Βλάσσης Τσίρος, «Αριστερά του Σηκουάνα. Η Sylvia Beach αλλάζει τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Ποταμός, 2026
Η Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου Shakespeare and Company, θα παραμείνει για πάντα στην ιστορική μνήμη ως η εκδότρια του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Ωστόσο η συνεισφορά της στα γράμματα είναι ευρύτερη. Αν το Παρίσι του Μεσοπολέμου έγινε το συνώνυμο του μοντερνισμού, αν ήταν πράγματι Μια κινητή γιορτή, όπως το έχει απαθανατίσει ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τότε η συμβολή της σ’ αυτήν την πολυπολιτισμική εξτραβαγκάντζα στάθηκε καθοριστική. Αυτήν ακριβώς τη Σίλβια Μπιτς αναζητά η μονογραφία του Βλάσση Τσίρου.
Το βιβλίο παρακολουθεί γραμμικά την πορεία της Σίλβια Μπιτς στη ζωή και στη λογοτεχνία. Συγχρόνως, την τοποθετεί στο μεγάλο πορτρέτο της εποχής της: την Ευρώπη του Μεσοπολέμου, με τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα να ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, εστιάζοντας στο Παρίσι του μοντερνισμού της δεκαετίας 1920-1930.
Η πορεία στη ζωή και στη λογοτεχνία
Η Σίλβια Μπιτς γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη με το όνομα Νάνσι Γούντμπριτζ, το 1889. Καταγόταν από συντηρητική οικογένεια, ο πατέρας της ήταν πρεσβυτεριανός ιερέας. Το 1901, η οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι όπου πέρασε μερικά χρόνια μέχρι που η οικογένεια επαναπατρίστηκε. Το 1916, επέστρεψε στο Παρίσι ως φοιτήτρια γαλλικής λογοτεχνίας. Έναν χρόνο μετά γνωρίστηκε με τη βιβλιοπώλισσα Αντριέν Μονιέ. Έγιναν φίλες και τελικά ερωμένες. Το 1919, η Μπιτς εγκαινίασε το δικό της βιβλιοπωλείο, ακριβέστερα το πρώτο αγγλόφωνο, κατά βάση, βιβλιοπωλείο των Παρισίων: το θρυλικό πια Shakespeare and Company. Η μητέρα τής Σίλβια ήταν αυτή που χρηματοδότησε την επιχείρηση, όπως σημειώνει ο Βλάσσης Τσίρος. Λειτουργούσε τόσο ως βιβλιοπωλείο όσο και ως δανειστική βιβλιοθήκη.
Το βιβλιοπωλείο βρήκε γρήγορα πελατεία. Η ζωή για τους Αμερικανούς ήταν φθηνότερη στο Παρίσι λόγω της αγοραστικής δύναμης του δολαρίου. Πολυάριθμοι ζούσαν στη γαλλική πρωτεύουσα, ενώ παρουσίαζε άνοδο το ενδιαφέρον για την αμερικανική λογοτεχνία – που μέχρι τότε δεν θεωρείτο κάτι «συμπαγές». Ο Βλάσσης Τσίρος παραθέτει το χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός καθηγητή φιλολογίας του Χάρβαρντ που δυσφορούσε με τον όρο «αμερικανική λογοτεχνία» και προέτρεπε τους φοιτητές του να λένε «αμερικανικά γράμματα».
Ένας από τους πρώτους πελάτες τoυ Shakespeare ήταν ο Βαλερύ Λαρμώ, ο οποίος αργότερα έγινε μεταφραστής του έργου του Τζέιμς Τζόις. Άλλοι πρώτοι συνδρομητές ήταν ο Αντρέ Ζιντ, ο Έρικ Σατί, η Γερτρούδη Στάιν, ο Έζρα Πάουντ, ο ίδιος ο Τζόις και ο Τ.Σ. Έλιοτ.
