Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας, δήλωσε ότι η πρώτη του θητεία ήταν δύσκολη, ενώ η δεύτερη «ανέμελη», περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο βίωσε ο ίδιος αυτές τις δύο περιόδους.
Για τη μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, η πρώτη περίοδος ήταν όντως δύσκολη, αλλά από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά. Ενώ ο κ. Στουρνάρας αναφέρεται στη συνεργασία του με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο πολύς κόσμος βίωσε την ανθρωπιστική κρίση ως συνέπεια της χρεοκοπίας του 2009: τη σκληρή λιτότητα, τη μείωση του ΑΕΠ κατά 25% μέχρι το 2014, τα επώδυνα μέτρα και τις λάθος εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Το ίδιο το Ταμείο, άλλωστε, έχει παραδεχθεί εκ των υστέρων ότι οι αστοχίες του δημιούργησαν ένα τεράστιο και αχρείαστο οικονομικό και κοινωνικό κόστος στη χώρα.
Έχει όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον να εστιάσουμε στη δεύτερη θητεία (2020 – 2026), η οποία για κάποια κοινωνικά στρώματα ήταν όντως ανέμελη, για πολλούς και πολλές όμως δεν ήταν.
Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι υψηλόμισθοι και τα άτομα με μεγάλη περιουσία, οι οποίοι ανακουφίστηκαν με πολλούς τρόπους. Η φορολογία των επιχειρηματικών κερδών μειώθηκε και είναι πλέον αρκετά χαμηλότερη από εκείνη των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Η φορολογία των μερισμάτων υποχώρησε επίσης, τοποθετώντας την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τον χαμηλότερο συντελεστή (ενώ για τα ενδοομιλικά μερίσματα καταργήθηκε εντελώς). Επιπλέον, ο φόρος υπεραξίας στις επενδύσεις και ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ για τις μεγάλες ακίνητες περιουσίες καταργήθηκαν. Παράλληλα, το αφορολόγητο όριο για τις γονικές παροχές εκτοξεύθηκε στις 800.000 ευρώ ανά γονέα ανά παιδί, ενώ μειώθηκαν και οι φορολογικοί συντελεστές για τα μεγάλα εισοδήματα.
Σε αυτά προστίθεται η μεγάλη ροή χρήματος από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα κονδύλια του οποίου διαχειρίστηκαν ως επί το πλείστον μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, χωρίς δημόσια διαβούλευση και συχνά με αδιαφανείς διαδικασίες. Παράλληλα, υπήρξε παντελής αδιαφορία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα καρτέλ στα σούπερ μάρκετ, την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες και αλλού. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι τα κέρδη των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών και των τραπεζών έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, ένα 20% του πληθυσμού, που αποτελεί την κοινωνική βάση της κυβέρνησης, περνά πράγματι μια πολύ καλή περίοδο.
Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν όλοι οι υπόλοιποι, οι οποίοι δέχονται πλήγματα από παντού. Πρόκειται για όσους βλέπουν τα τελευταία χρόνια τα είδη διατροφής να έχουν αυξηθεί κατά 37% (κρέας 58%, ψωμί 28%, γαλακτοκομικά 35%, ελαιόλαδο 39%), τη στέγαση κατά 40% (ενοίκια 31%, ρεύμα 47%, φυσικό αέριο 99%, πετρέλαιο θέρμανσης 114%), τη βενζίνη κατά 44% και το πετρέλαιο κίνησης κατά 54%.
Και όλα αυτά, ενώ η κυβέρνηση περιορίζει τα εισοδήματα μέσω της ελαστικοποίησης της εργασίας, των διευκολύνσεων στις απολύσεις, των απλήρωτων υπερωριών, της υπονόμευσης των συλλογικών συμβάσεων και της αποδιοργάνωσης των ελεγκτικών μηχανισμών. Ταυτόχρονα, η άρνηση τιμαριθμοποίησης των φορολογικών κλιμάκων υποχρεώνει πλέον ακόμη και τους εργαζόμενους με τον κατώτατο μισθό να πληρώνουν φόρο εισοδήματος. Αντίστοιχα, η μη τιμαριθμική προσαρμογή των εισοδηματικών κριτηρίων οδήγησε σε μείωση των δικαιούχων επιδομάτων κατά τουλάχιστον 40% από το 2019. Είναι αυτονόητο ότι όποιες θετικές αλλαγές έγιναν στη φορολογία είχαν ανεπαίσθητα αποτελέσματα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Το αποτέλεσμα αυτών των μεροληπτικών πολιτικών είναι ότι, παρά τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο κόσμος δαπανά πάνω από το 30% του εισοδήματός του για στέγαση (πρωτιά στην Ευρώπη). Η πλειονότητα αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα του μήνα, να αποταμιεύσει ή να πάει έστω δύο εβδομάδες διακοπές.
Αυτό αποτυπώνεται και στους δείκτες: η ανισότητα αυξήθηκε σε σύγκριση με το 2019, τόσο ως προς τον δείκτη Gini όσο και ως προς τον δείκτη S80/S20 (που συγκρίνει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20%). Το ποσοστό των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έχει σημειώσει άνοδο, όπως και το ποσοστό των ανθρώπων άνω των 65 ετών που ζουν κάτω από το κατώφλι της φτώχειας.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, της ευθυγράμμισης των Κεντρικών Τραπεζών με τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων και της αδιαφορίας των τελευταίων για τους κοινωνικούς δείκτες. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που ούτε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας ούτε οι ελίτ είχαν λόγο να ανησυχήσουν τα τελευταία χρόνια.
Συντακτική ομάδα οικονομολόγων
Φωτογραφία: Χρήστος Μπόνης / Eurokinissi





