Η νίκη των αφανών και άφωνων στο Βερολίνο

Όλα έχουν ένα τέλος. Μόνο το λουκάνικο έχει δύο – λένε οι Γερμανοί. Ο Φρίντριχ Μερτς επίσης, θα προσθέταμε εμεί. Ο Χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος έχει ήδη δύο πολιτικούς θανάτους πίσω του και τώρα πάει για έναν τρίτο. Ο πρώτος επήλθε τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου, όταν άπαντες/άπασες έριξαν σε αυτόν την ευθύνη για την πανωλεθρία του κόμματός του στις εκλογές του κρατιδίου Σαξονία-Άνχαλτ. Ο δεύτερος, δύο εβδομάδες αργότερα, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες δεν κατάφεραν, πάλι εξαιτίας του, να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 5% και έμειναν εκτός τοπικής Βουλής στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία – για πρώτη φορά στην ιστορία τους σε γερμανικό κρατίδιο. Και ο τρίτος συντελείται τώρα, ύστερα από τη δήλωσή του, αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του «καταστροφικού» αποτελέσματος της 20ής Σεπτεμβρίου, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, ότι δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από την καγκελαρία, αλλά, αντίθετα, θα μείνει απτόητος στο πόστο του για να ολοκληρώσει τη μεγάλη αποστολή του: τη «μεταρρύθμιση» του κοινωνικού κράτους – των αντιλαϊκών μέτρων δηλαδή, που ήταν και το κύριο αίτιο της εκλογικής «καταστροφής».

Απόκρουση των «μεταρρυθμίσεων»

Mission impossible – ακατόρθωτη αποστολή. Το κοινωνικό κράτος στη Γερμανία είναι «too big», πολύ μεγάλο και πολύ κατοχυρωμένο κοινωνικά, για να πεθάνει. Για την υπεράσπισή του φροντίζουν όχι μόνο τα (ακόμα) πανίσχυρα συνδικάτα, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 76% των Γερμανών/ίδων αποκρούει το κυβερνητικό πρόγραμμα των «μεταρρυθμίσεων». Και αυτή η απόκρουση, που μεταφράζεται κατά διαστήματα σε εκλογική ψήφο, ισοδυναμεί πολιτικά με τη θανατική καταδίκη του επίδοξου «μεταρρυθμιστή». Υπογεγραμμένη μάλιστα και από τους βαρόνους του δικού του κόμματος, που τον περιμένουν πλέον μονίμως στη γωνία. Την ίδια ώρα που ο ίδιος «θρηνούσε» για την «καταστροφή» στις εκλογές του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας αυτοί συνεδρίαζαν σε παρακείμενο κτίριο με θέμα το πολιτικό του μέλλον: «Ξήλωμά» του ως καγκελάριου σήμερα ή αργότερα; Ο κλήρος έπεσε στο «αργότερα», το οποίο θα μπορούσε όμως να συμβεί ανά πάσα στιγμή.

Ο Μερτς δεν προωθεί βέβαια τις μεταρρυθμίσεις από «γινάτι». Η αποστολή του είναι διατεταγμένη – με κύριο εντολοδόχο την εξαγωγικά προσανατολισμένη Ένωση Βιομηχάνων. Η εντολή της, όπως γράφει η οικονομολόγος Εύα Φέλπελ, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας, τη διευκόλυνση των απολύσεων, τις περικοπές των κοινωνικών υπηρεσιών και την κατάργηση της σύνταξης στα 63 χρόνια ακόμα και για όσους/ες έχουν συμπληρώσει 45 χρόνια εργασίας. Χωρίς αυτά, λένε, το κλείσιμο επιχειρήσεων και η ανεργία θα είναι αναπόφευκτες. Ως απόδειξη κραδαίνουν την τύχη της αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen, που, υπό την πίεση του κινεζικού ανταγωνισμού, προβαίνει στην απόλυση δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων. Μόνο που και οι εργοδότες/ριες έχουν χάσει πλέον την εμπιστοσύνη τους στον Μερτς και ψάχνουν επίσης έναν κατάλληλο αντικαταστάτη του.

Το γκρέμισμα του κοινωνικού κράτους δεν αποτελεί μονομερές γεγονός. Είναι συμπλήρωμα της διαβόητης Zeitenwende (Αλλαγή Εποχής), της επιστροφής στον μιλιταρισμό στον αμυντικό και οικονομικό τομέα, που συντελείται από το 2022. Τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που επενδύονται σε αυτόν τον τομέα προέρχονται κατά μεγάλο μέρος από τις περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες. Οι ασφαλισμένοι πληρώνουν από την τσέπη τους τις γιγαντιαίες παραγγελίες όπλων στην εξοπλιστική βιομηχανία.

Περιορισμός ή επέκταση της «Αλλαγής Εποχής»;

Το πολιτικό κατεστημένο θα ήθελε βέβαια, για λόγους αυτοσυντήρησης, να περιορίσει την «Αλλαγή Εποχής» στο τρίγωνο: μιλιταρισμός στο στράτευμα, στρατικοποίηση της οικονομίας, αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Όμως κάνει τον λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο: Η ακροδεξιά Εναλλακτική της Γερμανίας AfD, η θριαμβεύτρια των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, σχεδιάζει να την επεκτείνει και στον πολιτικό τομέα με την αποδόμηση των δημοκρατικών θεσμών, τη μετατροπή του κράτους σε αυταρχικό εργαλείο και τη βίαιη εκτόπιση των ξένων από τη χώρα. Προς το παρόν είναι σε θέση να την πραγματοποιήσει μόνο στη Σαξονία-Άνχαλτ – εφόσον βέβαια (κάτι που δείχνει σχεδόν σίγουρο) ξεπεράσει το εμπόδιο της έλλειψης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας με την αρωγή του κόμματος BSW της πρώην ηγέριας της Αριστεράς Σάρα Βάγκενκνεχτ. Μεσοπρόθεσμα όμως θα μπορούσε να την πραγματώσει και σε άλλα κρατίδια, και ίσως μάλιστα σε όλη τη Γερμανία, αν συνεχιστεί η ορμητική άνοδος του γοήτρου της, που τη βγάζει με 29% πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις (οι Χριστιανοδημοκράτες, που ακολουθούν, έχουν πέσει πλέον κάτω από το 20%).

