Ο παράγοντας της ανασφάλειας, οι μελαγχολικές στατιστικές των οποίων έχουμε κατακτήσει την κορυφή και οι βαθιές ανισότητες περιγράφουν τη σημερινή κοινωνία. «Οι δείκτες δείχνουν μια Ελλάδα που ευημερεί, και αυτή είναι η Ελλάδα των λίγων και περισσότερο ισχυρών, και μια Ελλάδα η οποία στενάζει, εντός της οποίας πολλαπλασιάζονται οι ανισότητες, μεγεθύνοντας ακόμα περισσότερο το κλίμα ανησυχίας», υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Μπιθυμήτρης κύριος ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Η μεγάλη εικόνα είναι ότι το μερίδιο του ανώτατου 1%, ενώ έμεινε σχετικά σταθερό για μια δεκαετία, εμφανίζει αξιοσημείωτη άνοδο, ειδικά από το 2023 μέχρι το 2025. «Πρέπει να μας απασχολήσει τι συνέβη και εκτοξεύτηκε αυτό το 1%, ή γιατί το 70% των ερωτώμενων βιώνει υποκειμενική φτώχεια και αν αυτά τα δύο σχετίζονται;», αναρωτιέται ο συνομιλητής μας.

Η οικονομική ανασφάλεια είναι το νούμερο ένα πρόβλημα των πολιτών. Πώς επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων αυτό το συναίσθημα, καθώς η ανασφάλεια πλέον έχει παγιωθεί, ύστερα από 18 χρόνια πολλαπλών κρίσεων;
Αν πάρουμε ως αφετηρία το 2009 και φτάσουμε μέχρι το 2017, οπότε οι ρυθμοί ανάπτυξης αρχίζουν δειλά-δειλά να ανακάμπτουν, αλλά και αν συνυπολογίσουμε τη μεταϋφεσιακή κατάσταση, παίρνοντας ως δείκτη την αύξηση του ΑΕΠ, θα δούμε αυτό το κλίμα ανασφάλειας να είναι διάχυτο τη δεκαετία της κρίσης και να μας ακολουθεί μέχρι το σήμερα. Ωστόσο, η ανασφάλεια αποκτά κάποια χαρακτηριστικά ασυμμετρίας. Η αίσθηση ότι δεν έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας, το αίσθημα της ανημπόριας και όσα αρνητικά συναισθήματα συνοδεύουν αυτό το διάχυτο κλίμα ανασφάλειας, όπως είναι το άγχος ή η απογοήτευση, αφορούν κομμάτια της κοινωνίας που μοιράζονται συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ζωής. Νομίζω εκεί πρέπει να εστιάσουμε: στο ποια κομμάτια της κοινωνίας είναι περισσότερο εκτεθειμένα από ποτέ σε αυτό το αρνητικό συναισθηματικό κλίμα που περιέγραψα και από την άλλη, ποια κομμάτια της κοινωνίας βρίσκονται σε ακόμα πιο πλεονεκτική θέση, σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης.
Ποια, δηλαδή, κομμάτια της κοινωνίας βίωσαν την κρίση ως ευκαιρία…
Ακριβώς, και μάλιστα τη στιγμή που λειτουργούσε ένας μηχανισμός που έκρυβε τις ανισότητες που υπήρχαν. Θεωρούσαμε ότι λίγο-πολύ κατέρρευσαν τα εισοδήματα όλων, το οποίο συνέβη σε κάποιον βαθμό. Ωστόσο, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι δείκτες που δείχνουν μια Ελλάδα που ευημερεί, και αυτή είναι η Ελλάδα των λίγων και περισσότερο ισχυρών, και υπάρχει και μια Ελλάδα η οποία στενάζει, εντός της οποίας πολλαπλασιάζονται οι ανισότητες, μεγεθύνοντας ακόμα περισσότερο το κλίμα ανησυχίας.
