Η νέα νίκη της αμερικάνικης αριστεράς !

Το Μίσιγκαν δεν είναι μια ακόμη πολιτεία στον εκλογικό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι μία από τις πολιτικά πιο κρίσιμες πολιτείες της χώρας, ένας τόπος όπου συναντώνται η ιστορία της βιομηχανικής εργατικής τάξης, η παράδοση των συνδικάτων, οι μεγάλες κοινωνικές μεταβολές και οι εκλογικές αναμετρήσεις που συχνά κρίνουν την πορεία ολόκληρης της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται μία από τις σημαντικότερες «πολιτείες-κλειδιά» στις προεδρικές εκλογές: το 2016 πέρασε στους Ρεπουμπλικάνους για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, συμβάλλοντας στην εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ το 2020 επέστρεψε στους Δημοκρατικούς με τον Τζο Μπάιντεν.

Παράλληλα, το Μίσιγκαν διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες αραβοαμερικανικές κοινότητες στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην περιοχή του Ντιτρόιτ, γεγονός που έχει προσδώσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στη συζήτηση για τη Γάζα, την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τη σχέση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.

Σε αυτό το πολιτικά φορτισμένο περιβάλλον πραγματοποιήθηκαν οι προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, οι οποίες εξελίχθηκαν σε μια κρίσιμη αναμέτρηση για το μέλλον του κόμματος. Μεγάλος νικητής ήταν ο Abdul El-Sayed, γιατρός και πρώην επικεφαλής δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ, ο οποίος επικράτησε της Haley Stevens για το χρίσμα των Δημοκρατικών στη Γερουσία.

Η νίκη του El-Sayed ξεπέρασε τα όρια μιας προσωπικής εκλογικής επιτυχίας. Η αναμέτρηση μετατράπηκε σε σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική. Από τη μία πλευρά, η λογική του κομματικού κατεστημένου, των μεγάλων χρηματοδοτών και των ισχυρών πολιτικών δικτύων. Από την άλλη, μια εκστρατεία που στηρίχθηκε στην κινητοποίηση της βάσης, στις μικρές δωρεές και στην ιδέα ότι οι κοινωνικές πλειοψηφίες μπορούν να οργανωθούν απέναντι στην επιρροή του μεγάλου χρήματος.

Η μάχη αυτή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της τεράστιας οικονομικής παρέμβασης υπέρ της Haley Stevens. Η AIPAC και οργανώσεις που συνδέονται μαζί της επένδυσαν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στην προσπάθεια να εμποδίσουν την εκλογή του El-Sayed. Η προκριματική αναμέτρηση στο Μίσιγκαν έγινε έτσι μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες για την επιρροή των φιλοϊσραηλινών πολιτικών λόμπι σε μια εσωκομματική μάχη των Δημοκρατικών.

Το αποτέλεσμα απέκτησε έναν ισχυρό συμβολισμό: μια εκστρατεία με πολύ μικρότερους οικονομικούς πόρους, βασισμένη σε εθελοντές, κοινωνική οργάνωση και μικρές δωρεές, κατάφερε να επικρατήσει απέναντι σε μια πανίσχυρη μηχανή χρηματοδότησης. Αυτό ακριβώς ανέδειξε και ο Bernie Sanders, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στα χρήματα, αλλά στη δυνατότητα των ανθρώπων να οργανώνονται συλλογικά.

Κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του El-Sayed ήταν και η θέση του για τη Γάζα. Έχει καταγγείλει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, έχει ζητήσει αλλαγή στην αμερικανική πολιτική στήριξης προς την ισραηλινή κυβέρνηση και έχει χαρακτηρίσει την καταστροφή στη Γάζα γενοκτονία. Η στάση του αυτή τον έφερε σε αντιπαράθεση με ισχυρά πολιτικά δίκτυα, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσε τη στήριξή του από τμήματα της προοδευτικής βάσης, ιδιαίτερα από νέους ψηφοφόρους και κοινότητες που ζητούν διαφορετική πορεία στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η σημασία της βραδιάς στο Μίσιγκαν, όμως, δεν περιορίζεται στη νίκη του El-Sayed. Οι προκριματικές έφεραν και άλλες επιτυχίες για υποψηφίους που συνδέονται με την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών και το ρεύμα των Democratic Socialists of America (DSA). Ο Donavan McKinney κέρδισε την υποψηφιότητα στην 13η περιφέρεια του Μίσιγκαν, ενώ ο William Lawrence επικράτησε στην 7η περιφέρεια. Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι το ρεύμα που έγινε ορατό με την εκλογή της Alexandria Ocasio-Cortez και της Rashida Tlaib το 2018 δεν αποτελεί πλέον μόνο μια σειρά μεμονωμένων επιτυχιών, αλλά επιχειρεί να αποκτήσει βαθύτερη πολιτική παρουσία.

Το μήνυμα που επιχειρεί να αναδείξει ο Sanders από το Μίσιγκαν είναι ότι οι κοινωνικές αλλαγές δεν έρχονται μόνο μέσα από τους θεσμούς, αλλά από την οργάνωση των ανθρώπων. Η πραγματική διαμάχη στο εσωτερικό των Δημοκρατικών αφορά πλέον το αν το κόμμα θα παραμείνει ένας φορέας διαχείρισης των υπαρχόντων συσχετισμών ή αν θα επιχειρήσει να μετατραπεί σε ένα κόμμα κοινωνικής πλειοψηφίας, ικανό να συγκρουστεί με τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.