Η άλλη Τουρκία και ένα οδοιπορικό στις «χαμένες πατρίδες»

Τον Αύγουστο που μας πέρασε διασχίσαμε το βόρειο τμήμα της Τουρκίας με προορισμό τον Πόντο. Για μένα ήταν μια υπόσχεση να πάω στον τόπο απ’ όπου πριν από έναν αιώνα έφυγαν οι παππούδες μου. Έφυγαν παιδιά, η μια από τη Σαμψούντα, ο άλλος από την Οινόη, για να ζήσουν μυθιστορηματικά σε μια σπαρασσόμενη χώρα στα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου, της κατοχής, του εμφυλίου, της χούντας. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ, ούτε τα παιδιά τους. Όμως οι αφηγήσεις των χαμένων πατρίδων που έμοιαζαν παραμυθένιες, μαζί με τις μετέπειτα ανιστορήσεις για το ξερίζωμα του ελληνισμού, μου δημιουργούσαν μια ιδιαίτερη φόρτιση, όπως σε όσους έλκουν καταγωγή από τα μέρη. Ο Πόντος ήταν ένα μυθικό μέρος με ατελείωτα, μυστηριακά δάση, απόκρημνα βουνά και όμορφες παραθαλάσσιες πόλεις, με αρχοντικά, εκκλησίες, μεγάλα σχολεία και δημόσια κτίρια σαν αυτά που βλέπουμε στις παλιές φωτογραφίες.

Ξεκινώντας, είχα παράλληλα στο μυαλό μου όσα μαθαίνουμε για την Τουρκία μαζί με κάποια επιφύλαξη για τις διαθέσεις που θα συναντούσα, με δεδομένο το πολεμικό κλίμα που επικρατεί στην Ελλάδα. Η πραγματικότητα, όπως σχεδόν πάντοτε, ήταν διαφορετική.

Η πρώτη μας στάση ήταν στην Αδριανούπολη, ιστορική πόλη με σημαντικά μνημεία, πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από την Κωνσταντινούπολη. Το ξενοδοχείο μας, ένα καραβανσεράι του 16ου αιώνα, ήταν ένας τεράστιος χώρος ανακαινισμένος με την ατμόσφαιρα και το ύφος της εποχής, σαν να έμπαινες σε χρονοκάψουλα. Σχεδόν δίπλα, το αριστουργηματικό Σελιμιγιέ Τζαμί,χτισμένο την ίδια εποχή, ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια που έχω δει. Άψογα ανακαινισμένο, όπως και όλα τα υπόλοιπα μνημεία που είδαμε, ανάμεσα στα οποία και η Συναγωγή, που ήταν και το μόνο που είχε φύλαξη. Η επόμενη έκπληξη, για μας που ερχόμαστε από Ελλάδα, ήταν η ποιότητα και η εικόνα των δημόσιων χώρων. Αλλά αυτό δεν έπαψε να μας εκπλήσσει σε όλο το ταξίδι.