Βαθαίνουν οι ανισότητες. Αυτό συνεχώς αποτυπώνεται σε μελέτες. Παρότι έχουμε βγει από τα μνημόνια, την επιτροπεία και την περίοδο της δημοσιονομικής ασφυξίας. Τι συνέπειες έχει το βάθεμα των ανισοτήτων;
Πολλές φορές στη μελέτη των κοινωνικών ανισοτήτων μιλάμε για κάθετες και οριζόντιες ανισότητες, με βάση το πώς κατανέμεται ο πλούτος και τα εισοδήματα σε μια κοινωνία, σε μια δεδομένη, ιστορική στιγμή και με βάση πώς βιώνονται αυτές οι ανισότητες. Αυτό που βλέπουμε, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια είναι ότι το μερίδιο του πλούτου και τα εισοδήματα των ανώτερων κλιμακίων αυξάνονται με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό από ότι αυξάνεται το μέσο εισόδημα. Συγκεκριμένα, η τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες και την κινητικότητα παρατηρεί αυτό το μοτίβο, δηλαδή μια τάση συγκέντρωσης των εισοδημάτων στα ανώτερα κλιμάκια. Συγκεκριμένα, το μερίδιο του ανώτατου 1%, ενώ έμεινε σχετικά σταθερό για μια δεκαετία, εμφανίζει αξιοσημείωτη άνοδο, ειδικά από το 2023 μέχρι το 2025. Πρέπει να μας απασχολήσει τι συνέβη και εκτοξεύτηκε αυτό το 1%, ή γιατί το 70% των ερωτώμενων βιώνει υποκειμενική φτώχεια και αν αυτά τα δύο σχετίζονται;
Η όξυνση των ανισοτήτων είναι αποτέλεσμα πολιτικών αυτής της κυβέρνησης ή όπως λέει για την ακρίβεια, είναι και αυτή εισαγόμενη;
Αν δούμε τις χρονοσειρές φαίνεται πως από τα χρόνια της πανδημίας και ύστερα, η συγκέντρωση πλούτου και εισοδημάτων διαφοροποιείται σε σχέση με πριν, ακόμα και αν οι συμβατικοί δείκτες της εισοδηματικής ανισότητας δεν παρουσιάζουν μεγάλη μεταβλητότητα. Το ίδιο και αν δούμε τα μερίδια που προέρχονται από την εργασία σε σχέση με τα μερίδια που προέρχονται από κεφάλαιο. Έχουμε μια σαφή διαφοροποίηση, ειδικά την τελευταία πενταετία, υπέρ των εχόντων υψηλά εισοδήματα και των επιχειρηματιών. Παρατηρείται δε στην έκθεση του ΙΟΒΕ μια πόλωση εντός της αυτοαπασχόλησης, που εικάζω ότι αφορά μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους από τη μία και ιδιοκτήτες δυναμικών εταιρειών από την άλλη. Τι φταίει, λοιπόν, και έχουμε αυτή την εικόνα; Νομίζω ότι οι περισσότεροι συμφωνούν στον ρόλο που έπαιξε το Ταμείο Ανάκαμψης: ήρθαν πόροι στην οικονομία, συνέβαλαν στην περαιτέρω μεγέθυνση, όμως στήθηκε έτσι ο μηχανισμός διανομής αυτών των πόρων που ευνόησε σαφώς τις μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Ένα δεύτερο στοιχείο που διαφοροποιεί σχετικά την ελληνική περίπτωση είναι το ότι ψηφίστηκε μια σειρά νόμων που παγιώνουν απορρυθμιστικές τάσεις της αγοράς εργασίας, που ήδη είδαμε στα μνημόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νόμος Κεραμέως για το 13ωρο ή ο νόμος Χατζηδάκη λίγο πιο πριν. Έκαναν μια αγορά εργασίας όπου οι άνθρωποι δουλεύουν δύο και τρεις δουλειές απλά για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Και πάλι οι έρευνες είναι πολύ ανησυχητικές. Η υπερεργασία αφορά πάνω από το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού. Όπως έδειξε και πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ δεν έρχεται μόνη της αυτή η εντατικοποίηση της εργασίας. Φέρνει μαζί της και μια απότομη επιδείνωση της ποιότητας της εργασίας, της σωματικής υγείας, της ψυχικής υγείας. Η ανησυχητική αύξηση στα εργατικά ατυχήματα, έχει άμεση σχέση με τα παραπάνω. Φοβάμαι ότι τα επόμενα χρόνια, αν δεν αλλάξει αυτό το πολιτικό πλαίσιο, θα δούμε περαιτέρω επιδείνωση.
Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα και με την ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία μειώνεται, ενώ η κυβέρνηση αυξάνει κάθε χρόνο τον κατώτατο μισθό. Βέβαια, σύμφωνα με την Eurostat, η αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων στην Ελλάδα είναι στον πάτο της Ευρώπης. Γίνεται να ισχύουν όλα μαζί;
Πράγματι μειώνεται η ανεργία, αλλά ταυτόχρονα οι όροι εργασίας χειροτερεύουν. Ενώ υπάρχουν οι προϋποθέσεις να δημιουργηθούν πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας, με την έννοια ότι έχουμε ένα εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης σε τομείς που θεωρούνται κρίσιμοι για την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα παραγωγικό μοντέλο το οποίο ναι μεν δημιουργεί ευκαιρίες απασχόλησης, αλλά είναι απασχόληση με χαμηλούς μισθούς, μεγάλα ωράρια εργασίας, ακραία ευελιξία και εξατομίκευση της εργασιακής συνθήκης, όπου ο εργαζόμενος είναι πιο εύκολο να συναινέσει σε μια κατάσταση καταπίεσης και υπερεκμετάλλευσης. Βλέπουμε, από την άλλη, να αυξάνεται ο μισθός και ταυτόχρονα να απορροφάται από την αύξηση του πληθωρισμού. Και εδώ υπάρχει το επιχείρημα ότι «είναι εισαγόμενος», αλλά δεν είναι, αφενός, σε όλες τις χώρες τόσο υψηλός και, αφετέρου, έχουμε συγκεκριμένα παραδείγματα μείωσης διεθνών τιμών σε πρώτες ύλες, ενώ τα προϊόντα στα ράφια των ελληνικών σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να είναι πανάκριβα. Ναι μεν ο πληθωρισμός της απληστίας δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά εδώ εξαιτίας της πολιτικής στοχοθεσίας έχουμε όξυνση των καταστάσεων που καταγράφονται διεθνώς.
