Η ελληνική επανάσταση με τα μάτια του Eric Hobsbawm


Σαν σήμερα, η Ελληνική Επανάσταση του 1821 εγγράφεται στη συλλογική μνήμη ως η απαρχή της εθνικής ανεξαρτησίας. Όμως, αν θέλουμε να την κατανοήσουμε ιστορικά, οφείλουμε να την τοποθετήσουμε μέσα στον ευρύτερο καμβά των επαναστάσεων της εποχής της.

Ο Eric Hobsbawm, στο έργο του The Age of Revolution: Europe 1789–1848, διατυπώνει μια από τις πιο καθαρές και ταυτόχρονα απαιτητικές ερμηνείες: από το κύμα επαναστάσεων της περιόδου 1820–1822, «μόνο μία πέτυχε: η ελληνική». Η διαπίστωση αυτή είναι η αφετηριακή παραδοχή του, που ορίζει και το πόσο σημαντική ήταν και, εξ αυτού, αξίζει της προσοχής μας.

Γιατί πέτυχε η ελληνική επανάσταση εκεί όπου απέτυχαν άλλες; Η απάντηση του Hobsbawm δεν εδράζεται σε κάποιο εθνικό ιδιοχαρακτηριστικό, αλλά στη σύνθεση πολλών παραγόντων.

Πρώτον, στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις, εκδηλώθηκε «μαζική εξέγερση ενός ένοπλου λαού». Η επανάσταση δεν περιορίστηκε σε συνωμοτικές εταιρείες (όπως η Φιλική Εταιρεία) ή στρατιωτικά πραξικοπήματα ανώτερων αξιωματικών ή ατάκτων ενός κάποιου στρατεύματος (έστω άτυπου, όπως π.χ. οι έμπειροι και σκληραγωγημένοι Κλέφτες), δεν αφορούσε την αστική τάξη (π.χ. μεγάλους προεστούς ή τους Φαναριώτες), αλλά απέκτησε κοινωνικό και χωρικό βάθος και, παράλληλα αλλά και κρίσιμα, διάρκεια.

Δεύτερον, η ελληνική υπόθεση ξεπέρασε τα όρια του ελλαδικού ή έλληνόφωνου κόσμου. Όπως σημειώνει ο Hobsbawm, η Ελλάδα έγινε «μύθος και έμπνευση για εθνικιστές και φιλελεύθερους παντού». Ο φιλελληνισμός δεν ήταν μια ρομαντική ή οριενταλιστική παρέκκλιση των ευρωπαϊκών ελίτ, αλλά αποτέλεσε ένα πραγματικά διεθνές ρεύμα πολιτικής και ιδεολογικής κινητοποίησης με υλικό αποτύπωμα: ήρθαν στην Ελλάδα ξένοι άνθρωποι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για το σκοπό της Επανάστασης. Στήριζαν τα ελληνικά αιτήματα πολλές φορές και ενάντια στις προθέσεις (ή τις απροθυμίες) των ηγεσιών της χώρας καταγωγής τους.

Σε αυτή τη γραμμή εντάσσεται και η γνωστή σύγκριση:
«Η Ελλάδα έγινε η πηγή έμπνευσης του διεθνούς φιλελευθερισμού, και ο φιλελληνισμός […] στη συσπείρωση της ευρωπαϊκής Αριστεράς τη δεκαετία του 1820 έπαιξε ρόλο ανάλογο με αυτόν που θα έπαιζε στο τέλος της δεκαετίας του 1930 η υποστήριξη στην Ισπανική Δημοκρατία».

Η αναλογία αυτή έχει ενδιαφέρον γιατί μπορούμε ίσως να την κατανοήσουμε καλύτερα. Όπως η Ισπανία του 1936, έτσι και η Ελλάδα του 1821 λειτούργησε ως σημείο αναφοράς. Ο αγώνας των Ελλήνων μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή υπόθεση όλων των αντιμοναρχικών και αντιαυταρχικών δυνάμεων, σε ένα πολύπλοκο πολιτικό, ιδεολογικό ακόμα και αισθητικό μπλοκ που, έπειτα από τη Γαλλική Επανάσταση, ξαναπιάνει το νήμα μιας ταυτότητας που αναζητά όσα έγκεινται πέραν της αυταρχικής επιβολής και, προϊόντος του χρόνου, της εκμετάλλευσης.

Τρίτον, η διεθνής συγκυρία. Η επιτυχία της Επανάστασης δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις αντιθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και, τελικά, από την παρέμβασή τους. Η ελληνική ανεξαρτησία είναι προϊόν τόσο της εσωτερικής εξέγερσης που ευτύχησε να γίνει επανάσταση, όσο και μιας ευνοϊκής διεθνούς ανακατάταξης.

Ο Hobsbawm, αν και αναγνωρίζει τη σημασία της λαϊκής κινητοποίησης ως αναγκαία συνθήκη, είναι σαφής ότι η έκβαση του αγώνα δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς τη διεθνή παρέμβαση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στο The Age of Revolution: «Η επιτυχία των Ελλήνων οφειλόταν στο γεγονός ότι η Επανάστασή τους συνέπεσε με μια κατάσταση κατά την οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν διχασμένες…»

Η σύγκρουση συμφερόντων και γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα άνοιξε τον δρόμο για παρέμβαση, η οποία τελικά αποδείχθηκε καθοριστική. Έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και η ναυμαχία του Ναυαρίνου, όχι ως μια πράξη αλληλεγγύης της Χριστιανοσύνης της Δύσης, αλλά ως αποτέλεσμα γεωπολιτικών ανταγωνισμών που αποκρυσταλλώνονταν στην ελληνική υπόθεση.

Αυτή η τριπλή διάσταση – πραγματική λαϊκή εξέγερση, ισχυρή διεθνής ιδεολογική απήχηση, ευνοϊκή δια του ανταγωνισμού γεωπολιτική συγκυρία – είναι που καθιστά το 1821 ιστορικά μοναδικό.

Στα χρόνια μας, η επέτειος της Επανάστασης κινδυνεύει συχνά να εγκλωβιστεί σε έναν αποστειρωμένο εορτασμό. Το είδαμε και στα 200 χρόνια, όπου χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία ειλικρινούς έμφασης σε πτυχές της που ακόμα δεν έχουμε σκεφτεί ως ιδιαίτερα σημαντικές. Η ανάγνωση του Hobsbawm μας υπενθυμίζει ότι η Επανάσταση δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε «καθαρή». Ήταν ένα σύνθετο γεγονός, γεμάτο αντιφάσεις, που συνδέθηκε με ευρύτερα ρεύματα της εποχής του.

Και ίσως αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε, γιατί η ανάγκη των επαναστάσεων σε μια εποχή επαναφοράς των Αυτοκρατοριών, του πολέμου και των ένοπλων ιμπεριαλισμών απαιτείται να είναι η απάντηση των κοινωνιών: η ιστορία γράφεται πάντα ως συνάντηση, κρυστάλλωση, συγκυρία στο τρίστρατο μεταξύ κοινωνίας, ιδεών και ισχύος. Ωστόσο, το κινούν αίτιο είναι το ίδιο το “συμβάν —επανάσταση” με τον τρόπο που το σκέφτηκε ο Ντελέζ: «Το Συμβάν δεν είναι αυτό που συμβαίνει, προκύπτει ως καθαρή διαφοροποίηση, είναι η δυνητική πολλαπλότητα που συγκροτεί το νόημα πέρα από τα γεγονότα».