Η (ανύπαρκτη) σκιά του παρελθόντος

Η επόμενη στάση μας ήταν η Σαφράμπολη, μια διατηρητέα πόλη, μνημείο της Unesco, που διατηρεί ολοκληρωμένη την εικόνα μιας παραδοσιακής οθωμανικής πόλης. Η τρίτη στάση ήταν στην πανέμορφη Αμάσεια, ιστορική πόλη του μεσόγειου Πόντου, κατά μήκος του ποταμού Ίριδος, με τους λαξευτούς ελληνιστικούς τάφους να δεσπόζουν στα βράχια πάνω από την πόλη. Από εκεί αρχίζουν και οι μνήμες της καταστροφής. Το 1921 στα περίφημα Δικαστήρια της Αμάσειας καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν οι επιφανείς Έλληνες του Πόντου. Καμία τέτοια σκιά δεν βάραινε το πολύβουο και χαρούμενο πλήθος που κατέκλυζε την παραποτάμια περιοχή, με το άγαλμα του ιστορικού Στράβωνα. Η Αμάσεια τιμά την έκδοση της επαναστατικής Εγκυκλίου από τον Κεμάλ το 2019 με ειδικό Μουσείο Εθνικού Αγώνα, με πλήθος αγαλμάτων, συμπλεγμάτων, δρόμων, πλατειών, επιγραφών, με ετήσια φεστιβάλ και δρώμενα κ.λπ. Στο εξαιρετικό Αρχαιολογικό Μουσείο υπάρχει αναλυτική παρουσίαση όσων κατοίκησαν στην περιοχή από την προϊστορία μέχρι σήμερα. Καμία αναφορά στις εκτελέσεις, καμία αναφορά στον αφανισμό Ελλήνων και Αρμενίων. Η ίδια εικόνα επαναλήφθηκε και στην παραλιακή Σαμψούντα, όπου ο δημόσιος χώρος κατακλύζεται από αναπαραστάσεις της αφετηρίας του «Εθνικού Αγώνα». Η 19η Μαΐου του 1919, ημέρα που αποβιβάζεται ο Κεμάλ στη Σαμψούντα, για τους Έλληνες είναι Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, για τους Τούρκους είναι η Εθνική γιορτή της Παλιγγενεσίας.

Στην Σαμψούντα πήραμε μια πρώτη και τυπική, όπως αποδείχτηκε, εικόνα των παραθαλάσσιων πόλεων του Πόντου. Έξοχο μουσείο, Λυρική Σκηνή, στάδια, αχανείς και υποδειγματικά οργανωμένοι δημόσιοι χώροι και παντού… Κεμάλ και σημαίες. Στην Οινόη στάθηκα στη μεγάλη προκυμαία μέσα στη θάλασσα. Από την παλιά προκυμαία, που ήταν λίγο πιο πέρα, φυγαδεύτηκε με πλοίο ο έφηβος παππούς μου.

Από την ιστορική αφήγηση απουσιάζει παντελώς η τύχη των Αρμενίων και των Ελλήνων. Στο επίμαχο σημείο αναφέρεται μόνο η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Το ταξίδι στον Πόντο είναι μια ευκαιρία να αναλογιστείς τη μοίρα των απλών ανθρώπων που συνθλίβονται στα γρανάζια της ιστορίας. Σε όλη την πορεία, που ξεκίνησε με την παρακμή και τον σταδιακό διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέληξε στη Μικρασιατική Καταστροφή, όλοι προσπαθούσαν να σωθούν και ταυτόχρονα να επικρατήσουν.

Υψηλή ποιότητα υποδομών

Όμως, πίσω από την πανταχού παρούσα εθνική αφήγηση, αποκαλυπτόταν σταδιακά μια σύγχρονη Τουρκία, πολύ διαφορετική από εκείνη που φανταζόμασταν. Οι πόλεις του Πόντου –που είναι φτωχότερος και πιο συντηρητικός από τη Δυτική Τουρκία και τα παράλια του Αιγαίου– έχουν σε γενικές γραμμές εικόνα μεγαλούπολης. Με αλλεπάλληλα συγκροτήματα με ψηλές και πανομοιότυπες οικοδομές που κρέμονται στις απότομες πλαγιές. Όμως πολλά από αυτά κατασκευάζονται από τον εθνικό οργανισμό κοινωνικής κατοικίας, που τα διαθέτει σε χαμηλά και μεσαία εισοδήματα με πολύ ευνοϊκούς όρους, ρυθμίζοντας την αγορά ακινήτων.

