“Η διαλεκτική απαιτεί να λες τα πάντα ταυτόχρονα”*

Η γνώση, όπως και η πολιτική, έχουν πλέον ένα βαθύ, δομικό πρόβλημα και μάλιστα διπλό.

Από τη μία, στην εποχή όχι πια της post-truth (μετα-αλήθειας) αλλά της post-trust (μετα-εμπιστοσύνης), ό,τι τίθεται στη δημόσια σφαίρα πολιτικά, όσα στοιχεία, fact-checking, peer-review κι αν έχει περάσει, όση αλήθεια κι αν εμπεριέχει, δοκιμασμένη με πειράματα, ερωτηματολόγια και αλγόριθμους, δεν γίνεται αποδεκτό ως βάση συζήτησης. Τα δείχνει εξαιρετικά όλα αυτά στο τελευταίο του βιβλίο ο Γιάννης Κτενάς.

Από την άλλη, η διαμερισματοποίηση της γνώσης, η μερικότητα, η εξειδίκευση της εξειδίκευσης σε βαθμό νιοστό, δεν επιτρέπει επικοινωνίες, συνέργειες, ματιές με καθολικό χαρακτήρα, επιστημοσύνη που να μπορεί να παρακολουθήσει τους ρυθμούς αλλαγής του κόσμου. Χιλιάδες επιστημονικοί μικρόκοσμοι κατακερματίζουν, τεμαχίζουν όσο γίνεται περισσότερο τα αντικείμενα σπουδών και ερευνών τους, ως αποτέλεσμα της οργάνωσης, διοίκησης και χρηματοδότησης των πανεπιστημίων.

Το αποτέλεσμα είναι να ανταμώνουν στο σταυροδρόμι των δύο αυτών διαδικασιών, στην πρώτη περίπτωση η άγνοια ως γνώση και στη δεύτερη η γνώση ως άγνοια.

Το αποτέλεσμα είναι πολύ συχνά στην πολιτική, ιδιαιτέρως στη ριζοσπαστική, που απαιτεί και να ερμηνεύει αλλά και να αλλάζει τον κόσμο, να κατισχύουν μαχητικές μερικότητες (militant particularisms, όπως τις ανανοηματοδότησε ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, παίρνοντας τον όρο από τον Ρέιμοντ Γουίλιαμς), αιώνιοι ρόλοι συγκεκριμένης ευθύνης στα ίδια πρόσωπα σε κινήματα και κόμματα, και εναντιώσεις —σε βαθμό εχθρότητας— σε ό,τι μπορεί να συνιστά ανάλυση της ολότητας, έστω και μιας ολότητας χωρίς συγκεκριμένο κέντρο.

Αυτόν τον δύσκολο κόμπο θα προσπαθήσουμε να λύσουμε σιγά-σιγά, πειραματικά, με το συνέδριο της Εποχής και του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, που θα παρακολουθήσετε σήμερα και αύριο στην ΕΣΗΕΑ. Ποιον δηλαδή; Το γεγονός ότι, εφόσον στις “κοινωνίες της δυναμικοποίησης”, όπως ονομάζει τις σύγχρονες ο Hartmut Rosa, προκύπτει τέτοια και τόση ανελεγξιμότητα, ώστε ή θα αποφασίσουμε, με την μάταιη ultra-duper εξατομίκευση, τελικά να μην λύσουμε τίποτα και να πελαγοδρομούμε σε ψυχικό και κοινωνικό χάος, ή θα συντονιστούμε με τις κεραίες της εποχής μας σε όλα τα επίπεδα, εκεί και όπως τρέχουν — κυριολεκτικά τρέχουν — τα πράγματα στον συνδυασμό τους.

Η πολιτική και η επιστήμη δεν είναι τεμάχια: προκύπτουν ταυτόχρονα, επικαλυπτόμενα, αξεδιάλυτα. Έτσι εγγράφονται τα αποτελέσματά τους στα σώματά μας, στον ψυχισμό μας. Έτσι, σκεφτήκαμε κι εμείς να ενώσουμε τρεις θεματικές που κανείς μας δεν μπορεί να αγνοήσει, να τις συζητήσουμε παρέα, να μπαίνει η μία μέσα στην άλλη, όπως και στην πραγματική ζωή.

Η εργασία, η κλιματική κρίση και η τεχνητή νοημοσύνη είναι τα τρία θέματα με τα οποία, ό,τι και να κάνει κανείς, είναι σχεδόν βέβαιο πως τον επηρεάζουν σε βαθμό που συχνά δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Γι’ αυτό κάνουμε αυτό το συνέδριο, για να καταλάβουμε.

Οι άνθρωποι που θα συνομιλήσουν μαζί μας είναι εγνωσμένου κύρους επιστήμονες, ακτιβιστές, πολιτικοί. Θα συζητήσουν με το κοινό και δεν θα κάνουν διάλεξη. Θα μπλέξουν στις μικρές τους εισηγήσεις τα θέματα, θα διαμορφώσουν συνέργειες στα δύο στρογγυλά τραπέζια. Ενέργεια, τεχνολογία, ψηφιακότητα, οικονομικές ανακατανομές, εργασία, εξουσία, πραγματικοί κίνδυνοι, νομικές διευθετήσεις, όραμα: όλα είναι μέσα· είναι αδύνατον να μην είναι μέσα στις δύο συζητήσεις που θέλουν να ψηλαφίσουν μια νέα πολιτική οικονομία της Αριστεράς.

Ελάτε να συνομιλήσουμε.

* η φράση είναι του Φρέντρικ Τζέημσον. Ο ίδιος έλεγε πως πρόκειται για μια από τις ανέφικτες προστακτικές της διαλεκτικής κι ωστόσο προσπάθησε με περίσσιο ζήλο να την υπηρετήσει και μάλλον τα κατάφερε εξαιρετικά.