Τα κόμματα των «άκρων» φέρνουν τα πάνω κάτω

Οι πρόσφατες εκλογικές «ανατροπές» έχουν φέρει τα πάνω κάτω στο πολιτικό σύστημα. Η πάλαι ποτέ ηγεμονία των «λαϊκών» κομμάτων του κέντρου (του Χριστιανοδημοκρατικού και του Σοσιαλδημοκρατικού) βρίσκεται υπό εξαΰλωση. Στη θέση τους μπαίνουν τα λεγόμενα κόμματα των «άκρων», σε πρώτη γραμμή η Εναλλακτική και κατά περιπτώσεις η Linke (Αριστερά). Η κρίση εμπιστοσύνης στο κομματικό κατεστημένο, που σοβούσε από δεκαετίες, καθορίζει πλέον ολοκληρωτικά τις εκλογικές αναμετρήσεις – με αποτέλεσμα τις πιο απίθανες «εκπλήξεις» στα εκλογικά αποτελέσματα.

Μια τέτοια «έκπληξη» ήταν και η επιτυχία της Linke στις εκλογές της πόλης-κρατιδίου του Βερολίνου στις 20 Σεπτεμβρίου. Όχι τόσο λόγω της «πρωτιάς» της στα εκλογικά ποσοστά, αφού οι δημοσκοπήσεις τής έδιναν σταθερά ένα έστω και μικρό προβάδισμα, όσο λόγω του «σκανδαλώδους» περιεχομένου της προεκλογικής της καμπάνιας, που έθετε υπό αίρεση ένα αδιαπραγμάτευτο αστικό αγαθό – τη (μεγάλη) ιδιωτική περιουσία. Το αίτημά της για «κοινωνικοποίηση» των οικοδομικών εταιρειών, που έχουν στην κατοχή τους πάνω από 3.000 κατοικίες και ζητάνε απλησίαστα για τα οικονομικά ασθενή στρώματα ενοίκια, είχε προκαλέσει πανικό στους ταγούς της χώρας. Ο πανικός αυτός μετατράπηκε μετά την 20ή Σεπτεμβρίου σε καμπάνια κατασυκοφάντησης της Linke, στην οποία συμμετέχουν και τα «ποιοτικά» μέσα ενημέρωσης – από το περιοδικό Spiegel ως την εφημερίδα Süddeutsche Zeitung. Το «έγκλημα» που της προσάπτουν είναι, πρώτον, ο αντισημιτισμός ενός μέρους των μελών της και, δεύτερον, ο συγχρωτισμός της με κάποια «ξενόφερτα» εγκληματικά σόγια (Clan) της πόλης. Ως απόδειξη φέρουν το γεγονός ότι στο πάρτι της Αριστεράς τη νύχτα των εκλογών ένας ράπερ ζήτησε τραγουδιστά «τον θάνατο του ισραηλινού στρατού» και την απελευθέρωση της Παλαιστίνης «από τον ποταμό ως τη θάλασσα», ενώ παράλληλα συμμετείχε σε αυτό και o Ίσα Ρέμο, επιφανές μέλος ενός τέτοιου Clan. Εις μάτην διευκρίνισε η υποψήφια δήμαρχος του κόμματος Ελίφ Εράλπ ότι οι κομματικοί φρουροί είχαν ζητήσει από τον Ρέμο να εγκαταλείψει πάραυτα το πάρτι, ότι διαφωνεί κάθετα με τα λεγόμενα του ράπερ και ότι παρέχει «εγγύηση προστασίας» σε όλους τους Εβραίους – όπως εξάλλου και στους μουσουλμάνους και στους εν γένει αλλοδαπούς της πόλης. Η καμπάνια εναντίον της Linke εντατικοποιείται και δεν αποκλείεται να πετύχει τελικά τον στόχο της: τη ματαίωση της ψήφισης της Εράλπ σε πρώτη αριστερή δήμαρχο στο Βερολίνο.

Είτε πετύχει είτε δεν πετύχει όμως αυτή η ματαίωση, αυτό που μένει είναι μια πολιτικοκοινωνική επανάσταση – η αμφισβήτηση της αστικής μεγάλης περιουσίας. Και μία πολιτισμική: το ότι οι πιο αφανείς και άφωνοι κάτοικοι της πόλης, ήτοι εκείνοι με ξένη καταγωγή, που, όπως αποφάνθηκε περιφρονητικά ο Μερτς, χαλάνε με την εμφάνισή τους την «εικόνα της πόλης», κατόρθωσαν με την ψήφο τους το φαινομενικά ακατόρθωτο – να αναδείξουν τη Linke σε πρώτο κόμμα του Βερολίνου. Και να κάνουν τον καγκελάριο να φαίνεται, λόγω του πολλαπλού τέλους του, σαν λουκάνικο στη θέση του λουκάνικου.

Φωτό: Majaranda / pixabay