοποιημένα» και εντός ορίων. Αν μη τι άλλο, η Δεξιά έχει δείξει ότι διαθέτει αντανακλαστικά εξουσίας. Κατά τα λοιπά, Βελόπουλος και Λατινοπούλου θα πάρουν ό,τι είναι να πάρουν, αλλά η βασική αστάθμητη μεταβλητή είναι η επιρροή του κόμματος Σαμαρά. Για την ακρίβεια, έχω την αίσθηση ότι το «ερώτημα του ενός εκατομμυρίου» είναι αν ο κ. Σαμαράς θα κόψει από τη ΝΔ ή θα προσελκύσει πολίτες που έχουν ήδη πάρει πολιτικό διαζύγιο από το κυβερνών κόμμα. Κλίνω προς το πρώτο, καθώς ο κ. Σαμαράς προσφέρει στον «κοψοχέρη» νεοδημοκράτη μία ιδανική επιλογή «απενοχοποιημένης» ψήφου. Δηλαδή, ο νεοδημοκράτης ψηφοφόρος που «δεν πάει το χέρι του» να ψηφίσει κάτι άλλο, μπορεί να ψηφίσει Σαμαρά, με τη βεβαιότητα ότι και τον Μητσοτάκη τιμωρεί, και εντός των ορίων της «παράταξης» παραμένει.
Το θλιβερό, ασφαλώς, στην όλη υπόθεση είναι να βλέπει κανείς τις προοδευτικές δυνάμεις να εναποθέτουν ελπίδες και προσδοκίες στην εκλογική επιρροή Σαμαρά για να… «κόψει» από τον κ. Μητσοτάκη.

Κοιτώντας τώρα τον ίδιο τον πρωθυπουργό: πόσο μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να στρίψει δεξιά για να μαζέψει τις διαρροές, χωρίς να χάσει τους μετριοπαθείς κεντρώους που του έδωσαν τις νίκες από το 2019; Μήπως κυνηγώντας τη «δεξιά πολυκατοικία» υπάρχει ορατός κίνδυνος να ανοίξει διάδρομος προς το ΠΑΣΟΚ ή την ΕΛΑΣ;

Η έννοια του «κεντρώου» και της «μεσαίας τάξης» είναι από τις πλέον ταλαιπωρημένες λέξεις τα τελευταία χρόνια. Πάντως, φοβάμαι ότι όσο δεξιά κι αν στρίψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δε θα χάσει ούτε έναν ή μία κεντρώο/α ψηφοφόρο. Γιατί, όσοι ακόμη αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, αν ως τώρα έχουν «καταπιεί» να ασκεί μεταναστευτική πολιτική ο κ. Πλεύρης, να διαβάζουμε στο BBC για pushbacks στον Έβρο σε συνεργασία της ΕΛ.ΑΣ. με μαυροπουκαμισάδες κουκουλοφόρους, να βλέπουμε υπουργούς να υποκλίνονται στον Τραμπ κ.τ.λ. και να ακούμε από τον κ. Γεωργιάδη ότι αν υπήρχε «Ομάδα Αλήθειας» στον Εμφύλιο, θα είχε γραφτεί αλλιώς η Ιστορία, δεξιοί είναι οι άνθρωποι. ΝΔ θα ψηφίσουν, σε κάθε περίπτωση. Απλώς, αποφεύγουν να κοιτάξουν τον καθρέφτη τους.

Και κλείνοντας με το μεγάλο κάδρο: το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και η παντοδυναμία του 2023 έχουν πια εξαϋλωθεί. Ποιο είναι σήμερα το πραγματικό αφήγημα του Μητσοτάκη για τις επόμενες κάλπες; Πώς μπορεί να σταθεί η επίκληση της σταθερότητας, όταν όλοι βλέπουν ότι πολιτική σταθερότητα πλέον δεν μπορεί να υπάρξει με την ενεργειακή φτώχεια και τις πολεμικές συγκρούσεις που ζούμε;

Δε νομίζω ότι «το βλέπουν όλοι». Ως κοινωνία ζοριζόμαστε, δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι ανισότητες παροξύνονται, στη χώρα τα τελευταία χρόνια εκτελείται μία τεράστια και άγρια αναδιανομή –αρκεί να δει κανείς με ποιους ρυθμούς αυξάνονται κάθε χρόνο τα κέρδη των επιχειρήσεων συγκριτικά με την μισθωτή εργασία. Όμως, κάτι η απομάγευση της πολιτικής, κάτι το γεγονός ότι η συλλογική μας μελαγχολία μετατρέπεται σε ιδιωτεία και όχι σε καύσιμη ύλη κινητοποιήσεων, όσοι/ες έχουν λόγους να πυροδοτήσουν την πολιτική αλλαγή, προτιμούν τον καναπέ. Στον αντίποδα, έχουμε ένα κυβερνών κόμμα και έναν πρωθυπουργό που ξέρει πολύ καλά σε ποια εκλογικά ακροατήρια πρέπει να απευθυνθεί, για να «βγουν τα κουκιά». Και το κάνει με θαυμαστή στοχοπροσήλωση και επιτυχία. Θυμηθείτε την απάντησή του στη ΔΕΘ προ δύο ετών, όταν ρωτήθηκε για τα υψηλά ενοίκια. «Κάποιοι, όμως, τα εισπράττουν αυτά τα ενοίκια και έχουν αυξημένα έσοδα», είχε πει τότε grosso modo. Συν τοις άλλοις, η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει –μέσα στη γενικότερη όξυνση των ανισοτήτων και την επιδείνωση των συνθηκών ζωής– ένα «οικοσύστημα» πολιτών που, αν μη τι άλλο, αισθάνονται ότι αυτή η πολιτική τούς ωφελεί –ή ότι, τέλος πάντων, έχουν να χάσουν αν επέλθει πολιτική αλλαγή. Ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας που απολαμβάνουν προνομιακή φορολόγηση των ενοικίων που εισπράττουν, μέτοχοι εταιρειών που επίσης απολαμβάνουν τον ελάχιστο φόρο του 5% επί των μερισμάτων, συνταξιούχοι ελεύθεροι επαγγελματίες, υψηλόμισθοι μισθωτοί «μεταμφιεσμένοι» σε ΙΚΕ και προσωπικές εταιρείες με αυτοκίνητα leasing και πολύ «μαύρο χρήμα», είναι μερικές μόνο από τις κατηγορίες πολιτών που αισθάνονται ότι, αν αλλάξει η κυβέρνηση, έχουν κάτι να χάσουν. Ο κ. Μητσοτάκης, λοιπόν, ξέρει ποιους εκπροσωπεί και προσαρμόζει επ’ αυτών την πολιτική του. Και, όσο οι προοδευτικές δυνάμεις «τσαλαβουτάνε» προσπαθώντας να τους… εκπροσωπήσουν όλους/ες, τόσο θα «βγαίνουν τα εκλογικά κουκιά» του κ. Μητσοτάκη. Ακόμη κι αν όσοι/ες τον ψηφίζουν, έχουν μπερδέψει τη σταθερότητα με την στασιμότητα.

Foto

Γιάννης Παναγόπουλος / Eurokinissi