Η επετειακή έκθεση με τίτλο «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος» είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου με το MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη και σηματοδοτεί τη συμπλήρωση τριάντα ετών από την πρώτη μεγάλη παρουσίαση της Συλλογής Κωστάκη στην Ελλάδα. Η έκθεση, που θα διαρκέσει έως τις 27 Σεπτεμβρίου, αναδεικνύει, μέσα από τρεις θεματικές και επιλογή έργων από τη Συλλογή και το Αρχείο Κωστάκη, τη μετάβαση από τον κανόνα στο πείραμα, από τη σύμβαση στην ουτοπία, καθώς η τέχνη συνομιλεί με τις πολιτικές, ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις της εποχής.
Η σχέση του ανθρώπου με την πόλη, τη φύση, το σύμπαν
Όπως αναφέρεται στον κατάλογο της έκθεσης, οι τρεις θεματικές της έκθεσης (Πόλη, Φύση και Σύμπαν) εξετάζουν τη σχέση του Ανθρώπου με τον κατασκευασμένο (Πόλη), τον οργανικό (Φύση) και τον ανεξερεύνητο χώρο (Σύμπαν), φωτίζοντας τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της ρωσικής πρωτοπορίας ανάμεσα στο πείραμα, την τεχνολογική πρόοδο και την ουτοπία.
Στην ενότητα για την Πόλη παρουσιάζονται έργα που αναφέρονται σε μια νέα οργάνωση του χώρου και των χρηστικών αντικειμένων, μέσα από την ανάδειξη της καθαρής φόρμας και τη μινιμαλιστική χρήση των υλικών.
Στην ενότητα για τη Φύση παρουσιάζονται έργα που αναφέρονται στην αέναη κίνηση και τον αυτόνομο βιολογικό ρυθμό της οργανικής ύλης που περιβάλλει τον Άνθρωπο στη Γη. Από τη συμβολιστική δύναμη της Φύσης που υποτάσσει τον Άνθρωπο, στη Φύση που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ζωής, οι καλλιτέχνες της Οργανικής Σχολής έθεσαν ως αποστολή τους να επαναφέρουν τη Φύση στην τέχνη, μέσα από παρατηρήσεις και πειράματα που κάνουν πιο κατανοητό τον τρόπο που αλλάζει η εικόνα ενός φυσικού περιβάλλοντος σε σχέση με τις αλλαγές του φωτός και της θερμοκρασίας, και ενέταξαν στην καλλιτεχνική πρακτική την οργανική κίνηση και τον ήχο.
Στην ενότητα για το Σύμπαν παρουσιάζονται έργα που σχετίζονται με τις ουτοπικές εξερευνήσεις και το όραμα της γνωριμίας με «άλλους τόπους», τη διερεύνηση του διαστήματος και την αναπαράσταση της κοσμικής ύλης με στοιχεία ταυτόχρονα φαντασιακά και επιστημονικά, που οδηγούν σε νέες κοσμοθεωρίες και φιλοσοφικές θεωρήσεις για τη ζωή και την τέχνη. Η προσέγγιση και κατανόηση της αθέατης πλευράς του κόσμου, όπως είναι λ.χ. ο άπειρος χώρος του σύμπαντος, έχουν μια φιλοσοφική διάσταση που αναπτύσσεται σε καλλιτεχνικά κινήματα, όπως είναι ο Σουπρεματισμός και ο Κοσμισμός, αλλά συνυπάρχουν και με τις επιστημονικές προσεγγίσεις. Το αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης δημιουργεί εκρηκτικές συνθέσεις στην τέχνη.
Άλλαξε τα μουσειακά δεδομένα της χώρας
Με την έκθεση της Ρώσικης Πρωτοπορίας που είχε πραγματοποιηθεί το 1995-1996, στην Αθήνα, μας είχε δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσουμε, για πρώτη φορά, ένα ολόκληρο κίνημα της μοντέρνας τέχνης, τη Συλλογή Κωστάκη, και τα δύο κομμάτια της: αυτό που ο συλλέκτης είχε αφήσει στη Μόσχα, στην Πινακοθήκη Τετριακόφ και αυτό που πήρε μαζί του, το 1977, όταν ήρθε στην Ελλάδα. Όπως είχε επισημάνει η Άννα Καφέτση, επιμελήτρια, τότε, της Εθνικής Πινακοθήκης, «ο Κωστάκης θέλησε ν’ αποκαταστήσει το κίνημα στην ιστορικότητά του».
