φωτογραφία: Ομιλία του Χίτλερ στο Βερολίνο (30-01-1933). Το πανό πίσω του γράφει: Der Marxismus muß sterben damit die Nation wieder auferstehe (Ο μαρξισμός πρέπει να χαθεί για να ξανασηκωθεί η Γερμανία)
Σχετικά με τον αντιδραστικό (εθνικο)σοσιαλισμό του επίσημου και “εναλλακτικού” φασισμού
«Σας παρουσιάζω εδώ μια προοπτική και είμαι πεπεισμένος ότι η νίκη αυτής της προοπτικής αποτελεί τη μόνη δυνατή αφετηρία μιας γερμανικής ανάκαμψης(…) Είμαστε ανένδοτοι στην απόφασή μας να εξοντώσουμε τον μαρξισμό στη Γερμανία μέχρι την τελευταία του ρίζα».
Αδόλφος Χίτλερ προς τα μέλη της Ενωσης Βιομηχάνων στο Ντίσελντορφ, 27 Ιανουαρίου 1932
«Ο κομμουνισμός διχάζει το Έθνος με την ταξική πάλη, βλέποντας μόνο εχθρούς μέσα στον ίδιο λαό. Ο ελληνικός εθνικισμός ενώνει. Δεν χρειάζεται να καταστραφεί μια τάξη για να ζήσει η άλλη. Θέλει ισορροπία, Θέλει ισορροπία, δικαιοσύνη και συνεργασία όλων των Ελλήνων για το κοινό καλό».
Hellenic National Union
«Το μαρξιστικό ιδεολόγημα της “πάλης των τάξεων”, που υιοθετήθηκε με ανακούφιση από την εξίσου υλιστική δεξιά, εφηύρε τον “ταξικό εχθρό”. Εργαζόμενοι και εργοδότες, αντί να συνεργάζονται ως απαραίτητα μέλη του ίδιου επιχειρηματικού οργανισμού για την ευημερία του και -κατ’ επέκτασιν- την ευημερία των ιδίων και του εθνικού συνόλου, έλαβαν θέσεις αντιπάλων, με τις “ευλογίες” των ανάξιων κυβερνήσεων»
Χρυσή Αυγή
Ήταν 9 Ιανουαρίου του 2025 όταν ο Έλον Μασκ συναντήθηκε με την Άλις Βάιντελ, επικεφαλής του μεταφασιστικού μορφώματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AfD). Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους η Βάιντελ σε ένα ρεσιτάλ ιστορικού αναθεωρητισμού προσπάθησε να αποκρούσει τις κατηγορίες για τις ναζιστικές καταβολές του κόμματός της, λέγοντας: «Η μεγαλύτερη επιτυχία (των άλλων κομμάτων) μετά από εκείνη την τρομερή εποχή στην ιστορία μας ήταν να χαρακτηρίσουν τον Αδόλφο Χίτλερ ως δεξιό και συντηρητικό. Ήταν ακριβώς το αντίθετο. Δεν ήταν συντηρητικός, δεν ήταν ελευθεριακός. Ήταν κομμουνιστής σοσιαλιστής». Συχνά πυκνά το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στον δημόσιο διάλογο από εκπροσώπους της (ακρο)δεξιάς, που αναφέρουν πως ο ναζισμός και ο φασισμός είναι αριστερά πολιτικά ρεύματα ή μιλάνε για “κόκκινο φασισμό” κλπ.. Προφανώς, η αντίληψη αυτή δεν είναι καθόλου άσχετη με την επίσημη ανιστόρητη θεωρία της ΕΕ περί εξίσωσης κομμουνισμού – ναζισμού. Και προφανέστατα, για τα ευαίσθητα στομάχια των διακινητών τέτοιων θεωρημάτων, ακόμα κάθεται βαριά η ιστορική πραγματικότητα: η νίκη απέναντι στο φασιστικό κτήνος ήρθε με την κόκκινη σημαία να καρφώνεται στην καρδιά του κτήνους!
Η θεωρία της εξίσωσης ναζισμού – κομμουνισμού, μέσα από την ιδεολογική ομίχλη που παράγει σκοπίμως, κρύβει την ταξική φύση του φασιστικού/ εθνικοσοσιαλιστικού φαινομένου, τον συμβιβασμό του με το μεγάλο κεφάλαιο (παρά την κούφια αντικαπιταλιστική ρητορική του) και τον δομικό του αντικομμουνισμό. Βασικά, θέλει να σκεπάσει την απόρριψη από τον φασισμό/ εθνικοσοσιαλισμό του βασικού πυρήνα του μαρξισμού, δηλαδή του ιστορικού υλισμού και την ανάγνωση της ιστορίας της ανθρωπότητας ως ιστορίας της πάλης των τάξεων. Η ταξική ειρήνη, παρά την καταχρηστική χρησιμοποίηση της έννοιας του σοσιαλισμού, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τον εθνικοσοσιαλισμό. Με τα λόγια του ίδιου του Χίτλερ: «[…] πρέπει να διδάξουμε στον Γερμανό εργάτη πόσο απαραίτητοι είναι ένας εφευρέτης και ο επιχειρηματίας αρχηγός. Είναι ξεκάθαρο πως κάτω από την αιγίδα μιας τέτοιας βλέψης στην οικονομική ζωή, απεργίες και αντιαπεργίες δεν μπορούν να είναι ανεκτές. Το Εθνικοσοσιαλιστικό κράτος αρνείται το δικαίωμα του οικονομικού πειθαναγκασμού. Πάνω απ’ όλα τα εργολαβικά κόμματα, βρίσκονται τα οικονομικά συμφέροντα του έθνους, που είναι τα συμφέροντα του λαού». Όλες οι τάξεις, λοιπόν, οργανώνονται και εργάζονται ως κοινή εθνική μονάδα. Γι’ αυτό άλλωστε μια από τις πρώτες κινήσεις της εθνικοσοσιαλιστικής κυβέρνησης του Χίτλερ ήταν η διάλυση των εργατικών συνδικάτων και η αντικατάστασή τους με το “Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας”, κερδίζοντας έτσι την εύνοια του Γερμανικού κεφαλαίου. Κάπως έτσι, έθνος και λαός, εργασία και κεφάλαιο, κράτος και Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα ταυτίζονται κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Φύρερ.
Σύμφωνα με τον Χίτλερ ο μπολσεβικισμός δυναμιτίζει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας. Η Ευρώπη πρέπει να ξυπνήσει μπροστά στην απειλή της μπολσεβίκικης μόλυνσης που οδηγεί στη μείωση του διεθνούς εμπορίου: «Γιατί αυτό το εμπόριο είναι βασισμένο όχι μόνο στην αδιασάλευτη και εγγυημένη σταθερότητα παραγωγής σε ένα ξεχωριστό έθνος αλλά και στην παραγωγή όλων των εθνών μαζί. Ένα από τα πρώτα πράγματα που είναι ξεκάθαρα σε αυτό το θέμα είναι ότι κάθε μπολσεβικική ενόχληση θα οδηγήσει αναγκαστικά σε μια λίγο – πολύ μόνιμη καταστροφή της τακτικής παραγωγής». Οι μπολσεβίκοι, λοιπόν, είναι επικίνδυνοι ταραξίες της κανονικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας και οφείλει η Ευρώπη να συνασπιστεί εναντίον τους. Ταυτόχρονα, ο μπολσεβικισμός χαρακτηρίζεται ως πανούκλα, θανάσιμο δηλητήριο και παγκόσμιος κίνδυνος εναντίον του οποίου πρέπει να αγωνιστεί η Ευρώπη χύνοντας άφθονο αίμα. Στα χιτλερικά οράματα ο μυστικισμός του αίματος της “Συντηρητικής Επανάστασης” θα υλοποιηθεί μέσω ενός εξαγνιστικού πολέμου που θα απο-μπολσεβικοποιήσει την Ευρώπη. Τόσο κομμουνιστής ήταν ο Χίτλερ…
Στην πραγματικότητα, ο ναζισμός ήταν ένας άοκνος υπηρέτης του κεφαλαίου. Ο Γκούσταβ Κρουπ, επικεφαλής του γερμανικού ομίλου βαριάς βιομηχανίας “Friedrich Krupp AG” και Προέδρος του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων, έλεγε: «Ο εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος [του μαρξισμού] που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας». Μερίδα του γερμανικού κεφαλαίου ήδη από το 1927, πολύ πριν γιγαντωθεί το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα – κίνημα, είδαν στον ναζισμό έναν πιστό σύμμαχο για τον αντικομμουνιστικό αγώνα. Τότε ήταν που ο Χίτλερ συναντιόταν στη βίλα του Κρουπ με εκατοντάδες επιχειρηματίες προκειμένου να αποσπάσει τη στήριξή τους. Τέτοιου είδους συναντήσεις επαναλήφθηκαν κι αργότερα, με τις διεργασίες για την τοποθέτηση του Χίτλερ στον θώκο του Καγκελάριου συνεχώς να πυκνώνουν. Όπως έγινε τον Ιανουάριο του 1932, όταν σε μυστική συνάντηση που είχε ο Χίτλερ με εκατοντάδες εκπροσώπους του γερμανικού κεφαλαίου, τους υποσχέθηκε να ξεριζώσει τον μαρξισμό από τη Γερμανία. Στις 20 Φεβρουαρίου του 1933, λίγο πριν τις εκλογές, ο Χίτλερ συναντήθηκε με 25 μεγαλοβιομήχανους στο Βερολίνο για να αποσπάσει την υποστήριξή τους. Εκεί συγκροτήθηκε και ένα ειδικό ταμείο υποστήριξης του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (NSDAP) για τις επερχόμενες εκλογές του Μαρτίου. Με την υποστήριξη του βιομηχανικού κεφαλαίου, το NSDAP κατάφερε να αυξήσει την εκλογική του δύναμη και να αποσπάσει το 43,91% των ψήφων. Άλλωστε, ήδη από τη δημιουργία του λεγόμενου Harzburger Front το 1931, η πορεία για την άνοδο των ναζιστών στην εξουσία με της ευλογίες της αστικής τάξης, των αριστοκρατών και των κύκλων της συντηρητικής και εθνικιστικής δεξιάς ήταν προδιαγεγραμμένη.

Εκτός από το γερμανικό κεφάλαιο καταλυτικό ρόλο στην άνοδο του ναζισμού έπαιξαν και αμερικάνικες επιχειρήσεις, όπως η Ford, η General Motors, η General Electric, η Standard Oil, η IBM, η ΙΤΤ, η Chase Manhattan, οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν το φιλοεπενδυτικό περιβάλλον του ναζιστικού καθεστώτος. Ειδική αναφορά πρέπει να κάνουμε στον μεγαλοβιομήχανο Χένρι Φορντ, o οποίος άσκησε σημαντική επιροή στον ναζισμό, ενώ υπάρχουν στοιχεία πως χρηματοδοτούσε το NSDAP με άμεσο και έμμεσο τρόπο. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο Χίτλερ δήλωνε από το 1923 πως εμπνεόταν από την αντιεβραϊκή ρητορική του Φόρντ και τον έβλεπε ως ηγέτη του αμερικανικού φασιστικού κινήματος.1 Στο βιβλίο του “Ο Αγών μου”, ο Χίτλερ εκθείαζε τον Φορντ ως τον πιο γενναίο και τίμιο εκ των δυτικών βιομηχάνων και ως τον μοναδικό άνθρωπο στις ΗΠΑ που αντιστέκεται εναντίον των Εβραίων. Ο θαυμασμός προς τον Φορντ επεκτείνονταν από τα πάνω προς τα κάτω. Ο Μπάλντουρ Μπενέντικτ φον Σίραχ, γνωστός ως Jugendführer (ηγέτης της νεολαίας) του Τρίτου Ράιχ, κατά τη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης απέδωσε τον οξύ αντισημιτισμό του στην επιρροή του από την ανάγνωση των βιβλίων του Φορντ. Ταυτόχρονα, η εταιρεία του Φορντ είχε πολυεπίπεδους οικονομικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με το ναζιστικό καθεστώς. Για παράδειγμα, ειδικοί μηχανικοί της επιχείρησης συνεργάστηκαν με το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας, το οποίο προέκυψε μετά από τη διάλυση των εργατικών ενώσεων και των συνδικάτων με σκοπό την ομαλή λειτουργία του γερμανικού καπιταλισμού.
Ο Αμερικάνος μεγαλοβιομήχανος ήταν ήδη από τη δεκαετία του 1910 ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής της αντισημιτικής προπαγάνδας και διέδωσε όσο λίγοι τα λεγόμενα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”. Ο ίδιος αρθρογραφούσε συχνά, ενώ όλα του τα άρθρα συγκεντρώθηκαν σε ένα τετράτομο βιβλίο με τίτλο: “Ο Διεθνής Εβραίος”. Όπως συμβαίνει και με τη ναζιστική συνωμοσιολογία, έτσι και στη σκέψη του Φορντ ο βασικός κίνδυνος για τον δυτικό κόσμο είναι η εβραιομπολσεβίκικη συνωμοσία: «Σ’ ολόκληρη τη χώρα των Ηνωμένων Πολιτειών, σε πολλούς κλάδους του εμπορίου, οι κομμουνιστικοί σύλλογοι συντηρούνται, διοικούνται και εμπνέονται από Εβραίους. Αυτοί οι αποκαλούμενοι σύλλογοι, υπάρχουν στο Κλήβελαντ, το Ρόκεστερ, το Πίτσμπουργκ, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια και άλλες πόλεις, με μοναδική επιδίωξη να θέσουν την αμερικανική εργασία σε μια βάση του “παίρνω”, η οποία πρέπει να αποδεικνύει την οικονομική καταδίκη της χώρας. Αυτός είναι ο επιθυμητός στόχος, που ισχύει και στη Ρωσία». Για τον Φορντ ο εβραιομπολσεβικισμός που κατέστρεψε την καθεστηκυία τάξη στη Ρωσία είναι ένα προμήνυμα για τις ΗΠΑ, τον Χριστιανισμό και τον αγγλοσαξονικό πολιτισμό για το τι μπορεί να συμβεί εάν οι αλαζόνες Εβραίοι καταφέρουν να αποκτήσουν ανάλογη ισχύ και επιρροή. Απέναντι στο διαβρωτικό κράτος του Παν-εβραϊσμού, της καλύτερα οργανωμένης δύναμης της γης που ελέγχει όλες τις πτυχές της ζωής,2 η Λευκή Φυλή πρέπει να αμυνθεί για να σώσει τον πολιτισμό της: «Η Ιουδαία άρχισε τον αγώνα. Η Ιουδαία έκανε την εισβολή. Ας έλθει. Κανένας να μην φοβηθεί. Αλλά ας επιμείνουμε όλοι μας να είναι μια μάχη δίκαιη. Ας γνωρίζουν οι φοιτητές και οι πνευματικοί ηγέτες ότι το αντικείμενο είναι η κυριαρχία των ιδεών και της φυλής που έχει χτίσει όλον αυτόν τον πολιτισμό που βλέπουμε και που υπόσχεται τον πολιτισμό του μέλλοντος. Ας γνωρίζουν επίσης πως η δύναμη που επιτίθεται είναι εβραϊκή».
Στις 30 Ιουλίου του 1938 ο Φορντ παρασημοφορήθηκε από το ναζιστικό καθεστώς με τον Μεγαλόσταυρο Ανώτατης Τάξης του Γερμανικού Αετού. Η ειδική αυτή διάκριση δημιουργήθηκε το 1937 για να τιμηθούν εξέχοντες σύμμαχοι του ναζισμού από το εξωτερικό. Πρώτος παραλήπτης της διάκρισης ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1937. Λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1938, την ίδια διάκριση έλαβε και ο επιχειρηματικός εκπρόσωπος και προσωπικός γραμματέας του Φορντ, Έρνεστ Γ. Λίμπολντ. Ο γερμανικής καταγωγής Λίμπολντ ήταν εκ των βασικών πρωταγωνιστών της αντισημιτικής εκστρατείας στις ΗΠΑ και ασκούσε σημαντική επιρροή στο αφεντικό του. Ένας ακόμα συνεργάτης του Φορντ που παρασημοφορήθηκε από τους ναζί ήταν ο αεροπόρος και στρατιωτικός Τσαρλς Λίντμπεργκ. Μαζί πρωταγωνίστησαν στις δραστηριότητες της φιλογερμανικής ακροδεξιάς οργάνωσης America First, που προωθούσε την ουδετερότητα των ΗΠΑ στον πόλεμο.
Όμως, ο Φορντ δεν ήταν ο μοναδικός επιχειρηματίας που είχε την τιμή της βράβευσης από το ναζιστικό καθεστώς. Η ίδια διάκριση απονεμήθηκε και στον επικεφαλής της General Motors, Τζέιμς Ντ. Μούνεϊ, για τη συμβολή της εταιρείας στην αποτελεσματικότητα του Bitzkrieg και γενικότερα της επιθετική ικανότητας των ναζιστικών στρατευμάτων. Το ίδιο παράσημο έλαβε και ο επικεφαλής της IBM, Τόμας Γουάτσον, αλλά μετά από πιέσεις το παρέδωσε πίσω το 1940. Ωστόσο, η IBM συνεργάστηκε στενά με το ναζιστικό καθεστώς, ενώ ο Γουάτσον συναντήθηκε με τον Χίτλερ το 1937 ως Πρόεδρος του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Επίσης, με τον μεγαλόσταυρο τιμήθηκε το 1941 ο Σουηδός τραπεζίτης και βιομήχανος Γιάκομπ Βάλενμπεργκ, ο οποίος υπήρξε μέλος της κυβερνητικής επιτροπής για τις εμπορικές συμφωνίες της Σουηδίας με τη Γερμανία από το 1934 ως το 1944.

Υπάρχει, όμως, και μια δήθεν “αριστερή” πτέρυγα του ναζισμού, ο στρασσερισμός και ο λεγόμενος εθνικομπολσεβικισμός. Θα σταθούμε σ’ αυτήν την τάση, καθώς δημιουργούνται σκόπιμες συγχύσεις και επικίνδυνες στρεβλώσεις.
Ο Ότο Στράσερ υπήρξε μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) από το 1917 έως το 1920. Ήταν γνωστός ως “Κόκκινος Υπολοχαγός” και ως στέλεχος των παραστρατιωτικών μονάδων του SPD συμμετείχε στην αιματηρή καταστολή εναντίον της κομμουνιστικής επανάστασης στο Μόναχο το 1918, αλλά κι εναντίον του ακροδεξιού πραξικοπήματος των Βόλφγκανγκ Καπ και Βάλτερ φον Λούτβιτς τον Μάρτιο του 1920. Λίγες ημέρες αργότερα, τον Απρίλιο του 1920, ο Στράσερ αποχώρησε από το SPD και για ένα διάστημα προσέγγισε τους Ανεξάρτητους Σοσιαλδημοκράτες (USPD), δηλαδή την αριστερή διάσπαση του SPD. Τον Φεβρουάριο του 1921 ο αδερφός του, Γκρέγκορ Στράσερ, εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, αφού αποχώρησε από τον Σύνδεσμο Εθνικοφρόνων Στρατιωτών. Ο Ότο ακολούθησε τον αδερφό του λίγα χρόνια αργότερα και εντάχθηκε στο NSDAP το 1925. Τα αδέρφια Στράσερ ήταν οι βασικοί ηγέτες της “αριστερής αντιπολίτευσης” στη χιτλερική ηγεσία. Βασική τους επιρροή ήταν ο θεωρητικός της “Συντηρητικής Επανάστασης” Μέλερ φαν ντεν Μπρουκ, ο οποίος αναζητώντας έναν “τρίτο δρόμο” απέναντι στον φιλελευθερισμό και τον κομμουνισμό, ανέμειξε εθνικιστικές και σοσιαλιστικές ιδέες και πίστευε πως η ρωσική πνευματικότητα ήταν ένα αντίβαρο στη δυτική επιρροή στη Γερμανία. Ο φαν ντεν Μπρουκ το 1923 έγραψε το βιβλίο “Το Τρίτο Ράιχ”, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας. Ωστόσο αρνήθηκε να ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα και επέκρινε τον Χίτλερ για “προλεταριακό πρωτογονισμό”. Το τέλος του ήταν άδοξο. Υπέστη νευρικό κλονισμό το φθινόπωρο του 1924 και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική. Αυτοκτόνησε στα 49 του, στις 30 Μαΐου 1925.
Ο Ότο Στράσερ ήρθε σε οριστική ρήξη με τη χιτλερική ηγεσία τον Ιούλιο του 1930 και αποχώρησε από το NSDAP, συγκροτώντας την οργάνωση “Αγωνιστική Κοινότητα Επαναστατών Εθνικοσοσιαλιστών”, πιο γνωστή ως “Μαύρο Μέτωπο”. Για ένα διάστημα, μάλιστα, συνεργάστηκε με τον Βάλτερ Στένες, πρώην επικεφαλής των Sturmabteilung (SA/ Τάγματα Εφόδου), σχηματίζοντας την “Εθνικοσοσιαλιστική Κοινότητα Μάχης της Γερμανίας” (NSKD). Ο Στένες έπεσε σε δυσμένεια εξαιτίας της εξέγερσης των Ταγμάτων Εφόδου εναντίον της ηγεσίας του NSDAP τον Άυγουστο του 1931, όταν οι ναζί παραστρατιωτικοί που ήταν υπό την ηγεσία του έκαναν κατάληψη στα γραφεία του Γιόζεφ Γκέμπελς και ξυλοφόρτωσαν μέλη των SS. Με την άνοδο του NSDAP στην εξουσία το 1933 ο Στένες αυτοεξορίστηκε στην Κίνα κι έγινε σύμβουλος του Κινέζικου Εθνικιστικού Κόμματος (Κουόμιτανγκ). Αντίστοιχα, ο Ότο Στράσερ εγκατέλειψε τη Γερμανία το 1933 και περιπλανήθηκε σε αρκετές χώρες μέχρι να καταλήξει το 1943 στον Καναδά. Μεταπολεμικά προσπάθησε να επανενταχθεί στη γερμανική πολιτική σκηνή ιδρύοντας το κόμμα της “Γερμανικής Κοινωνικής Ένωσης” το 1956, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Από την άλλη, σε αντίθεση με τον αδερφό του, ο Γκρέγκορ Στράσερ παρέμεινε στο ναζιστικό κόμμα, μέχρι να πέσει θύμα των εσωκομματικών εκκαθαρίσεων. Δολοφονήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1934 στη “Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών”.
Ο Ότο Στράσερ και οι οπαδοί του εγκατέλειψαν το Ναζιστικό Κόμμα δημοσιεύοντας στις 4 Ιουλίου του 1930 μια ηχηρή ανακοίνωση στην εφημερίδα “Der Nationale Sozialist”, με τίτλο: “Οι σοσιαλιστές εγκαταλείπουν το NSDAP”. Με την ανακοίωση αυτή οι στρασερικοί κατήγγειλαν την αστικοποίηση και γραφειοκρατικοποίηση του μηχανισμό του NSDAP και τον συμβιβασμό της χιτλερικής ηγεσίας με το μεγάλο κεφάλαιο. Επέκριναν τις συναντήσεις που είχε ο Χίτλερ με επιχειρηματικούς κύκλους, καθώς και τη στενή του σχέση με την ηγεσία του δεξιού, συντηρητικού και φιλομοναρχικού “Εθνικού Λαϊκού Κόμματος”. Επίσης, κατήγγειλαν το NSDAP για ευθυγράμμιση με τις δυτικές ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις εισβολής στη Σοβιετική Ένωση και για εγκατάλειψη του αγώνα του Ινδικού λαού για την απελευθέρωσή του από τη βρετανική κυριαρχία. Σε ένα χαρακτηριστικό για την ιδεολογία τους κομμάτι, έγραφαν:
«Πάνω από όλα υποστηρίξαμε και εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι ο εθνικοσοσιαλισμός είναι η μεγάλη αντίθεση στον διεθνή καπιταλισμό. Ότι εφαρμόζει στην πράξη την ιδέα του σοσιαλισμού -που έχει μολυνθεί από τον μαρξισμό- ως την κοινωνική οικονομία ενός έθνους που λειτουργεί προς όφελος του συνόλου (…) Επομένως, αντιλαμβανόμαστε τον εθνικοσοσιαλισμό ως εξίσου εχθρικό απέναντι στην καπιταλιστική αστική τάξη όσο και απέναντι στον διεθνή μαρξισμό και θεωρούμε καθήκον να τους υπερβούμε και τους δυο. Στον μαρξισμό το εγγενώς σωστό σοσιαλιστικό συναίσθημα συνδέεται με το εσφαλμένο δόγμα του φιλελεύθερου ορθολογισμού και με τον διεθνισμό ενώ στην αστική τάξη το εγγενώς σωστό εθνικιστικό συναίσθημα συνδέεται με το εσφαλμένο δόγμα του φιλελεύθερου ορθολογισμού και τον καπιταλισμό. Αντιτιθέμεθα τόσο στον μαρξισμό όσο και στην αστική τάξη και κατά συνέπεια δεν αντιλαμβανόμαστε καμιά ουσιαστική διαφορά, αφού το φιλελεύθερο στοιχείο που ενυπάρχει και στους δυο τούς καθιστά εχθρούς μας. Ως εκ τούτου, η μονόπλευρη κραυγή της ηγεσίας [του NSDAP] “κατά του μαρξισμού” ήταν ένα ημίμετρο και ήμασταν ολοένα και περισσότερο ανήσυχοι ότι πίσω από αυτό κρύβεται μια συμπάθεια για την αστική τάξη με την οποία δεν είχαμε κι ούτε θα έχουμε κάτι κοινό». Σύμφωνα με τον Ότο Στράσερ ο μαρξισμός προδίδει την πραγματική σοσιαλιστική ιδέα, αφού τη μολύνει με τον διεθνισμό. Από την άλλη, η αντιμαρξιστική ρητορική της χιτλερικής ηγεσίας απλά υπονοεί συμπάθεια για την αστική τάξη και υπεράσπιση των καπιταλιστικών συμφερόντων. Μόνο οι “επαναστάτες εθνικοσοσιαλιστές” μπορούν να θωρακίσουν το πραγματικό περιεχόμενο του προδομένου εθνικοσοσιαλισμού.
Η αλήθεια είναι ότι οι αδερφοί Στράσερ, κάτω από την επίδραση της σκέψης του πατέρα τους, υιοθέτησαν έναν αντιδραστικό “σοσιαλισμό” αναμεμιγμένο με έντονα στοιχεία παραδοσιοκρατικού συντηρητισμού, χριστιανικού μυστικισμού, αντισημιτισμού (που αργότερα κάπως μετριάστηκε) και πανγερμανικού εθνικισμού. Η κούφια αντικαπιταλιστική ρητορική τους ήταν βασισμένη πάνω στα σαθρά θεμέλια του αντι-Διαφωτισμού, του αντι-υλισμού και του αντι-εξισωτισμού. Έγραφε, για παράδειγμα, ο Γκρέγκορ Στράσερ: «Επιθυμούμε στη θέση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος εκμετάλλευσης, έναν αληθινό σοσιαλισμό που δεν θα συντηρείται από μια άψυχη ιουδαϊκή – υλιστική αντίληψη, αλλά από την παλιά γερμανική παρακαταθήκη της πίστης, της θυσίας, δίχως εγωισμό, με το αίσθημα της κοινότητας και τον σκοπό της (…) Αυτό που μας διακρίνει από τους εβραιοκίνητους μαρξιστές δεν είναι μόνο μια θερμή εικόνα του έθνους μας, αλλά κάτι βαθύτερο: η απόρριψη της υλιστικής κοσμοθέασης. Μισούμε από τα βάθη της ψυχής μας την ισοπεδωτική ολοκληρωτική ηλιθιότητα της μαρξιστικής ιδεολογίας!». Ο μαρξισμός, σύμφωνα με το στρασσερικό ιδεολόγημα, είναι ένας ψευδο-σοσιαλισμός που βασίζεται στον υλισμό και τον οικονομικό ντετερμινισμό και μαζί με τον καπιταλισμό αποτελούν τα δυο άκρα του ίδιου συστήματος, σε αντίθεση με τον εθνικοσοσιαλισμό που θεμελιώνεται πάνω σε μια πραγματικά εθνική οικονομία και «πηγάζει από την ίδια την οργανική υφή της ζωής». Παρά τη σοσιαλιστική του ρητορική ο Στράσερ δεν διστάζει να κάνει κήρυγμα κατά της ισότητας:«Η ανισότητα είναι ένα γεγονός φυσικό και δεν πρέπει να ακούμε τα Ζηλωτικού τύπου κηρύγματα περί ισότητας των ατόμων». Σκοπός είναι η δημιουργία ενός κράτους βασισμένου στην Αρετή, δηλαδή ενός κράτους Ανισότητας: «Μπορεί να ακούγεται ουτοπικό, όμως είναι αναγκαίο. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα Ιεράρχησης των ατόμων με βάση τις αρετές τους». Κι όταν ο Στράσερ μιλάει για αρετές, εννοεί φυσικά τις στρατιωτικές αρετές και τη δημιουργία ενός γερμανοπρωσικού μοντέλου κατασκευής μιας ελίτ πειθαρχημένων στρατιωτικών. Ιδού, λοιπόν, ο σοσιαλισμός του στρατώνα που χτίζεται μέσα από την κοινότητα του πολέμου!
Στον στρασερικό “σοσιαλισμό” το γερμανικό έθνος ορίζεται ως κοινότητα της μοίρας, ενώ ο εβραϊσμός αλλοιώνει την εθνική ψυχή. Απέναντι στον υλιστικό σοσιαλισμό του μαρξισμού αντιπρότεινε έναν παραμορφωτικό ιδεαλισμό: «Η Ιδέα από μόνη της είναι θεϊκής προέλευσης, ενώ οι άνδρες που την υπηρετούν, απλά οι μηχανές της, το σώμα και η σάρκα της. Ο ηγέτης είναι αυτός που πρέπει να υπηρετεί την Ιδέα, και στην Ιδέα και μόνο σ’ αυτήν οφείλουμε απόλυτη πίστη» (Ότο Στράσερ). Στο πρόγραμμα δράσης του “Μαύρου Μετώπου” που κυκλοφόρησε το 1931, οι στρασερικοί κάνουν επίθεση στην ορθολογιστική και υλιστική αντίληψη του πολιτισμού, που αφαιρεί από το γερμανικό έθνος τη δυνατότητα να δει το πραγματικό νόημα της ζωής και «έχει γεννήσει την ταραχή, την ανουσιότητα και την απελπισία, που οδηγούν αναπόφευκτα κάθε κοινότητα στην αυτοκαταστροφή». Ο καπιταλισμός στρέφεται εναντίον της φυσικής ιεραρχίας (που όπως είδαμε πιο πάνω πρέπει να θεμελιώνεται πάνω στην “αρετή”) και μέσω του χρήματος δημιουργεί μια αφύσικη κοινωνική ιεραρχία. Μοναδική λύση είναι η επιστροφή του έθνους στις πηγές του: «Αυτός ο δεσπόζων υλισμός, σε συνδυασμός με μια τραγελαφική υπερεκτίμηση της ανθρώπινης διάνοιας και των επινοημάτων της, ειδικά όσων αφορά την τεχνολογία, έχουν αποσυνδέσει τη ζωή του Γερμανού όλο και περισσότερο από τις πηγές του Είναι του -από τη φύση, την ιστορία, τη μοίρα, τον Θεό- και την καθιστούν ασταθή, άρριζη κι ανούσια. H διάλυση όλων των völkisch ηθών και η απώλεια της θρησκευτικότητας ήταν οι μοιραίες συνέπειες που τελικώς οδήγησαν στην άρνηση της ίδιας της ζωής». Οι στρασερικοί κηρύσσουν την “ολική επανάσταση” εναντίον του κυρίαρχου πολιτισμού και καλούν στην οικοδόμηση μιας νέας τάξης πραγμάτων που θεμελιώνεται πάνω στην εθνική κοινότητα. Σ’ αυτήν τη νέα τάξη η αριστοκρατία θα εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους στην οικονομία, το κράτος και τον πολιτισμό. Σ’ αυτήν τη völkisch “επανάσταση” εκπληρώνεται το αληθινό νόημα της Θεϊκής βούλησης: «Η αναβίωση της θρησκευτικότητας, απαλλαγμένης από τον εκκλησιαστικό δογματισμό, είναι τόσο αναγκαία γι’ αυτήν την επανάσταση όσο είναι και μια χαρούμενη βεβαιότητα, ενώ η δέσμευσή της σε μια ιδεαλιστική κοσμοθέαση, αποτελεί μείζον συστατικό στοιχείο του συντηρητικού της χαρακτήρα». Στην κατακλείδα του προγράμματος δράσης του “Μαύρου Μετώπου” συναντάμε ξανά ηχηρές λέξεις χωρίς πολιτικό νόημα: με βαθιά πίστη στο πεπρωμένο και χαλυβδωμένοι στους θυσιαστήριους θανάτους του πολέμου, ως συνεχιστές των freikorps, οι “επαναστάτες εθνικοσοσιαλιστές” υπόσχονται να φέρουν εις πέρας τον νικηφόρο αγώνα για την επιβίωση της Γερμανίας.
Σύμφωνα με τον Ότο Στράσερ η Γερμανική Επανάσταση θα είναι μια επανάσταση των πατροπαράδοτων αξιών, μια επανάσταση της ψυχής ενάντια στο μυαλό. Μια επανάσταση που θα ανατρέψει, θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει τις αξίες της Γαλλικής Επανάστασης,3. Να, λοιπόν, από ποια φθαρμένα υλικά δομείται ο μεταφυσικός “σοσιαλισμός” του στρασερισμού: völkisch μυστικισμός, κούφιος ηθικισμός και κενή συνθηματολογία. Και μέσα σ’ αυτόν τον ιδεολογικό αχταρμά ανακατεύονται ένα τσούρμο ηχηρές λέξεις δίχως ειρμό: κοινότητα της μοίρας, πίστη, πεπρωμένο, θυσία, αρετή, ενσάρκωση της θεϊκής βούλησης και άλλες παρόμοιες ασυναρτησίες. Εν τέλει, παρά τη ρήξη του με τη χιτλερική ηγεσία, ο “επαναστατικός εθνικοσοσιαλισμός” θα παραμείνει στο πολιτικό περιθώριο, εκφράζοντας έναν αντιδραστικό ψευδοσοσιαλισμό που δεν προχωρά στην πράξη σε καμιά πραγματική ρήξη με τον καπιταλισμό. Απλά αποτελεί το “άλλοθι” του επίσημου φασισμού. Οι εσωκομματικές διαφωνίες εντός της ναζιστικής παράταξης δεν ήταν μόνο ιδεολογικές, αλλά είχαν και μια έντονη οσμή παρασκηνιακής καμαρίλας για τη νομή της εξουσίας. Λίγες ημέρες πριν δολοφονηθεί, ο Γκρέγκορ Στράσερ είχε δεχτεί την πρόταση του Χίτλερ για επαναφορά του στην κεντρική πολιτική σκηνή και τοποθέτησή του στην κυβέρνηση. Είχε κανονιστεί να αναλάβει το πολυπόθητο Υπουργείο Οικονομικών. Ωστόσο, η πρόταση δεν υλοποιήθηκε, καθώς ο Χίτλερ αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του Strasser για αποπομπή από την κυβέρνηση των Γκέμπελς και Γκέρινγκ. Οι τελευταίοι, βλέποντας στο πρόσωπο του Γκρέγκορ Στράσερ έναν επικίνδυνο εσωκομματικό αντίπαλο, έδωσαν την εντολή για τη δολοφονία του.

Εκτός από το στρασσερικό ρεύμα, ο λεγόμενος “εθνικομπολσεβικισμός” αναπτύχθηκε και έξω από το NSDAP. Εμβληματικός εκπρόσωπός του ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Ερνστ Νίκις. Ο Νίκις έγινε μέλος του SPD το 1917. Δυο χρόνια αργότερα προσχώρησε στους Ανεξάρτητους Σοσιαλδημοκράτες και για τη ριζοσπαστική του δράση φυλακίστηκε για ενάμιση χρόνο. Μάλιστα, συνυπήρξε στην ίδια φυλακή με τον Έρνστ Τόλλερ και τον αναρχικό Έριχ Μύζαμ (και οι δυο Εβραϊκής καταγωγής). Το 1923 ο Νίκις εξελέγη γραμματέας του Γερμανικού Συνδέσμου Εργατών Κλωστοϋφαντουργίας και λίγο αργότερα εντάχθηκε στον Κύκλο Hofgeismar, μια ομάδα αντιμαρξιστών εθνικιστών που λειτουργούσε ως φράξια εντός του SPD και προωθούσε τον ριζοσπαστικό πατριωτισμό, απορρίπτοντας τον διεθνισμό και την ταξική πάλη. Το 1926 εντάχθηκε στο Παλαιό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (ASP), που αποτελούσε δεξιά διάσπαση του SPD.4 Ταυτόχρονα, ξεκίνησε την έκδοση του εθνικοεπαναστατικού (όπως δήλωνε) περιοδικού “Αντίσταση”, στο οποίοι αρθρογραφούσαν εμβληματικές μορφές της “Συντηρητικής Επανάστασης”, όπως ο Ερνστ Γιούνγκερ και ο Ερνστ φον Ζάλομον (πρωταγωνιστής τα προηγούμενα χρόνια της αιματηρής καταστολής του εργατικού κινήματος). Σκοπός της συγκεκριμένης τάσης που ονομάστηκε “εθνικομπολσεβικισμός” ήταν η κάλυψη του κενού ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά πλευρά του πολιτικού πετάλου, δηλαδή ανάμεσα στον κομμουνισμό και το ναζισμό. Οι “εθνικομπολσεβίκοι” οραματίζονταν ένα αυταρχικό και επανεξοπλισμένο Γερμανικό Ράιχ, ένα κράτος – στρατώνα αποκαθαρμένο από κάθε παρακμιακή δυτική επιρροή. Παρά τον δομικό αντιμαρξισμό τους, το Τρίτο Ράιχ που είχαν στο μυαλό τους θα ακολουθούσε μια αντιδυτική γεωπολιτική συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση. Εντός αυτού του πλαισίου, αναπτύχθηκε η ιδέα του “τρίτου μετώπου”. Ο εθνικιστής Χανς Ζέρερ, εκ των συμμετεχόντων στο ακροδεξιό πραξικόπημα του Καπ, έγραψε το φθινόπωρο του 1931 ένα προγραμματικό άρθρο με τίτλο “Δεξιά ή Αριστερά;”. Στο άρθρο αυτό ο Ζέρερ εξέφραζε την απογοήτευσή του για την πολύνεκρη διαμάχη μεταξύ των κομμουνιστών και των εθνικοσοσιαλιστών, η οποία οδηγεί στην αναπόφευκτη αλληλοεξόντωση των δυο παρατάξεων και στη διαιώνιση της εξουσίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Μοναδική λύση έβλεπε στη διάλυση των δυο παρατάξεων και τη συγχώνευσή τους με τη δημιουργία ενός τρίτου μετώπου, όπου οι δυο πόλοι αποκτούν μια ισορροπία η οποία διευρύνει τη λαϊκή εκπροσώπηση. Αυτή ακριβώς ήταν και η ρητορική του στρασερικού “Μαύρου Μετώπου”: «Οι αντιθέσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς ακυρώνονται και συγχωνεύονται σε ένα είδος σύνθεσης που βασίζεται στην εξάλειψη του αστικού στοιχείου. Η θέση μεταξύ των δυο πόλων, αντιπροσωπεύει καλύτερα την τάση στην οποία λειτουργεί το “Μαύρο Μέτωπο”».
Το 1932 ο Νίκις δημοσίευσε το βιβλίο “Χίτλερ – μια Γερμανική μοίρα”, στο οποίο προχωρούσε σε σφοδρή επίθεση εναντίον της χιτλερικής ηγεσίας. Μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία οι αρχές έκλεισαν το περιοδικό “Αντίσταση” και ο Νίκις συνεργάστηκε με τον Καρλ Ότο Πέτελ και άλλους αντιφρονούντες “εθνικοεπαναστάτες”. Ο Πέτελ ήταν ο ιδρυτής της “Ομάδας Σοσιαλεπαναστατών Εθνικιστών” το 1930, ενώ σκοπός του ήταν η δημιουργία ενός “Εθνικού Μπολσεβικικού Κόμματος”, που θα εξασφάλιζε την υποστήριξη του ηγέτη του αγροτικού λαϊκού κινήματος Κλάους Χάιμ. Από το 1935 ζούσε εξόριστος από τη Γερμανία, καθώς οι ναζί διέλυσαν την οργάνωσή του. Νίκις και Πέτελ συναντήθηκαν κρυφά στο Παρίσι στις αρχές του 1937, με σκοπό να συντονίσουν την αντιναζιστική τους δράση. Ταυτόχρονα, ο Νίκις διατήρησε επαφές και με τον πρώην εθνικιστή Χάρο Σούλτσε-Μπόιζεν, ο οποίος είχε κάνει αριστερή αντιφασιστική στροφή και υπήρξε ένας εκ των ηγετών του φιλοσοβιετικού αντιναζιστικού δικτύου πληροφοριών, που έγινε γνωστό ως “Κόκκινη Ορχήστρα”.
Τελικά, ο Νίκις συνελήφθη από την Γκεστάπο στις 22 Μαρτίου του 1937 με την κατηγορία των συνωμοτικών δραστηριοτήτων εναντίον του καθεστώτος και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη το 1939 για εσχάτη προδοσία. Βασανίστηκε και φυλακίστηκε στις φυλακές του Βρανδεμβούργου. Απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό το 1945, σχεδόν τυφλός από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες. Μεταπολεμικά συνεργάστηκε με τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας κι έγινε μέλος του “Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος” (SED). Μετά την καταστολή της εξέγερσης του 1953 παραιτήθηκε από το SED και εγκατέλειψε κάθε πολιτική δραστηριότητα. Παρά την ηρωική του στάση απέναντι στο ναζιστικό καθεστώς, ο Νίκις ήταν ένας αντιδραστικός που εξέφραζε τις αντιφάσεις και τις ταλαντεύσεις της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Εν κατακλείδι, ο λεγόμενος “εθνικομπολσεβικισμός”, είτε έδρασε μέσα από τις τάξεις του NSDAP είτε έξω από αυτό, ήταν ένα αντιδραστικό ρεύμα και υποπροϊόν του φασισμού. Ο “αντικαπιταλισμός” του δεν έχει κάποια επαναστατική βάση ή οποιαδήποτε σχέση ή συγγένεια με τον κομμουνισμό και το εργατικό κίνημα, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο του σωτηριολογικού εθνικιστικού ρομαντισμού: απέναντι στις ιδέες του 1789 αναδύεται η φαντασιακή οργανική κοινότητα του γερμανικού έθνους και η Ιερή του αποστολή.

Μεταπολεμικά επιχειρήθηκε η νεκρανάστασή του από τα ίδια φθαρμένα και αντιδραστικά υλικά. Το 1993 ιδρύθηκε στη Ρωσία το “Εθνικό Μπολσεβικικό Κόμμα”. Εκ των ιδρυτών του σύγχρονου ρωσικού “εθνικομπολσεβικισμού” είναι ο Αλεξάντρ Ντούγκιν, θεωρητικός της λεγόμενης “Τέταρτης πολιτικής θεωρίας”, που αναμειγνύει κομμουνιστική ακροδεξιά ρητορική: «Η επεξεργασία της 4ης πολιτικής θεωρίας αρχίζει από κοινό σημείο τομής των διαφόρων αντιφιλελεύθερων πολιτικών θεωριών του παρελθόντος, δηλαδή του κομμουνισμού και των θεωριών του τρίτου δρόμου. Έτσι φθάνουμε στον εθνικομπολσεβικισμό, ο οποίος αντιπροσωπεύει τον σοσιαλισμό, χωρίς τον υλισμό, τον αθεϊσμό, τον προοδευτισμό και τον μοντερνισμό». Μια ακόμα παραλλαγή αυτού του φασιστικού υποπροϊόντος είναι ο λεγόμενος “εθνικοαναρχισμός”, με βασικό εκπρόσωπο τον Τρόι Σάουθγκεϊτ. Ο Σάουθγκεϊτ είχε έντονες επιρροές από τον Ιταλό “υπερφασίστα” εσωτεριστή Evola και μιλούσε για έναν νέο εθνοφυλετικό κοινοτισμό: «μιας κοινότητας που αποτελείται από διαφοροποιημένους, ριζοσπαστικούς άνδρες που ενώνονται από ένα κοινό “weltanschauung” (ένα όραμα του κοινού κόσμου) […] Αναζητούμε έναν νέο τύπο ατόμου, κάποιον που είναι πρόθυμος να βάλει τα ιδανικά του πάνω από όλα. Αυτό είναι το σημάδι που προσδιορίζει έναν αληθινό επαναστάτη, ένας ακτιβιστής στην ανιδιοτελή υπηρεσία του έθνους του και της ταυτότητάς του. Ειδικά από εκείνους τους άντρες ανάμεσα στις τάξεις τους που είναι πρόθυμοι να πεθάνουν για την πίστη τους. Ένας τέτοιος ηρωισμός μπροστά σε τέτοιες συντριπτικές δυνάμεις δεν μπορεί παρά να μας εμπνεύσει. Τα ιδανικά μας πρέπει να διεγείρουν μέσα μας το ίδιο επίπεδο δέσμευσης και φανατισμού, πρέπει να μας δίνουν την ίδια εσωτερική δύναμη που γεννά το αήττητο. Μόνο αν καταφέρουμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μπορούμε να γίνουμε μια δύναμη ικανή να αντιμετωπίσουμε τους εχθρούς μας».
Αξίζει να αναφέρουμε και στη δημιουργία του αχταρμά που αυτοαποκαλείται “Αμερικάνικο Κομμουνιστικό Κόμμα”, που έχει ως βάση τον επηρεασμένο από τη ντουγκινική ιδεολογία “MAGA κομμουνισμό” (όπου MAGA = Make America Great Again). Το φαιοκόκκινο αυτό μόρφωμα ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 2024, ενώ ιδρυτικό στέλεχος και μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του είναι ο Τζάκσον Χινκλ. Ανάμεσα στο κρεσέντο πολιτικών ασυναρτησιών του Χινκλ υπάρχει και η παραλλαγή της ναζιστικής θεωρίας συνωμοσίας της μεγάλης αντικατάστασης: η παγκόσμια ελίτ σκοτώνει τους χριστιανούς με σκοπό την αντικατάσταση της χριστιανικής ηγεσίας από ΛΟΑΤΚΙ παιδεραστές που θέλουν να αλλοιώσουν τις παραδοσιακές αξίες της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Ο πόλεμος που διεξάγεται σήμερα, λέει ο Χινκλ, είναι ένας πόλεμος εναντίον του Θεού. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 2022, μόλις δυο χρόνια πριν την ίδρυση του κόμματός του, ο Χινκλ έγραφε: «Εμείς ως κομμουνιστές θέλουμε να ενωθούμε με τους MAGA ψηφοφόρους και να ολοκληρώσουμε τη δουλειά του Ντόναλντ Τραμπ». Σε συνέντευξή του το 2023, έλεγε: «Μου αρέσει πραγματικά ο Τραμπ γιατί είναι αληθινός, είναι πολύ αυθεντικός. Μου αρέσουν επίσης οι πολιτικές του, οι πεποιθήσεις του και αυτά που πρεσβεύει». Μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Τραμπ, στις 13 Ιουλίου του 2024, ο Χινκλ με σειρά αναρτήσεών του ανέπτυξε τη συνωμοσιολογική θεωρία πως το βαθύ κράτος των ΗΠΑ και η CIA βρίσκονται πίσω από την απόπειρα, επειδή ο Τραμπ είναι ο μοναδικός πολιτικός που μπορεί να σταματήσει τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και να φέρει την ειρήνη στον κόσμο.
Η τάση του “εθνικομπολσεβικισμού” έκανε την εμφάνισή της και στην Ελλάδα. Διαβάζουμε στην αυτοπαρουσίαση του περιοδικού Γαμμάδιον -Αριστερό φυλετικό έντυπο, το οποίο κυκλοφορούσε από το 2004 έως το 2006: «Το Γαμμάδιον προσεγγίζει τον Εθνικοσοσιαλισμό από την αριστερή σκοπιά, ακολουθώντας μια παράδοση, της οποίας οι απαρχές βρίσκονται ήδη στην περίοδο του NSDAP και η οποία συνεχίστηκε από Γερμανούς, Ιταλούς και Βρετανούς Εθνικοσοσιαλιστές κατά τη δεκαετία του ’70, αργότερα επισημοποιήθηκε από τον Π. Ρ. Κνούτσεν και το Δανικό DNSB, ενώ, κατά καιρούς βρήκε έκφραση και στην Ελλάδα μέσα από τα περιοδικά Χρυσή Αυγή, Αντίδοτο, Επιλεκτικός Αναθεωρητής, Έλληνας Εργάτης και Γιάφκα».

Όπως βλέπουμε, ο φασισμός/ εθνικοσοσιαλισμός με όλη την ποικιλομορφία του, τόσο στην επίσημη μορφή του (που εκφράστηκε κυρίως από τη μουσολινική και χιτλερική κυριαρχία στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς εντός του κινήματος), όσο και στις διάφορες “εναλλακτικές” εκδοχές του (στρασερισμός, “εθνικομπολσεβικισμός” κλπ) είναι μια αντιδραστική εθνικιστική ιδεολογία που αργά ή γρήγορα ευθυγραμμίζεται με τις επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης. Τόσο οι mainstream όσο και οι “εναλλακτικοί” φασίστες ήταν λάτρεις του αυταρχικού κράτους, εχθροί της ταξικής πάλης και υμνητές του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και οι μεν και οι δε συντάχθηκαν με τις αστικές τους τάξεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προλείαναν το έδαφος για τον Δεύτερο, πολέμησαν λυσσαλέα τον προλεταριακό διεθνισμό και συμμετείχαν ενεργητικά στο τσάκισμα του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (ακόμα κι αυτοί που αυτοχαρακτηρίζονταν ως “εθνικομπολσεβίκοι” και επιθυμούσαν γεωπολιτική συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση). Σαφώς και δεν αρκεί η ανάλυση του ιδεολογικού λόγου του φασισμού, καθώς αυτός μπορεί να είναι διάσπαρτος από εντυπωσιοθηρική αντικαπιταλιστική και αντιπλουτοκρατική λογοκοπία, ενώ στην περίπτωση του “εναλλακτικού” φασισμού έχουμε και έντονη αντιαποικιοκρατική και αντιιμπεριαλιστική ρητορική. Στην πράξη, όμως, ο φασισμός εκεί που πήρε την εξουσία αποτέλεσε το απόλυτο σωσίβιο για τον καπιταλισμό, τσακίζοντας το εργατικό κίνημα, ενώ οι διάφορες “αντιπολιτευτικές” τάσεις του είτε εξαφανίστηκαν στο περιθώριο είτε ενσωματώθηκαν στον mainstream ναζισμό (δεν είναι τυχαίο πως στρασσερικές αναφορές στην Ελλάδα υπάρχουν στη Χρυσή Αυγή, στον Μαύρο Κρίνο και στους λεγόμενους “Αυτόνομους” εθνικιστές).

Από την άλλη, η κυρίαρχη μεταφυσική ανάγνωση της ιστορίας σήμερα βλέπει τον φασισμό (και κυρίως την παροξυσμική ναζιστική εκδοχή του) με υπεριστορικούς, εξωλογικούς όρους: ήταν το “απόλυτο κακό”, η εισβολή της μοχθηρίας στην Ιστορία της Ευρώπης. Ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο! Η αφήγηση αυτή αποσιωπά τη σύνδεση του φασιστικού/ εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος με το μεγάλο κεφάλαιο και τη συγκρότησή του ως μηχανισμό σύγκρουσης με το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα. Αποσιωπά, δηλαδή, τη σύγκλιση του φασισμού/ εθνικοσοσιαλισμού με το αστικό κράτος και τη συγκρότησή του ως μια “επανάσταση εναντίον της επανάστασης”. Η αξιοποίηση του φασισμού ως δύναμης κρούσης εναντίον του κομμουνισμού δεν ήταν κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό. Ενδεικτικό είναι το άρθρο των New York Times στις 21 Ιανουαρίου 1927 που περιέγραφε την επίσκεψη στη Ρώμη του τότε υπουργού Οικονομικών της Βρετανικής κυβέρνησης (και αργότερα “πατέρα της νίκης”) Ουίνστον Τσώρτσιλ και τη συνάντησή του με τον Μπενίτο Μουσολίνι, καθώς και με τον υπουργό Οικονομικών της φασιστικής Ιταλίας. Ο Τσώρτσιλ δήλωσε: «Κανένα πολιτικό ζήτημα δεν μπορεί να κριθεί ανεξάρτητα από την ατμόσφαιρα και το περιβάλλον του. Αν ήμουν Ιταλός, είμαι βέβαιος ότι θα ήμουν ολόψυχα από την αρχή μέχρι το τέλος υποστηρικτής του φασισμού στον θριαμβευτικό αγώνα του ενάντια στις κτηνώδεις ορέξεις και τα πάθη του Λενινισμού. Αλλά στην Αγγλία δεν έχουμε αντιμετωπίσει ακόμη αυτόν τον κίνδυνο με την ίδια θανατηφόρα μορφή. Έχουμε τον δικό μας τρόπο να κάνουμε τα πράγματα. Αλλά, ότι θα καταφέρουμε να παλέψουμε με τον κομμουνισμό και να του πνίξουμε τη ζωή, γι’ αυτό είμαι απολύτως βέβαιος». Ο φασισμός, συμπλήρωσε ο Τσώρτσιλ, προσφέρει τις απαραίτητες υπηρεσίες στον κόσμο, καθώς δείχνει πως πρέπει να καταπολεμηθεί ο κομμουνισμός: «Αποδείχθηκε το απαραίτητο αντίδοτο στο κομμουνιστικό δηλητήριο».6

Μιλώντας για την προσωπικότητα του Μουσολίνι, είπε: «Δεν μπορούσα παρά να γοητευτώ, όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι, από την ευγενική, απλή συμπεριφορά του και την ήρεμη, αδιάφορη στάση του, παρά τα τόσα πολλά βάρη και κινδύνους. Ο καθένας μπορούσε να δει ότι δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά το διαρκές καλό, όπως το καταλάβαινε, του ιταλικού λαού και ότι κανένα λιγότερο ενδιαφέρον δεν τον απασχολούσε στο ελάχιστο».
