διαβάστε το απόσπασμα από την εισαγωγή του Κ. Γαλανόπουλου στο βιβλίο για τον Τζόν Μπράουν: “Ας ντυθούν οι ουρανοί στα πορφυρά” που μόλις εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1791, το Κογκρέσο ενέκρινε και επικύρωσε μια σειρά δέκα προσθηκών και τροποποιήσεων στο Σύνταγμα [Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Πολίτη (Bill of Rights)], που καθόριζε τις σχέσεις των πολιτών με το Κράτος. Η Δεύτερη από αυτές αναφέρει τα εξής: «Μια επαρκώς ελεγχόμενη Πολιτοφυλακή, όντας απαραίτητη για την ασφάλεια ενός ελεύθερου Κράτους, το δικαίωμα των πολιτών να κατέχουν και να φέρουν όπλα, δεν θα παραβιαστεί». Η θέση της συγκεκριμένης Τροπολογίας (δεύτερη στη σειρά μετά την Πρώτη περί του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης) και η συμπερίληψή της σε μια συνταγματική τροποποίηση που κατοχυρώνει τα δικαιώματα του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, είχε σαν αποτέλεσμα να ερμηνευθεί ως το δικαίωμα του πολίτη να αποκρούει με τη βία την αυθαίρετη κρατική επιβολή. Η κατοχύρωση του δικαιώματος των πολιτών να φέρουν όπλα δεν ήταν δίχως προηγούμενο· αντίστοιχο δικαίωμα είχε κατοχυρώσει για τους πολίτες η αγγλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων το 1689.

Όσοι, όμως, ερμήνευαν τη Δεύτερη Τροπολογία ως ατομικό δικαίωμα οπλοφορίας, επικαλούνταν επίσης ένα δεδομένο της κοινωνικής ζωής που κρατούσε ήδη πριν την Επανάσταση: τη χρήση όπλων από τους Αμερικανούς για την προστασία τους απέναντι στα εχθρικά στοιχεία τόσο της φύσης όσο και τα ανθρώπινα (όλοι άλλωστε συμφωνούσαν πως η κατοχή όπλων και η εμπειρία στη χρήση τους ήταν ένα από τα στοιχεία που βοήθησαν στην επιτυχία της Επανάστασης). Πλέον, στα εχθρικά στοιχεία που απειλούσαν τους πολίτες είχε προστεθεί και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Βεβαίως, τα πραγματικά κίνητρα των νομοθετών Πατέρων δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρα. Μολονότι, δε, ορισμένοι Αντιπρόσωποι υποστήριξαν το δικαίωμα ένοπλης αντίστασης στην «τυραννία», δηλαδή στην επιβολή του ομοσπονδιακού κράτους, η Δεύτερη Τροπολογία κατά πάσα πιθανότατα προστέθηκε στη Διακήρυξη προκειμένου οι δουλοκτητικές Πολιτείες να σιγουρευτούν ότι το Κογκρέσο δεν θα διέτασσε τον αφοπλισμό των δικών τους Πολιτοφυλακών – κάτι που θα οδηγούσε στην απώλεια του ελέγχου επί του πληθυσμού των δούλων.

Υπήρξαν, όμως, και αυτοί που ερμήνευσαν τη Δεύτερη Τροπολογία ως δικαίωμα ένοπλης αντίστασης απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και τυραννία, και κατά συνέπεια απέναντι σε κάθε μορφή τυραννίας – η απεχθέστερη από τις οποίες ήταν η δουλεία! «Οι νομικές συνέπειες της συνταγματικής αναγνώρισης του δικαιώματος των ατόμων να υπερασπίζονται την ιδιοκτησία, τις ελευθερίες και τις ζωές τους απέναντι στην κυβέρνηση», έγραφε ο Λύσανδρος Σπούνερ, συνίσταται στη «νομιμοποίηση της αντίστασης σε κάθε κυβερνητική αδικία και καταπίεση, κάθε φύσης και υπό το όποιο όνομα».

Ο Σπούνερ ήταν σημαίνουσα προσωπικότητα του αμερικανικού ριζοσπαστικού χώρου, θιασώτης μιας μορφής ατομικισμού που βάσιζε την αυτοτέλεια του ατόμου στα φυσικά δικαιώματά του ενάντια σε κάθε μορφή εξωτερικής επιβολής· στα όρια του αναρχισμού δηλαδή, και κατ’ επέκταση αταλάντευτος πολέμιος της δουλείας. Ο Σπούνερ ήταν επίσης ο πιο σημαντικός θεωρητικός του Κόμματος της Ελευθερίας, ενός σχηματισμού ακτιβιστών Καταργητών που απέβλεπε στην αυτοκυβέρνηση και την ευθυγράμμιση της κοσμικής διακυβέρνησης με τον θεϊκό νόμο. Οι ακτιβιστές του Κόμματος της Ελευθερίας αποτελούσαν κομμάτι ενός δυναμικού ριζοσπαστικού κινήματος που επιδίωκε την κατάργηση της δουλείας και άγγιζε τα όρια ενός θρησκευτικού αναρχισμού. Οι ακτιβιστές αυτού του κινήματος συνέδεαν την απόρριψη της εγκόσμιας διακυβέρνησης, στη βάση της ατομικής αυτοτέλειας ως θεϊκής επιταγής, με την άρση κάθε μορφής καταπίεσης και ιδίως με την κατάργηση της δουλείας.

Ο Τολστόι διέκρινε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στις ιδέες του Γκάρισον, ηγετικής προσωπικότητας του κινήματος: «Ο Γκάρισον κατανόησε ότι το μόνο ακατάρριπτο επιχείρημα εναντίον της δουλείας ήταν η άρνηση του δικαιώματος ενός ανθρώπου επί της ελευθερίας ενός άλλου». Σύμφωνα με τον Γκάρισον και τους συντρόφους του, η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος καταπίεσης ήταν αντίθετη με τη χριστιανική διδασκαλία. Πολλοί δε από αυτούς τους Καταργητές επέκτειναν την απόρριψη του δικαιώματος επιβολής και καταπίεσης προς κάθε μορφή κρατικής ή εκκλησιαστικής εξουσίας.

Η πουριτανική παράδοση αντίστασης και ανεξαρτησίας συνέπλευσε εδώ με τον αμερικανικό ατομικισμό: «Γιατί πρέπει να προσφεύγω στην εκκλησία για το δόγμα μου ή στο κράτος για τη διακυβέρνησή μου; Γιατί να μην είμαι ο ίδιος ο συγγραφέας του δικού μου δόγματος; Γιατί να μην κυβερνώ ο ίδιος τον εαυτό μου;» διερωτάται ο Άλκοτ [Bronson Alcott], συνιδρυτής μαζί με τον Γκάρισον του Συλλόγου Ενάντια στη Δουλεία [Anti-Slavery Society]. Ο Άλκοτ ήταν επίσης μέλος της Λέσχης των Υπερβατιστών και θεωρητικός του κινήματος του υπερβατισμού. Για τους ριζοσπάστες αυτού του χώρου, ο θεσμός της δουλείας ήταν απολύτως απαράδεκτος.

[…] Αυτός που δεν αναγνωρίζει στα λόγια του Μπράουν τη σοφία και την ευγένεια, υποστήριξε ο Θορώ, που δεν αναγνωρίζει σε αυτά μια αυθεντία ανώτερη από τους νόμους μας, είναι ο «σύγχρονος Δημοκρατικός». Η άποψη ότι ο λόγος και το ήθος ενός ανθρώπου συνιστούν πηγή νομιμοποίησης της πράξης ανώτερη από αυτήν που συνιστά ο νόμος ήταν μια ριζοσπαστική θέση. Ο Θορώ, όμως, δεν αναγνώριζε την αυθεντία σε τίποτα που βρίσκεται εκτός της συνείδησης του ατόμου. Το άτομο που έχει την ικανότητα να διαισθανθεί το ορθό δεν δεσμεύεται από τον ανθρώπινο νόμο, έχει δικαίωμα να πάει πέρα από αυτόν και να αναγνωρίσει την «αιώνια αλήθεια και δόξα» – να γίνει δηλαδή υπερβατιστής, «όπως το έκανε ο ζωντανός Βορράς τα τελευταία χρόνια» με αφορμή το ζήτημα της δουλείας.1 Ο Θορώ, εντούτοις, προσδιορίζει ότι ο Δημοκρατικός που παραμένει τυφλός απέναντι στη σοφία και την ευγένεια, απέναντι δηλαδή στον λόγο του Μπράουν, είναι συνταγματικά τυφλός. Παύει εν πολλοίς να είναι Αμερικανός· αντίθετα από αυτούς, αλλά και σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς, ισχυρίζεται ο Θορώ, περισσότερο Αμερικανός από όλους είναι ο Μπράουν. Άλλωστε, αυτός κατηγορήθηκε από ένα φαύλο και ανήθικο κράτος ως επαναστάτης, όπως ακριβώς είχε συμβεί και στην περίπτωση του Ουάσινγκτον και του Φραγκλίνου.

