Ένας νέος άνθρωπος πεθαίνει και η δημόσια σφαίρα, αντί να σταθεί στην αλυσίδα των πράξεων που οδήγησαν εκεί, ενεργοποιεί σχεδόν αυτόματα τον πιο βολικό μηχανισμό της: την ηθική αποδόμηση του θύματος. «Γιατί βρέθηκε εκεί», «τι έκανε», «τι φορούσε». Η πράξη εξαφανίζεται και στη θέση της εμφανίζεται η εκ των υστέρων δίκη της ζωής ενός νεκρού.
Στην Κεφαλονιά, την ώρα που οι Αρχές ακόμη διερευνούν τα πραγματικά δεδομένα των τελευταίων ωρών της 19χρονης, έχει ήδη στηθεί ένα παράλληλο δικαστήριο στα social media. Όχι για το τι έκαναν οι παρόντες. Όχι για το πώς μια κατάσταση κλιμακώθηκε χωρίς παρέμβαση. Αλλά για το αν η ίδια «έπρεπε να είναι εκεί». Η εγκατάλειψη, η αδράνεια, η δυνατότητα παρέμβασης υποχωρούν. Στο κέντρο μένει η «ηθική αξιολόγηση» του θύματος.
Το ερώτημα γιατί, ενώ βρισκόμαστε στο 2026, ο δημόσιος λόγος εξακολουθεί να αναπαράγει αυτές τις αντιστροφές ευθύνης δεν απαντάται με σχήματα προόδου ή οπισθοδρόμησης. Απαντάται με το πώς έχει οργανωθεί η ίδια η κοινωνική δομή.
Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έχει μετατρέψει το κάθε τραγικό γεγονός σε άμεση, μαζική και ανώνυμη διαδικασία. Μια –ουσιαστικά– δολοφονία «κλείνει» γρήγορα όταν μετατραπεί σε ιστορία ατομικής ευθύνης. Όσο πιο βίαιο το γεγονός, τόσο πιο επιθετική η ανάγκη να αποκατασταθεί μια ψευδο-τάξη.
Παράλληλα, υπάρχει βαθιά κοινωνική κόπωση απέναντι στην έννοια της συλλογικής ευθύνης. Σε κοινωνίες αποδυναμωμένων θεσμών φροντίδας και διάχυτης επισφάλειας, το ενδεχόμενο ότι «κάποιος έπρεπε να παρέμβει και δεν το έκανε» δεν αντέχεται εύκολα. Δεν γίνεται πολιτικό αίτημα· γίνεται άμυνα. Και η άμυνα έχει πάντα τον ίδιο δρόμο: μεταφορά ευθύνης προς τα κάτω, στον πιο εύκολο στόχο. Το άτομο θεωρείται απόλυτα υπεύθυνο για την ασφάλειά του. Άρα, κάθε τραγική κατάληξη μπορεί να «εξηγηθεί» ως αποτέλεσμα λάθος επιλογών.
Η αποσύνδεση της ψηφιακής ζωής το κάνει χειρότερο. Ο θάνατος δεν βιώνεται, καταναλώνεται. Και ό,τι καταναλώνεται, σχολιάζεται. Η απόσταση από το θύμα γίνεται τόσο μεγάλη που η ηθική του αποδόμηση μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. «Κάτι θα έκανε», «κάπου θα φταίει». Φράσεις-μηχανισμοί που δεν εξηγούν τίποτα, αλλά κλείνουν τη συζήτηση.
Εδώ μπαίνει και η πατριαρχία, όχι ως «θεωρία» αλλά ως αντανακλαστικό. Η γυναίκα-θύμα αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως πρόσωπο που βρέθηκε σε βίαιη ή επικίνδυνη συνθήκη αλλά ως σώμα που έπρεπε να είχε προβλέψει τα πάντα. Η ζωή της περνά από φίλτρο αναδρομικής ηθικής αξιολόγησης. Το «τι της συνέβη» αντικαθίσταται από το «τι έκανε πριν της συμβεί».
Έτσι, η ευθύνη γέρνει μονόπλευρα. Η αδράνεια των παρόντων γίνεται δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Η «συμπεριφορά» της γυναίκας γίνεται κεντρικό αφήγημα. Και η προστασία παύει να είναι υποχρέωση των άλλων και μετατρέπεται σε ατομικό φορτίο της ίδιας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ενιαίο σύστημα: συντηρητισμός που μετατρέπει την ευθύνη σε ατομική ενοχή, ψηφιακή κουλτούρα που απαιτεί γρήγορη ηθική κρίση, και πατριαρχία που καθορίζει ποια ζωή «δικαιούται» αυτονόητη προστασία.
Σε αυτό το τρίγωνο, η εγκατάλειψη εξαφανίζεται από το κάδρο. Δεν είναι πια το γεγονός. Γίνεται φόντο. Και στο προσκήνιο μένει πάντα το ίδιο πράγμα: το θύμα, υπό κρίση.
Η περίπτωση της νεκρής κοπέλας δεν είναι εξαίρεση. Είναι επανάληψη. Από το «το περιπολικό δεν είναι ταξί» μέχρι τις εκφράσεις που συνοδεύουν υποθέσεις γυναικοκτονιών ή ακόμη και υποθέσεις όπως του Ζακ, το μοτίβο είναι σταθερό: πρώτα η ηθική αποδόμηση, μετά η κατακραυγή εναντίον νεκρών ανθρώπων.
Τα ελληνικά social media δεν λειτουργούν απλώς ως χώρος διατύπωσης άποψης. Λειτουργούν ως καθρέφτης μιας κουλτούρας που έχει μάθει να κοιτάζει το θύμα πιο εύκολα από τον μηχανισμό που το άφησε εκτεθειμένο. Μιας βίαιης, εκφασισμένης κλειδαρότρυπας.





