Όσο κι αν προσπάθησαν να μας πείσουν ότι η παράκαμψη του συνταγματικού άρθρου 16 θα έφερνε «αναβάθμιση», η πραγματικότητα δεν μπορεί να καλυφθεί. Το σχέδιο για τη νομοθέτηση ιδιωτικών κολεγίων στην Ελλάδα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια πρόχειρη εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων, φίλων και γνωστών, η οποία τώρα βρίσκει μπροστά της διαρκώς θεσμικά αδιέξοδα.
Ένα ισχυρό ρήγμα στην κυβερνητική πολιτική άνοιξε με τις τελευταίες εξελίξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το Γ’ Τμήμα του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, προχώρησε στην ακύρωση των αδειών λειτουργίας και όλων των προγραμμάτων σπουδών τριών από τα τέσσερα ιδιωτικά πανεπιστήμια που είχαν αδειοδοτηθεί το 2025 από το υπουργείο Παιδείας. Η δικαστική αυτή απόφαση πλήττει ευθέως τα παραρτήματα των βρετανικών Keele University, University of York και The Open University. Η εξέλιξη αυτή αφήνει πλέον στον αέρα άλλα οκτώ ιδιωτικά πανεπιστήμια η νομιμότητα των οποίων εκκρεμεί να κριθεί σύντομα. Καθώς ο δρόμος των προσφυγών παραμένει ανοιχτός, η πράξη έρχεται να γελοιοποιήσει το πολιτικό οικοδόμημα του «νόμου Πιερρακάκη».
Την ίδια ώρα, υπουργείο και Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) τρέχουν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Η ΕΘΑΑΕ έβγαλε ανακοίνωση λέγοντας ότι ήδη συμμορφώνεται με το ΣτΕ και αλλάζει τα κριτήρια για τα προγράμματα σπουδών, παραδεχόμενη βέβαια το μπάχαλο και το άγχος που φορτώθηκαν οι φοιτητές και οι γονείς τους μέσα στον Αύγουστο. Από κοντά και το υπουργείο, που επιμένει ότι ο νόμος ισχύει κανονικά και μοιράζει διαβεβαιώσεις πως «δεν θα χαθεί η χρονιά».
Βέβαια, η σπουδή τους να κουκουλώσουν το θέμα φάνηκε αμέσως. Πριν καν βγουν καθαρογραμμένες οι αποφάσεις του ΣτΕ και πριν προλάβουν να κάνουν ουσιαστικό έλεγχο η ΕΘΑΑΕ και ο ΕΟΠΠΕΠ (Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού), η υπουργός Σοφία Ζαχαράκη είχε ήδη προαναγγείλει ότι όλα θα εγκριθούν και έβαλε αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Έτσι, την Παρασκευή 28 Αυγούστου δόθηκαν άρον-άρον πίσω οι άδειες στα δύο πρώτα ιδρύματα.
Απέναντι στο χάος, οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης ήταν άμεσες, θέτοντας ξεκάθαρα στο επίκεντρο το ζήτημα της ανατροπής του κυβερνητικού σχεδιασμού. ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και ΚΚΕ απαίτησαν την άμεση κατάργηση του νόμου Πιερρακάκη ενώ το ΠΑΣΟΚ εστίασε κυρίως στην κατάρρευση των κυβερνητικών χειρισμών, στις ευθύνες του υπουργείου και στο καθεστώς αδιαφάνειας.
Τη παράσταση έκλεψαν όμως οι δηλώσεις στελεχών της ΕΛΑΣ. Η ηγεσία Τσίπρα για ακόμη μία φορά προτιμά τον δρόμο της «ρεαλιστικής» και καλύτερης διαχείρισης. Εκεί που η στιγμή απαιτούσε ξεκάθαρα λόγια για την υπεράσπιση του άρθρου 16 και του αποκλειστικά δημόσιου πανεπιστημίου, αντί να συγκρουστεί ευθέως με τη ρίζα του προβλήματος, ουσιαστικά αποδέχεται ως δεδομένη την παράκαμψη του Συντάγματος και περιορίζεται στο να ζητάει καλύτερους κανόνες στο παιχνίδι της αγοράς.
Τα περί «σύνεσης, υπευθυνότητας» και «νέων πραγματικοτήτων» στην εκπαίδευση δεν είναι τίποτα άλλο από το άλλοθι ενός ακόμη πολιτικού συμβιβασμού. Η συζήτηση μετατοπίζεται σκόπιμα από το αν είναι συνταγματικά αποδεκτό στο πώς αυτό θα εποπτεύεται σωστά και με διαφάνεια από το κράτος. Την ώρα που το νομοθέτημα Πιερρακάκη καταρρέει κάτω από τις ίδιες του τις προχειρότητες, το να προτάσσεις τον ρόλο του σοβαρού η έστω λιγάκι καλύτερου διαχειριστή δεν σώζει τη δημόσια παιδεία αλλά νομιμοποιεί την άλωσή της προσφέροντας ένα θεσμικό άλλοθι σε μια πολιτική που θα έπρεπε να βρει απέναντί της ένα απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο «όχι».
Η ζοφερή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η δημόσια εκπαίδευση αποκρυσταλλώνει πλήρως το πραγματικό σχέδιο που κρύβεται πίσω από τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις. Χρόνια τώρα, η συστηματική και εσκεμμένη υποχρηματοδότηση, σε συνδυασμό με την τραγική υποστελέχωση σε διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό, έχουν φέρει τα ελληνικά πανεπιστήμια στα όρια της λειτουργικής κατάρρευσης. Αμφιθέατρα που πλημμυρίζουν, εργαστήρια χωρίς βασικά αναλώσιμα, φοιτητές που πέφτουν από τα μπαλκόνια γιατί δεν χωρούν στο αμφιθέατρο και φοιτητικές εστίες υπό διάλυση συνθέτουν μια καθημερινότητα που προσβάλλει κάθε έννοια αξιοπρέπειας. Σε αυτό το ήδη ναρκοθετημένο τοπίο, η στεγαστική κρίση έρχεται να λειτουργήσει ως ο πιο σκληρός και αμείλικτος ταξικός φραγμός. Με τα ενοίκια να βρίσκονται στα ύψη και τα κόστη διαβίωσης να μεγαλώνουν διαρκώς, η αποστολή ενός παιδιού για σπουδές σε άλλη πόλη αποτελεί πλέον οικονομικό άθλο για τα λαϊκά και μεσαία στρώματα.
Αυτή η εγκατάλειψη, ωστόσο, δεν είναι τυχαία ούτε οφείλεται σε κάποια διαχειριστική αδυναμία. Είναι μια στοχευμένη πολιτική επιλογή. Η απαξίωση των δημόσιων ιδρυμάτων και η οικονομική ασφυξία των οικογενειών αξιοποιούνται κυνικά για να σπρώξουν τη νεολαία στην αγκαλιά των ιδιωτικών παραρτημάτων. Για μια οικογένεια τα δίδακτρα ενός τοπικού κολεγίου καταλήγουν να εμφανίζονται ως «φθηνότερη» και πιο ρεαλιστική επιλογή σε σύγκριση με το δυσβάσταχτο κόστος συντήρησης ενός φοιτητικού σπιτιού στην επαρχία ή τα μεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι, ο κρατικός σχεδιασμός εκβιάζει ανοιχτά τις επιλογές των νέων, μετατρέποντας το συνταγματικό δικαίωμα στη δωρεάν και ισότιμη μόρφωση σε ένα στυγνό, εμπορευματοποιημένο προϊόν.
Φωτο
Γιάννης Παναγόπουλος / Eurokinissi