Ο Θορώ, στη διαμάχη μεταξύ των οπαδών της μη αντίστασης και των θιασωτών των βίαιων μέσων, παίρνει το μέρος των δεύτερων. Μολονότι το δικό του κήρυγμα δεν καλεί άμεσα στη βίαιη αντίδραση απέναντι στην άδικη και καταπιεστική κυβέρνηση, το νόημά του είναι μάλλον σαφές: «Όταν η τυραννία της κυβέρνησης είναι αβάσταχτη, όλοι αναγνωρίζουν το δικαίωμα της επανάστασης, το δικαίωμα της άρνησης υπακοής και προβολής αντίστασης σε αυτήν». Ο Θορώ δεσμεύει ρητορικά τους οπαδούς της μη αντίστασης με τη βαρύτητα των δύο λέξεων: όλοι το αναγνωρίζουν/όταν η τυραννία είναι αβάσταχτη. Αναρωτιέται λοιπόν: πώς μπορούν αυτοί να υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες τώρα δεν είναι τέτοιες; Δεν βρίσκεται άραγε το ένα τρίτο τούτου του έθνους, που θέλει να είναι το «άσυλο της ελευθερίας», σε κατάσταση δουλείας; Αν ναι, τότε σύμφωνα με τον Θορώ η συνθήκη ήταν ώριμη «ώστε οι έντιμοι άνθρωποι να εξεγερθούν και να επαναστατήσουν».

[…]

«Επιχείρησε εχθρική εισβολή στην Κοινοπολιτεία» και «εξαπέλυσε ανοιχτό πόλεμο ενάντια στο Κράτος», έγραψε ένας επικριτής του. Η ίδια η Πολιτεία της Βιρτζίνια που δίκασε και καταδίκασε τον Μπράουν, απαντά ένας υποστηρικτής του, απεικονίζει στον θυρεό της έναν άνθρωπο που αποκεφαλίζει τον πεσμένο τύραννο: «αυτό θα είναι το τέλος κάθε τυράννου, αναγράφει το σύνθημά της. Βάλτε στη θέση του τυράννου τον λευκό και στη θέση του ανθρώπου με το ξίφος τον μαύρο και ιδού η άμεση εφαρμογή τούτης της αρχής»!

Το επιχείρημα του Καταργητή είναι σαφές: η επίθεση στο Κράτος που ανέχεται και συντηρεί τον θεσμό της δουλείας είναι νόμιμη στη βάση των αρχών επί των οποίων το ίδιο θεμελιώθηκε. Ακόμα δε και στην περίπτωση που θεωρήσουμε ότι το Σύνταγμα πράγματι ανέχεται τη δουλεία, τότε υπάρχει ένα καταστατικό κείμενο που είναι ακόμα πιο θεμελιώδες: η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Με βάση αυτήν τη λογική, ο Μπράουν γράφει στο Προσωρινό Σύνταγμά του ότι η δουλεία συνιστά «κατάφωρη παραβίαση εκείνων των αιώνιων και αυταπόδεικτων αληθειών, όπως διακηρύσσονται στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, και απόλυτη ασέβεια απέναντί τους». Σύμφωνα με τον ίδιο, λοιπόν, και σύμφωνα με τους περισσότερους ριζοσπάστες Καταργητές, οι επιθέσεις που εξαπέλυαν στο όνομα της άμεσης κατάργησης της δουλείας δεν στρέφονταν ενάντια στο αμερικανικό έθνος και το Κράτος του αλλά μόνο στο δουλοκτητικό κατεστημένο του Νότου και την πολιτική τάξη του Βορρά που το ανεχόταν.

Οι ίδιοι δεν ήταν καν επαναστάτες. Ήταν απλώς οι συνεχιστές του πνεύματος της Επανάστασης και των αξιών των Ιδρυτών Πατέρων – θεμέλιος λίθος των οποίων υπήρξε η ρητή και αδιαπραγμάτευτη αναφορά στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην ελευθερία. Ο Μπράουν και οι ριζοσπάστες Καταργητές ερμήνευαν την αναφορά της Διακήρυξης στις ιδέες της ελευθερίας και της ισότητας ως απολύτως καθολική και οικουμενική. Ουδείς μπορούσε να εξαιρεθεί, για κανέναν λόγο και σε καμιά περίπτωση. Υπό αυτή την έννοια , σύμφωνα με τη θέση που υποστήριξε ο Σκοτ Χάμοντ, οι ενέργειες του Μπράουν ήταν πράξεις ιδρυτικές και νομοθετικές: «Το έθνος [με την κατάργηση της δουλείας] κυριολεκτικά αναγεννήθηκε με έναν τρόπο που επιβεβαίωνε ξανά και πληρέστερα τις αρχικές αξίες της Δημοκρατίας. Σε αυτό συνίσταται η πράξη της ίδρυσης, και η επίθεση του Μπράουν στο Χαρπερς Φέρι ήταν το προφητικό πρελούδιό της.»

1Στο ίδιο, σ. 280.