Μεγαλώσαμε κάποιες γενιές, οι γενιές της κρίσης, με το να δεχόμαστε ως δεδομένη αυτή την κατάσταση; Να αποτελεί «κανονικότητα» το να χρειάζεται να κάνεις δύο και τρεις δουλειές για να ζήσεις.
Όπως μπορεί να μαθαίνει μια κοινωνία και οι λαϊκές τάξεις να αγωνίζονται συλλογικά και οργανωμένα για ένα καλύτερο αύριο, έτσι μπορεί και να ξεμαθαίνουν. Είμαστε σε μια παρατεταμένη φάση απομάθησης των συλλογικών αγώνων, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι είναι αμελητέες οι κινητοποιήσεις και οι συλλογικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια, με δεδομένο μάλιστα ότι λείπει ένας βασικός πόρος για την ανάπτυξη των κινημάτων σε αυτούς που κάνουν δύο και τρεις δουλειές, που είναι ο χρόνος, και με δεδομένο το εχθρικό κλίμα, της κρατικής καταστολής και της εργοδοτικής επιθετικότητας. Θυμίζω τους εργατικούς αγώνες στις ταχυμεταφορές ή στο λιμάνι του Πειραιά, όπως και την πολιτική στροφή σε μεγάλα συνδικάτα, όπως η ΑΔΕΔΥ, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας ή μεγάλα συνδικάτα στον κλάδο της Υγείας. Θέλω να πω ότι υπήρξαν εργατικές κινητοποιήσεις, οι οποίες δείχνουν ότι παρά τις διαδικασίες απομάθησης, τις οποίες χορηγεί και αυτή η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες πριν από αυτήν, οι αντιστάσεις είναι εκεί. Είναι οι συνθήκες ζωής που προκαλούν έναν αναστοχασμό πάνω στη συλλογική εμπειρία του εργατικού κινήματος.
Τώρα που άνοιξε η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όσα συζητάμε, δηλαδή τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, η στεγαστική κρίση, οι ανισότητες, είναι στον πυρήνα αυτής. Μπορούν μέσα από το Σύνταγμα να αντιμετωπιστούν αυτά τα βαθιά κοινωνικά προβλήματα;
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν γίνεται εκτός του πολιτικού πλαισίου που έφερε χαμηλότερη φορολόγηση για το κεφάλαιο, και επομένως δημιούργησε συνθήκες υψηλής κερδοφορίας και άρα όξυνσης της ανισότητας. Το πολιτικό πλαίσιο που έφερε την απορρύθμιση στην αγορά εργασίας δεν είναι διαφορετικό από αυτό εντός του οποίου διεξάγεται η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Επομένως, με αυτό το πολιτικό πλαίσιο μια συνταγματική αναθεώρηση, όπως αυτή που συζητείται, δεν νομίζω ότι μπορεί να αλλάξει τους μηχανισμούς που παράγουν τις αδιανόητες και χωρίς προηγούμενο ανισότητες οι οποίες καταγράφονται συστηματικά στην κοινωνική έρευνα. Μάλλον θα θωρακίσει περαιτέρω τους κρατικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στην απομάθηση των ανθρώπων στο πως μπορούν να οργανώνονται και να κινητοποιούνται.
Έχουμε μπει πια στην προεκλογική περίοδο. Θα αποτελέσουν αυτά τα ζητήματα κεντρικό πυρήνα της ατζέντας;
Νομίζω έχουν αργήσει πάρα πολύ να αποτελέσουν κριτήρια ψήφου. Βρισκόμαστε στην κορυφή πολλών μελαγχολικών στατιστικών: μισθολογικό χάσμα μεταξύ φύλων, όροι απασχόλησης των νέων ανθρώπων, στεγαστική κρίση. Τέτοιου είδους βαθιές ανισότητες, που διασταυρώνονται με την κάθετη και βασική ανισότητα που αφορά την κατοχή πλούτου δεν μπορούν να λυθούν αν δεν αλλάξει το πολιτικό πλαίσιο.
Μπορούν, επομένως, να αποτελέσουν αυτά τα αιτήματα όχημα πολιτικής αλλαγής; Έρευνα του Eteron έδειξε ότι μπορεί να είναι πλειοψηφικό αίτημα το «φορολογήστε τους πλούσιους».
Ο κόσμος εξακολουθεί να συγκινείται από την υπόσχεση για μια πιο δίκαιη κοινωνία, για μια κοινωνία όπου οι θεσμοί λειτουργούν για να παράξουν δίκαια αποτελέσματα. Αυτό που δεν έχει γίνει ακόμα είναι να μεταφραστεί αυτή η επιθυμία για κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη σε πολιτικό πρόγραμμα και σε οργανωτική υλικότητα.
Φωτο: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi





