φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Εργατικών αποτελεί το άδοξο τέλος μιας σύντομης πολιτικής διαδρομής. Μαζί με τον Στάρμερ, ήρθε και το τέλος μιας υπόσχεσης που δεν κατάφερε ποτέ να μετατραπεί σε πειστικό πολιτικό σχέδιο για τα λαϊκά και μεσαία στρώματα.

Ο Στάρμερ που κέρδισε τις εκλογές ως ο άνθρωπος της σοβαρότητας, της θεσμικότητας και της επιστροφής στην «κανονικότητα» μετά τα χρόνια του Brexit, του Μπόρις Τζόνσον και της διαρκούς συντηρητικής αποσύνθεσης, ειναι ο έβδομος πρωθυπουργός μέσα σε 10 χρόνια.

Παρουσιάστηκε ως ο αντίποδας του χάους: ένας ήρεμος τεχνοκράτης, ένας πρώην εισαγγελέας, ένας πολιτικός που θα αποκαθιστούσε την αξιοπιστία του κράτους αλλά η πολιτική του αχρωμία τον οδήγησε σύντομα σε πρόωρη παραίτηση.

Όσο αναγκαία κι αν είναι, η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση και σοβαρότητα, αλλά χρειάζεται την συνοδεία ενός κοινωνικού οράματος, χρειάζεται πολιτικό θάρρος και σαφή κατεύθυνση. Αυτό ήταν, τελικά, το μεγάλο πρόβλημα του Στάρμερ: ήξερε πολύ καλά τι δεν ήθελε να είναι, αλλά πολύ λιγότερο τι ήθελε να οικοδομήσει.

Η πτώση του έρχεται λιγότερο από δύο χρόνια μετά την ιστορική νίκη των Εργατικών. Το κόμμα που επέστρεψε στην εξουσία μετά από δεκατέσσερα χρόνια Συντηρητικής διακυβέρνησης δεν κατάφερε να δημιουργήσει την αίσθηση μιας νέας εποχής. Αντιθέτως, έμοιαζε συχνά εγκλωβισμένο σε μια πολιτική χαμηλών προσδοκιών: λίγη σταθερότητα, λίγη ανάπτυξη, λίγη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, αλλά χωρίς το μεγάλο κοινωνικό αφήγημα.

Στο Παλαιστινιακό, η στάση του Στάρμερ υπήρξε χαρακτηριστική αυτής της πολιτικής αμηχανίας. Η αρχική του αδυναμία να διατυπώσει μια καθαρή και θαρραλέα θέση απέναντι στην καταστροφή στη Γάζα προκάλεσε βαθιά απογοήτευση σε μεγάλα τμήματα της προοδευτικής κοινωνίας, των μουσουλμανικών κοινοτήτων και της ίδιας της βάσης των Εργατικών. Η μετέπειτα αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους ήταν ασφαλώς σημαντική σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά ήρθε αργά. Δεν μπόρεσε να σβήσει την εντύπωση ότι ο Στάρμερ κινήθηκε μόνο όταν το κόστος της σιωπής είχε γίνει υπερβολικά μεγάλο.

Αντίστοιχα, στο Brexit, ο Στάρμερ προσπάθησε να περπατήσει σε ένα μονοπάτι γεμάτο αντιφάσεις. Ως πρωθυπουργός μίλησε για επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, για ένα “reset” στις σχέσεις Λονδίνου και Βρυξελλών, για περισσότερη συνεργασία στο εμπόριο, την ασφάλεια και την οικονομία. Την ίδια στιγμή όμως επέμεινε στις βασικές κόκκινες γραμμές: όχι επιστροφή στην ενιαία αγορά, όχι τελωνειακή ένωση, όχι ελεύθερη μετακίνηση.

Με άλλα λόγια, προσπάθησε να διορθώσει τις συνέπειες του Brexit χωρίς να αμφισβητήσει πραγματικά το πλαίσιο που τις παρήγαγε. Ήθελε τα οφέλη μιας πιο στενής σχέσης με την Ευρώπη, χωρίς το πολιτικό ρίσκο μιας ειλικρινούς συζήτησης για το τι ακριβώς κόστισε το Brexit στη Βρετανία.

Η επόμενη ημέρα φαίνεται, προς το παρόν, να έχει όνομα: Άντι Μπέρναμ. Ο πρώην δήμαρχος του Manchester και πλέον βουλευτής των Εργατικών εμφανίζεται ως ο επικρατέστερος διάδοχος του Στάρμερ. Αν δεν υπάρξει σοβαρή εσωκομματική αναμέτρηση, μπορεί να βρεθεί πολύ σύντομα στην Ντάουνινγκ Στριτ.

Η πιθανή διαδοχή του, όμως, ανοίγει ήδη ένα νέο πολιτικό μέτωπο. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ ζητά γενικές εκλογές, επιχειρώντας να παρουσιάσει μια αλλαγή πρωθυπουργού χωρίς προσφυγή στις κάλπες ως έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι Συντηρητικοί, αντίθετα, δεν φαίνεται να βιάζονται να υιοθετήσουν την ίδια γραμμή. Και αυτό δεν είναι τυχαίο: μια άμεση εκλογική αναμέτρηση μπορεί να εξυπηρετεί τη στρατηγική του Φάρατζ, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εξυπηρετεί ένα Συντηρητικό Κόμμα που ακόμη προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί μετά την ιστορική του ήττα.

Ο Μπέρναμ δεν είναι νέο πρόσωπο στη βρετανική πολιτική. Υπήρξε υπουργός στις κυβερνήσεις των Εργατικών και στη συνέχεια ξαναχτίστηκε πολιτικά έξω από το Γουέστμινστερ, ως δήμαρχος του Manchester. Εκεί απέκτησε ένα πιο λαϊκό και περιφερειακό προφίλ, συνδεδεμένο με ζητήματα καθημερινότητας: δημόσιες μεταφορές, στέγαση, υγεία, κοινωνική προστασία και το αίτημα να ακουστεί ξανά η βόρεια Αγγλία.

Σε αντίθεση με τον Στάρμερ, ο Μπέρναμ μπορεί να μιλήσει πιο άμεσα στα εργατικά και λαϊκά ακροατήρια που οι Εργατικοί δεν έχουν την πολυτέλεια να χάσουν. Δεν είναι ριζοσπάστης με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ούτε και καθαρό προϊόν της λονδρέζικης τεχνοκρατικής κεντροαριστεράς. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ενδιάμεση θέση.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν ο Μπέρναμ θα μπορέσει πράγματι να αλλάξει την κατεύθυνση των Εργατικών ή αν απλώς θα προσφέρει μια πιο ζεστή, πιο επικοινωνιακή εκδοχή της ίδιας πολιτικής. Γιατί η κρίση δεν αφορά μόνο το πρόσωπο του Στάρμερ. Αφορά ένα ολόκληρο μοντέλο κεντροαριστερής διαχείρισης που πίστεψε ότι αρκεί να είναι πιο σοβαρό από τη Δεξιά για να κερδίσει κοινωνική εμπιστοσύνη.

Όμως η κοινωνική εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται μόνο με λιγότερο χάος. Κερδίζεται με κατεύθυνση, θάρρος και την αίσθηση ότι η πολιτική μπορεί πράγματι να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων.

πηγές BBC + Guardian