Η Σίλβια Μπιτς ξεκίνησε την εκστρατεία για την έκδοση του Οδυσσέα όταν η κύρια μέχρι τότε ευεργέτιδα του Τζόις, η Χάριετ Σο Γουίβερ, δεν κατάφερε να βρει άτομα που θα αναλάμβαναν/συντόνιζαν τα διάφορα στάδια της έκδοσης του βιβλίου. Η ίδια η έκδοση βεβαίως υπήρξε ένα τιτάνιο έργο, μια οδύσσεια από μόνη της, καθώς ο Τζόις άλλαζε ή αναθεωρούσε τα κείμενα μέχρι την τελευταία στιγμή, τρελαίνοντας τους επιμελητές του.
Πώς να μην εκδώσει κανείς ένα βιβλίο
Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Τα πάντα. Και τα περισσότερα πήγαν. Η προσπάθεια έκδοσης του Οδυσσέα αποτελεί ένα πραγματικό εγχειρίδιο. Για το πώς να μην εκδώσει κανείς ένα βιβλίο. Είναι ένα μνημείο λαθών και ανορθολογικών επιλογών. Είναι όμως και ένα μνημείο υποστήριξης και βοήθειας, κυρίως από συγκεκριμένες γυναίκες, προς τον Τζόις. Και ταυτόχρονα ένα παράδειγμα παράτολμου νεανικού ενθουσιασμού πραγματικά αξιοζήλευτου, μόνο επειδή έμεινε στην ιστορία βέβαια. Όπως θα γράψει η Σίλβια: «Δεν θα συμβούλευα “αληθινούς” εκδότες να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου, ούτε και συγγραφείς να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Τζόις. Θα ήταν ο θάνατος των εκδόσεων».
Διαφαίνεται ένα παράπονο στα λόγια της Σίλβια Μπιτς. Δικαιολογημένα. Αφιέρωσε όλο της τον χρόνο, τα χρήματά της και το συναίσθημα στην παραγωγή και στην προώθηση του Οδυσσέα. Υπήρξε ασύγκριτα γενναιόδωρη με τον Τζόις όσον αφορά τα συγγραφικά δικαιώματα, τις προκαταβολές που του κατέβαλε, τα κάθε λογής καπρίτσια (και ακριβά γούστα) που του ικανοποιούσε. Όταν ο Οδυσσέας αναγνωρίστηκε τελικά ως αριστούργημα, όταν λύθηκαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τη λογοκρισία και άρχισε επιτέλους να κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, ο μεγάλος συγγραφέας δεν στάθηκε ανάλογα ευγνώμων στην εκδότρια που ολόψυχα τον στήριξε στα δύσκολα. Τελικά η Σίλβια Μπιτς επέλεξε να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του Οδυσσέα προκειμένου να απελευθερωθεί από τον ίδιο τον συγγραφέα που αγάπησε όσο κανέναν άλλον.
Την περίοδο της έκδοσης του Οδυσσέα, η Σίλβια έγινε φίλη με περισσότερους Αμερικανούς που βρίσκονταν στο Παρίσι, μεταξύ άλλων με τον νεαρό Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τους συνθέτες Τζορτζ Άνθιλ και Άαρον Κόουπλαντ. Τακτικός επισκέπτης στο βιβλιοπωλείο ήταν και ο Τζον Ντος Πάσος, την εποχή που έγραφε το θρυλικό Μανχάταν Τράνσφερ. Αυτήν την εποχή εμφανίστηκε στο Shakespeare and Company και ο Σάμιουελ Μπέκετ και προστέθηκε στον κατάλογο των άμισθων «βοηθών» του Τζόις. Η Σίλβια Μπιτς βοήθησε επίσης στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για το έργο του Γουόλτ Γουίτμαν, που θεωρείτο τότε κάπως ξεπερασμένος.
Τα Roaring 20s, ωστόσο, τελείωσαν απότομα τον Οκτώβριο του 1929 με την κατάρρευση της Γουόλ Στριτ. Η αξία του δολαρίου έπεσε και πολλοί από τους Αμερικανούς πελάτες της άρχισαν να επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Πάνω από τον ευρωπαϊκό ουρανό άρχισαν να μαζεύονται απειλητικά σύννεφα πολέμου. Η βιβλιοπώλισσα αναγκάστηκε να πουλήσει μερικές από τις πολύτιμες πρώτες εκδόσεις και ιδρύθηκε ένα «ταμείο φίλων» για να κρατήσει το βιβλιοπωλείο ζωντανό.