Η παραλιακή ζώνη έχει σε μεγάλο βαθμό αλλοιωθεί, όπως και στις ελληνικές μεγάλες πόλεις. Με μια ουσιαστική διαφορά: με εκτεταμένες επιχώσεις στη θάλασσα έχουν δημιουργήσει τεράστιες ζώνες αμιγώς δημόσιων χώρων, ειδικά στη Σαμψούντα και στην Τραπεζούντα. Η εικόνα ενός σύγχρονου οργανωμένου κράτους που φροντίζει για την άνεση, τη δωρεάν αναψυχή και την ασφάλεια των χρηστών του δημόσιου χώρου είναι αποκαλυπτική: παντού κιόσκια, τραπεζοκαθίσματα, παιδικές χαρές, ποδηλατόδρομοι, αθλοπαιδιές, δημόσιες βρύσες και τουαλέτες, θέσεις θέας, όλα πεντακάθαρα, πράσινα, λουλουδιασμένα, καλοσυντηρημένα. Η ίδια ποιότητα στους εθνικούς δρόμους, η ίδια στους μικρούς επαρχιακούς δρόμους, η ίδια ακόμη και μέσα στα δάση και στα φυσικά πάρκα.

Τα κυριότερα αξιοθέατα, ειδικά στην Τραπεζούντα, είναι βυζαντινά και ελληνικά. Ελληνικά αρχοντικά στεγάζουν το Μουσείο της Τραπεζούντας και το Μουσείο Κεμάλ. Η Σουμελά, προορισμός από μόνη της, το Μοναστήρι της Θεοσκέπαστου, η εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ακόμη και η μικρή παλαιοβυζαντινή της Αγίας Άννας, όλα καλοσυντηρημένα και με πολλούς επισκέπτες. Σε όσα κάστρα, μνημεία, μουσεία βρεθήκαμε υπήρχαν πινακίδες ή/και βίντεο, επαρκείς χώροι στάθμευσης και υποδομές εξυπηρέτησης κοινού, που κατά βάση ήταν εσωτερικός τουρισμός. Ειδικά τα μουσεία ήταν μια αξέχαστη εμπειρία: με ελάχιστα σημαντικά εκθέματα σε σχέση με την Ελλάδα αλλά με εξαιρετική σκηνογραφία, αναπαραστάσεις, οπτικοακουστικά μέσα και σαφή αφηγηματική πορεία. Ακόμη και ένα ζοφερό μνημείο, όπως η φυλακή στη Σινώπη, μετατράπηκε σε ζωντανό –και ανεπανάληπτο– χώρο ιστορικής εμπειρίας.

Κάτοικοι κοινωνικοί, με φιλική διάθεση

Στις συναλλαγές μας ο κόσμος –από ταξιτζήδες μέχρι πλανόδιους πωλητές– ήταν έντιμος και χαρούμενα φιλικός. Σε αντίθεση μ’ εμάς, ο μέσος Τούρκος είναι πολύ λιγότερο εκτεθειμένος σε αρνητικές αναφορές για την Ελλάδα. Επίσης, η Τουρκία δεν κρύβει την ελληνική παρουσία στη διάρκεια των αιώνων, αντιθέτως, την αναδεικνύει. Το μόνο που έχει παραληφθεί είναι το πώς εξαφανίστηκε. Έτσι, όταν έλεγα ότι οι παππούδες μου ήταν από τον Πόντο, με κοιτούσαν εντυπωσιασμένοι, ειδικά οι νεότεροι. Αφού δεν έχουν μείνει καθόλου Έλληνες στην περιοχή, δεν συνειδητοποιούν ότι ήταν εκεί μέχρι τόσο πρόσφατα.

Φεύγοντας, εκτός από τις εικόνες και τα συναισθήματα, γύρισα με μια ανεπάντεχη επίγνωση. Η Τουρκία είναι μια χώρα με έντονο εθνικισμό και θρησκοληψία, με λιγότερες ελευθερίες και περισσότερη καταστολή. Παράλληλα, όμως, είναι μια χώρα με ζωηρό και νεανικό πληθυσμό, με κοινωνικότητα, σύγχρονη και πολύ καλά οργανωμένη ως προς τη λειτουργία των πόλεων, την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και του φυσικού της πλούτου. Πήγα για να δω τον χαμένο Πόντο των παππούδων και γύρισα έχοντας γνωρίσει τη σημερινή Τουρκία, διαφορετική απ’ ό,τι την περίμενα. Αυτή η άλλη Τουρκία ήταν μια αποκάλυψη.

Φωτό: 24_spanoudi