Ο καιρός μοιάζει να έχει λόξιγκα. Ενώ νομίζεις πως το καλοκαίρι έχει φτάσει (έστω και με καθυστέρηση) ξαφνικά η θερμοκρασία πέφτει 10 βαθμούς. Ενώ εσύ είσαι έξω με τη βερμούδα σου προσπαθώντας να πείσεις το σώμα σου να προσαρμοστεί στη νέα συνθήκη, αρχίζει να βρέχει. Το σώμα δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Όλοι αρρωσταίνουν. Άλλοι από ξαφνικό καλοκαίρι και άλλοι από ξαφνικό χειμώνα. Όλο αυτό δεν είναι φυσιολογικό. Ή έστω δεν μπορεί να βιωθεί ως κανονικό. Ψάχνοντας να βρω καμία μπλούζα χειμωνιάτικη ανεβασμένος πάνω στο πατάρι σκέφτομαι τη Χρονιά χωρίς χειμώνα.
Το 1816, χαρακτηρίστηκε ως χρονιά χωρίς καλοκαίρι. Ήταν οι μήνες που ακολούθησαν την έκρηξη του ηφαιστείου Ταμπόρα στο νησί Σούμπαουα της Ινδονησίας. Η έκρηξη του ηφαιστείου σημειώθηκε έναν χρόνο νωρίτερα. Αλλά η έντασή του ήταν τέτοια ώστε να διαμορφώσει το κλίμα και τις ζωές των ανθρώπων για τον επόμενο χρόνο. Όντως τη χρονιά εκείνη το καλοκαίρι δεν ήρθε. Το φθινόπωρο διαδέχτηκε την άνοιξη. Έχει υπολογιστεί ότι ο δείκτης μεγέθους της ηφαιστειακής έκρηξης ήταν ίσος με 7 (με μέγιστο της κλίμακας το 8) και ο όγκος των υλικών που εκτοξεύτηκαν έφτασε τα 100 κυβικά χιλιόμετρα. Η έκρηξη είχε ως συνέπεια η μέση παγκόσμια θερμοκρασία να μειωθεί κατά 0,4 – 0,7 °C. Η σημαντική ποσότητα ηφαιστειακής τέφρας και αερίων που απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα εμπόδισε το ηλιακό φως, οδηγώντας σε παγκόσμια ψύξη. Τα δεδομένα αυτά κατατάσσουν την τότε έκρηξη του ηφαιστείου ως τη μεγαλύτερη και πιο θανατηφόρα έκρηξη στην καταγεγραμμένη ανθρώπινη ιστορία. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει έλλειψη τροφής σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία αντιμετώπισαν λιμό και ο λιμός έφερε εξεγέρσεις του κόσμου για φαγητό τις πιο άγριες μετά τη γαλλική επανάσταση. Πλημμύρες σημειώθηκαν στην Κίνα, παγετοί στη βόρεια Αμερική μέχρι και τον Αύγουστο ενώ ως έμμεσο αποτέλεσμα –λόγω της πείνας– επιδημίες τύφου σημειώθηκαν στην Ελβετία, την Ιταλία και τη Σκοτία τα επόμενα χρόνια.
Η χρονιά αυτή καταγράφηκε ως μια από τις πρώτες παγκοσμιοποιήμένες εμπειρίες, ως μια στιγμή κοινής μοίρας για το ανθρώπινο είδος. Πέρα από τις διάφορες καταγραφές το γεγονός ενέπνευσε μια σειρά από καλλιτέχνες. Μερικούς από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της περιόδου όπως τον Άγγλο Ουίλιαμ Τέρνερ ή τον Γερμανό Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και μερικούς από τους σημαντικότερους ποιητές όπως τον Πέρσι Σέλλεϋ και τον Λόρδο Μπάιρον. Πιο συγκεκριμένα, ο Μπάιρον έγραψε ένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του. Το εμβληματικό «Σκοτάδι». Μια από τις πρώτες καταγραφές μεταποκαλυπτικής λογοτεχνίας σχετικά με το τέλος του ανθρώπινου είδους. Μια πρώτη παραδοχή για την κοινή ανθρώπινη μοίρα και τη σημασία του κλίματος και της φύσης στην επιβίωσή του. Μια πρώτη έκλαμψη που ερχόταν από το μέλλον. Το δικό μας κλιματικά αλλοπρόσαλλο παρόν.
Το ποίημα ξεκινούσε κάπως έτσι:
«Είχα ένα όνειρο, που όνειρο μοναχά δεν ήταν/ ο λαμπερός ο ήλιος έσβησε, και τα αστέρια σκοτεινά περιπλανήθηκαν στον αιώνιο χώρο/χωρίς ακτίνες, χωρίς μονοπάτια, και η παγωμένη γη κινούταν τυφλή μαυρίζοντας σε έναν αέρα χωρίς φεγγάρι./ Το ξημέρωμα ήρθε και πέρασε –και όταν ήρθε, δεν ήταν μέρα αυτό που έφερε/ οι άνθρωποι τρομαγμένοι ξέχασαν τα πάθη τους/ και όλες οι καρδιές/ πάγωσαν σε μια εγωιστική προσευχή για φως: Και ζούσαν με φωτιές –οι θρόνοι, τα παλάτια των βασιλιάδων, οι καλύβες–/κάθε τι που ήταν κατοικισμό, ρίχτηκε στην πυρά ώστε να φτιαχτούνε φάροι/ οι πόλεις καταναλώθηκαν, και οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν γύρω από τα φλεγόμενα σπίτια τους/ για να κοιτάξουν για άλλη μια φορά ο ένας το πρόσωπο του άλλου.»
Όταν ο καιρός δεν βγάζει νόημα δεν είναι απλώς ένα καπρίτσιο της συγκυρίας. Είναι κομμάτι μιας βαθιάς διαταραχής. Ας θυμόμαστε τότε αυτούς τους πρώτους στίχους. Και για καλό και για κακό ας κοιτάξουμε –έστω κλεφτά– ο ένας το πρόσωπο του άλλου.
Φωτο: Bruno Krajski / Pixabay