Η αγαπημένη της Αντριέν
Ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από τη σχέση τη Σύλβια και της Αντριέν. Για παράδειγμα περιγράφονται στιγμιότυπα από τις ιδιωτικές διακοπές τους, καθώς οι δυο τους συνήθιζαν τα καλοκαίρια να αποσύρονται σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα στα βουνά της Σαβοΐας, όπου τρέφονταν με φρέσκο γάλα και άλλα ντόπια προϊόντα και έκαναν πεζοπορίες.
Γράφει ο Βλάσσης Τσίρος: «Έτσι, την Κυριακή 2 Αυγούστου 1925 επιβιβάζονται σ’ ένα πλοίο με σκληρά ξύλινα καθίσματα που παραδόξως λέγεται Τρένο της Ευχαρίστησης, Le Train de Plaisir, και αναχωρούν από το Παρίσι. Το τρένο είναι νυχτερινό […] είναι ειδικού σκοπού και οι συνεπιβάτες τους δεν είναι ακριβώς κοσμοπολίτες ντυμένοι ξένοι τουρίστες. Δεν είναι καν Παριζιάνοι που οδεύουν προς κάποιο γνωστό θέρετρο στη γαλλική εξοχή. Είναι κάτοικοι του Παρισιού που μετανάστευσαν εκεί από τα χωριά τους και γερνάνε σε αυτά κατά της διάρκεια της θερινής τους άδειας για να βοηθήσουν στη συγκομιδή στα χωράφια».
Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και την κατοχή του Παρισιού από τους Γερμανούς, η Σίλβια επέλεξε να κρατήσει το κατάστημα ανοιχτό. Όμως, όπως σημειώνει ο Βασίλης Τσίρος, μπήκε στη «μαύρη λίστα» της κατοχικής διοίκησης επειδή συναναστρεφόταν δημόσια μια Εβραία φοιτήτρια, η οποία τη βοηθούσε στο βιβλιοπωλείο∙ οι Εβραίοι, που διακρίνονταν ήδη από το κίτρινο αστέρι, απαγορευόταν να συναναστρέφονται τον υπόλοιπο πληθυσμό, να συχνάζουν σε καφέ κ.λπ. Η φοιτήτρια τελικά συνελήφθη και κατέληξε στο Άουσβιτς.
Ένας ναζί αξιωματικός είδε στη βιτρίνα του Shakespeare and Company ένα αντίτυπο της Αγρύπνιας των Φίνεγκαν του Τζόις. Ζήτησε να το αγοράσει, όμως η Σίλβια αρνήθηκε να το πουλήσει. Ο αξιωματικός απείλησε να επιστρέψει με ένταλμα και να κατασχέσει όλα της τα βιβλία. Η Σίλβια αναγκάστηκε να κρύψει τα αποθέματα (περίπου 5.000 βιβλία) σε μια σοφίτα στην κορυφή του κτιρίου, όπου παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Συνελήφθη το 1942 και φυλακίστηκε στο Βιτέλ, για να αφεθεί αργότερα ελεύθερη χάρη στην επιρροή μιας φίλης της στο Βισύ. Μετά την απελευθέρωση, το 1944, άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά της. Φρόντισε επίσης να στεγάσει το αρχείο της με υλικό του Τζόις στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, στο Μπάφαλο.
Η αγαπημένη της Αντριέν αυτοκτόνησε το 1955. Η Σίλβια την ακολούθησε το 1962. Η λογοτεχνία του 20ού αιώνα οφείλει πολλά στη Σίλβια Μπιτς. Το βιβλίο του Βλάσση Τσίρου περιγράφει τη διαδρομή αυτής της σπάνιας προσωπικότητας με συνέπεια, σεβασμό και μεγάλη τρυφερότητα.