Η έκδοση του βιβλίου της Καμίλα Γκρέη, το 1962, με τίτλο Το Μεγάλο Πείραμα: Ρώσικη Τέχνη 1863-1922, στην αγγλική γλώσσα «είχε προκαλέσει ισχυρό ρήγμα στην καθιερωμένη αφήγηση της τέχνης του μοντερνισμού καθώς αποκάλυψε το πλήθος, την ποικιλία και τις ιδιαιτερότητες των σουπρεματιστών, των κυβοφουτουριστών, των κονστρουκτιβιστών, έβαλε στο στόμα των ιστορικών της τέχνης και των φιλότεχνων ονόματα όπως η Ποπόβα, ο Κλιούν, ο Ρότσενκο, ο Τάτλιν, ο Μάλεβιτς. Κυρίως ανέδειξε έναν αθέατο (…) θησαυρό με νέες αντιλήψεις για τον δρόμο προς την αφαίρεση και την κατάκτηση της μη αντικειμενικής πραγματικότητας όπως επίσης ένα επαναστατικό όραμα για την αναδιατύπωση της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινή ζωή».
Το διαμέρισμα του Κωστάκη στη Μόσχα, τις δεκαετίες ’60 και ’70, λειτουργούσε ως ένα ανεπίσημο μουσείο μοντέρνας τέχνης. Η αγορά 1.277 έργων της συλλογής του ολοκληρώθηκε από το ελληνικό Δημόσιο τον Μάρτιο 2000 και, με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, περιήλθε στο νεοϊδρυθέν τότε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, το οποίο μετεξελίχθηκε σε ΜΟΜUS. Ήταν η μεγαλύτερη πολιτιστική επένδυση που έγινε από το ελληνικό κράτος. Και ήταν πολύ σημαντική γιατί άλλαξε και τα μουσειακά δεδομένα της χώρας: Δημιουργήθηκαν τα δύο Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ αποτελεί και πολύ σπουδαίο κεφάλαιο της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης καθώς, επίσης, άλλαξε και τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι την τέχνη, προσφέροντας έτσι καινούριες ιδέες.
Διασωσμένα από τη λήθη και την καταστροφή
Ο Γεώργιος Κωστάκης ήταν Έλληνας που είχε γεννηθεί στη Μόσχα το 1913, με καταγωγή από τη Ζάκυνθο, και χωρίς να έχει ιδιαίτερη καλλιτεχνική παιδεία και επαφή με τη μοντέρνα τέχνη, ενθουσιάστηκε με τα έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας, σώζοντάς τα, έτσι, από τη λήθη και την καταστροφή, καθώς το καθεστώς τα είχε απαγορεύσει. Ο Κωστάκης είχε εργαστεί ως υπάλληλος της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα, στην αρχή ως οδηγός του αυτοκινήτου της ελληνικής πρεσβείας και, στη συνέχεια, μετά τον Β΄ ΠΠ, στην καναδική πρεσβεία. Από το 1946 έως το 1970 συνέλεγε συστηματικά έργα καλλιτεχνών, λειτουργώντας σχεδόν ως αρχαιολόγος, δηλαδή επιχειρώντας «ανασκαφή» όταν αυτά ήταν ήδη απαγορευμένα και εξορισμένα από τη δημόσια θέα.
Οι καλλιτέχνες εκείνη την εποχή λειτουργούσαν σε ένα επαναστατικό περιβάλλον. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι πολλές διεργασίες ανατροπής του τσαρικού καθεστώτος, είχαν δώσει τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες να ονειρευτούν μια νέα καλλιτεχνική πραγματικότητα. Έτσι, υπάρχουν πολλά έργα που δεν συμβάδιζαν με την τότε τέχνη της εποχής. Οι καλλιτέχνες είχαν επαφή με το τι γινόταν στα ευρωπαϊκά κέντρα, οπότε άρχισαν να δημιουργούν, εφαρμόζοντας κάποιες αντίστοιχες αντιλήψεις σε σχέση με το φως, το χρώμα, την αποτύπωση του φυσικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, προχώρησαν, υιοθετώντας πολύ πιο πρωτότυπες ιδέες και λύσεις, τις οποίες μερικοί τις συνέδεαν με την αλλαγή της κοινωνικής ζωής και της καθημερινότητας, με μια επιθυμία επανασχεδιασμού όλης της καθημερινής ζωής, μέσω της τέχνης, που αφορούσε από την ενδυμασία έως τον σχεδιασμό κατοικιών στο διάστημα.
Όταν πρωτοαντίκρισε αυτά τα έργα, ο Κωστάκης αισθάνθηκε, όπως ομολόγησε, σαν να μπήκε ένα φως στο δωμάτιο, είχε την αίσθηση ότι μια ανομολόγητη σχέση συνέδεε αυτούς τους καλλιτέχνες: Ο τρόπος που οι Σουπρεματιστές απέδιδαν το φως και οι αγιογράφοι την υπερβατικότητα. Καταρχάς, έπρεπε να εντοπίσει αυτά τα έργα, καθώς πολλοί από τους καλλιτέχνες είχαν ήδη πεθάνει, οπότε αναγκαστικά είχε αποταθεί σε συγγενείς οι οποίοι δεν αναγνώριζαν, οι περισσότεροι, την αξία αυτών των έργων. Την περίοδο του Στάλιν, όταν πλέον είχε επιβληθεί το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όλα αυτά τα έργα/πειράματα θεωρήθηκαν φορμαλιστικά, ακατανόητα για τους περισσότερους και για την προπαγάνδα του καθεστώτος. Από τη λήθη και την καταστροφή τα έσωσε ο Κωστάκης.
Το 1995 παρουσιάζεται η έκθεση στην Ελλάδα ενώ η συλλογή είχε ήδη ταξιδέψει στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ (Guggenheim) στη Νέα Υόρκη, ενώ για πρώτη φορά ενώθηκαν τα δυο τμήματα της συλλογής, αυτό που ο Κωστάκης είχε αφήσει στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ, στη Μόσχα κι αυτή που πήρε μαζί του στην Αθήνα. Έτσι εκδηλώθηκε η επιθυμία, δημιουργήθηκε αυτό το ρεύμα, ότι τα έργα δεν έπρεπε να φύγουν από την Ελλάδα.

Τα εκθέματα
Σε ό,τι αφορά τη φετινή έκθεση, στο κέντρο της είναι ο άνθρωπος. Υπάρχουν 3 ακόμη ενότητες που συνομιλούν με τον Άνθρωπο: Η Πόλη, Η Φύση και Το Σύμπαν. Οι καλλιτέχνες είχαν μια κατασκευαστική αντίληψη για το έργο τους, μια αντίληψη που συνέδεε το έργο τέχνης, και σε επίπεδο υλικών, με την ορατή πραγματικότητα. Εκτός από τις χρωματικές ύλες χρησιμοποιούσαν και άλλες, όπως, λόγου χάριν, το τσιμέντο. Το αφιερωμένο στη Ρόζα Λούξεμπουργκ μνημείο, για παράδειγμα, δεν είναι αναπαραστατικό αλλά γεωμετρικό και αφηρημένο, ενώ στη σημαντική ταινία Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή, ο σπουδαίος σκηνοθέτης Τζίγκα Βερτόφ επιδιώκει ν’ αποδώσει την καθημερινή ζωή στις πόλεις της Ρωσίας, στην Οδησσό συγκεκριμένα, μεταφέροντας την ταχύτητα, τις δυνατότητες της τεχνολογίας, στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, με διαγώνιες λήψεις, με προοπτικές από κάτω προς τα πάνω, φορμαλιστικές καινοτομίες που εισήγαγαν οι καλλιτέχνες εκείνη την περίοδο, με την προσδοκία ότι μπορούν να συμβάλουν στον ανασχεδιασμό της καθημερινής ζωής της πόλης. Επίσης, στην έκθεση προβάλλεται η σχέση των εικαστικών τεχνών με τον κινηματογράφο και το θέατρο, ενώ βλέπουμε και μια σειρά από συνθήματα μιας θεατρικής παράστασης που σχεδίασε η Λιουμπόβ Ποπόβα με την κονστρουκτιβιστική γραφή, τα χοντρά γεωμετρικά γράμματα που είχαν εισαγάγει οι καλλιτέχνες εκείνη την εποχή. Συνθήματα για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης όπου πολλοί εικαστικοί δημιουργοί συνεργάζονται με σκηνοθέτες, μουσικούς, αρχιτέκτονες, προκειμένου να στήσουν μια συνολική καλλιτεχνική δημιουργία. Η Λιουμπόβ Ποπόβα είναι από τις σημαντικότερες προσωπικότητες όλων των κινημάτων που συνθέτουν τη ρώσικη πρωτοπορία: από τον μεταϊμπρεσσιονισμό περνάει στον κυβοφουτουρισμό, χρησιμοποιώντας τρία χρώματα: κόκκινο, μαύρο, λευκό. Δουλεύει, στη συνέχεια, στο κλίμα του σουπρεματισμού, ενώ δεν αγνοεί και την εφαρμοσμένη τέχνη. Τα εξαιρετικά γεωμετρικά μοτίβα της για τα υφάσματα ίσως είναι η πιο αναγνωρίσιμη δουλειά της. Προσδοκούσε αυτά τα υφάσματα να κυκλοφορήσουν σε μαζική παραγωγή, δημιουργώντας έτσι καινούρια ρούχα για την καθημερινή ζωή, κατάλληλα τα περισσότερα και για τα δύο φύλα, καθώς και στολές εργασίας, σχεδιασμένες να προσφέρουν μεγάλη ελευθερία στις κινήσεις. Αλλά και σχέδια που προορίζονταν για μελλοντικά κτήρια.
Όμως στην έκθεση έχουμε την ευκαιρία να δούμε και μια σειρά από αντικείμενα, όπως αυτά που είχε φιλοτεχνήσει ο Βασίλι Καντίνσκι, για παράδειγμα πορσελάνες, οι οποίες δεν ήταν καθημερινά αντικείμενα για τον οποιονδήποτε αλλά υψηλού κύρους, καθώς ο Τσάρος τα χρησιμοποιούσε για τα επίσημα δείπνα αλλά και ως δώρα σε εκπροσώπους χωρών – οι πορσελάνες ήταν, λοιπόν ένα διπλωματικό εργαλείο. Οι Μπολσεβίκοι είχαν καταλάβει και το εργοστάσιο παραγωγής πορσελάνης και οι καλλιτέχνες αποφάσισαν να οικειοποιηθούν τη λευκή πορσελάνη, σχεδιάζοντας τη φόρμα του μέλλοντος. Είναι ενδιαφέρον ότι δανείζονται φόρμες του παρελθόντος και πάνω σ’ αυτές μεταφέρουν τα μηνύματα με τα οποία θέλουν να διαμορφώσουν την κοινωνία. Ένα από τα συνθήματα ήταν ότι «όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί να τρώει». Δανείζονται ρήσεις από τον Κομφούκιο, από τον χριστιανισμό, από διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις και τις αποδίδουν με τη νέα αντίληψη, τη σοσιαλιστική – δίνουν το μήνυμά τους χρησιμοποιώντας τα εργαλεία του παρελθόντος. Με παλιές φόρμες μεταφέρουν τα μηνύματα που επιθυμούν στην κοινωνία.
Όπως επισημαίνει η Συραγώ Τσιάρα στο βιβλίο της έκθεσης Ο Κόσμος της πρωτοπορίας. Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος, η έκθεση που είχε πραγματοποιηθεί το 1995-96 Ρώσικη Πρωτοπορία 1910-1930, με την επιστημονική επιμέλεια της Άννας Καφέτσηκαι την καλλιτεχνική διεύθυνση της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, είχε βρει εξαιρετική ανταπόκριση στο κοινό, παρέχοντας δεκάδες ξεναγήσεις με επισκέπτες που ανέρχονταν στις 100.000 αλλά και αφιέρωμα της εκπομπής Παρασκήνιο, επίσης και τηλεοπτικές εκπομπές όπως αυτές της Κατερίνας Ζαχαροπούλου στο κανάλι SevenX. Ενώ σε τούτη την έκθεση παρακολουθούμε, επίσης, βίντεο με εξαιρετική παρουσίαση της Άννας Καφέτση σχετικά με αυτήν του 1995-96 αλλά και βίντεο που σχολιάζει τα έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας η κόρη του Κωστάκη όπως και ο ίδιος.
Για το παρόν εγχείρημα, όπως αναφέρει η Συραγώ Τσιάρα, στόχος ήταν να προσφερθεί μια νέα εκθεσιακή εμπειρία στο κοινό που ήδη γνώριζε την αξία της συλλογής, ταυτόχρονα κι ένα κίνητρο για τους νεότερους προκειμένου να έρθουν σε επαφή μαζί της, επανεξετάζοντας τη συλλογή με νέα ματιά.
Σημείωση: Στην έκθεση προβάλλονται και βίντεο: από την εξαιρετική παρουσίαση της Άννας Καφέτση της Ρώσικης πρωτοπορίας το 1995-96, ενώ παρακολουθούμε και βίντεο στα οποία σχολιάζει ο Κωστάκης αλλά και η κόρη του την «περιπέτεια» της Ρώσικης Πρωτοπορίας.
Πηγές:
1. Ξενάγηση στην Έκθεση από τη Συραγώ Τσιάρα, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης.
2. Κατάλογος Έκθεσης: Κόσμος της Πρωτοπορίας. Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος.