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1937 ο Τσώρτσιλ έγραψε στην Evening Standard: «Μπορεί κανείς να αντιπαθεί το σύστημα του Hitler αλλά να θαυμάζει το πατριωτικό του επίτευγμα. Εάν η χώρα μας είχε ηττηθεί [σ.σ. στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο] θα ήλπιζα να βρίσκαμε έναν πρωταθλητή τόσο θαυμάσιο ώστε να επαναφέρει την ανδρεία μας και να μας οδηγήσει στη θέση που μας αρμόζει ανάμεσα στα έθνη».
Ο φασισμός/ εθνικοσοσιαλισμός, λοιπόν, δεν ήταν μια ανορθογραφία στην Ευρώπη, ήταν η παροξυσμική μορφή της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Όσον αφορά ειδικά τον ναζισμό και την “εφαρμοσμένη βιολογία” του, ο οξύς ρατσιστικός φυλετισμός και κοινωνικός δαρβινισμός που τον διέκρινε δεν ήταν κάποιο εξαιρετικό φαινόμενο. Είχε διαποτίσει το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Δικό τους παράγωγο, δηλαδή, ήταν ο ναζισμός, από τα δικά τους υλικά φτιάχτηκε. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα “φυλετικής υγιεινής” του Χίτλερ εμπνεόταν από τον νόμο για τον περιορισμό της μετανάστευσης στις ΗΠΑ (1924), που ήταν βασισμένος στον νατιβιστικό φυλετισμό και την ευγονική. Σχολίαζε ο Χίτλερ για τη ρατσιστική πολιτική των ΗΠΑ το 1924: «Υπάρχει σήμερα μια χώρα όπου μπορείς να παρατηρήσεις τα πρώτα βήματα προς μια καλύτερη αντίληψη της έννοιας του πολίτη». Άλλωστε, το ναζιστικό πρόγραμμα για τη “βελτίωση του πληθυσμού” μέσα από την αναγκαστική στείρωση των “κατώτερων” (“Νόμος για την Πρόληψη των Γενετικά Ασθενών Απογόνων”, 1933) εμπνεύστηκε από τις πρακτικές στείρωσης των αναπήρων και των “κοινωνικά απροσάρμοστων” που εφαρμόζονταν στις ΗΠΑ. Το 1922 ο διευθυντής του Γραφείου Στατιστικών Δεδομένων Ευγονικής στις ΗΠΑ, Χάρι Χάμιλτον Λόφλιν, κατάρτησε έναν κατάλογο προς την κυβέρνηση όλων των κοινωνικών ομάδων που έπρεπε να στειρωθούν για να φτιαχτεί μια υγειής κοινωνία: «Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε: τους αλήτες, τους ψυχοπαθείς γενικά και τους ψυχοπαθείς εγκληματίες ειδικά, τις πόρνες, τους ομοφυλόφιλους, τους συφιλιδικούς, τους τοξικομανείς, τους αλκοολικούς όπως και αυτούς στους οποίους προσφέρονταν κοινωνική υποστήριξη, δηλαδή τους πολίτες που ήταν άστεγοι ή αυτούς που έπαιρναν ανεπαρκή μισθό, καθώς και τους πολίτες που είχαν κάποια σοβαρή αναπηρία όρασης ή ακοής και τέλος τους φυματικούς ή τους επιληπτικούς ».
Η “αρνητική ευγονική” που τόσο πρόθυμα υιοθέτησαν οι ναζί ήταν μια βρετανική ιδέα του Sir Φράνσις Γκάλτον, που πρότεινε την απαγόρευση απόκτησης απογόνων στους “Ανεπιθύμητους”. Νόμοι για στείρωση για ευγονικούς λόγους εφαρμόστηκαν σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως Ελβετία και Δανία το 1929, Νορβηγία το 1934, Φιλανδία και Σουηδία το 1935. Η διαφορά, βεβαίως, ήταν πως αξιοποιώντας αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο το ναζιστικό καθεστώς έφτασε στα άκρα τη ριζοσπαστική του ευγονική, με το πρόγραμμα “ευθανασίας” που εφάρμοσε, με σκοπό την αποκατάσταση της φυλετικής ακεραιότητας της Άριας Φυλής. Περίπου 250.000 Γερμανοί που άνηκαν σε ανεπιθύμητες κοινωνικές ομάδες δολοφονήθηκαν με την εφαρμογή προγραμμάτων “αρνητικής ευγονικής”, όπως το Aktion T4. Η εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος περιλάμβανε θαλάμους αερίων και κρεματόρια, ώστε να απαλλαγεί η οργανική φυλετική κοινότητα από τις “ζωές που ήταν ανάξιες να βιωθούν”. Από τις πρακτικές αυτές αντλήθηκε και η απαραίτητη τεχνογνωσία για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και των Ρομά. Σχολιάζοντας την αποτελεσματικότητα της ναζιστικής ευγονικής και καλώντας για επέκταση του “Νόμου για την ευγονική στείρωση” που ίσχυε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ από το 1924, ο ευγονιστής και οπαδός του φυλετικού διαχωρισμού Τζόζεφ Σπένσερ Ντε Ζάρνετ, έλεγε: «οι Γερμανοί μάς κερδίζουν στο ίδιο μας το παιχνίδι και είναι πιο προοδευτικοί από εμάς».5
Θα ήταν καλύτερο, λοιπόν, οι εκπρόσωποι του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού αντί να κάνουν αυθαίρετες και ανιστόρητες συσχετίσεις ναζισμού και κομμουνισμού να κοιτάξουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη και θα δουν ποιο σύστημα γέννησε, ανέθρεψε και γιγάντωσε το κτήνος…

Σημειώσεις:
1. Σύμφωνα με μαρτυρία δημοσιογράφου των New York Times ήδη από το 1922 ο Χίτλερ είχε κρεμασμένο στο γραφείο του έναν μεγάλο πίνακα του Φορντ, ενώ στον προθάλαμο του γραφείου του, πάνω σε ένα τραπέζι, υπήρχε πλήθος αντιτύπων της γερμανικής έκδοσης του “Διεθνούς Εβραίου”.
2. Σύμφωνα με τον Φορντ οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι ακόμα και για τη διάδοση της jazz μουσικής, με σκοπό την αλλοίωση του λευκού πολιτισμού από τη μαύρη κουλτούρα: «Πολλοί αναρωτιούνται από που έρχεται αυτό το κύμα μουσικού βόρβορου που εισέβαλε στα τίμια σπίτια κι έκανε τους νέους ανθρώπους αυτής της γενιάς να μιμούνται τις μωρολογίες των ηλιθίων. Η δημοφιλής μουσική είναι εβραϊκό μονοπώλιο. Η jazz αποτελεί εβραϊκό δημιούργημα. Τα χλιαρά αισθήματα, ο βόρβορος, οι πονηροί υπαινιγμοί, ο εγκαταλελειμμένος αισθησιασμός της μουσικής έχουν εβραϊκή καταγωγή (…) Η διαβολική εξαπάτηση με την οποία δημιουργήθηκε μια πνιγηρή ατμόσφαιρα που διατηρείται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη. Υπάρχει κάτι σατανικό γύρω από αυτό. Και υπολογισμένο με δημιουργική πανουργία. Η πλημμυρίδα όλο και διογκώνεται και γίνεται όλο και χειρότερη οδηγώντας στην παρακμή το μη εβραϊκό κοινό και αυξάνοντας τις εβραϊκές περιουσίες».
3. Παρ’ ότι η “Συντηρητική Επανάσταση”, ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός διακηρύσσουν με κάθε αφορμή τη ρήξη τους με τις “ιδέες του 1789”, υπάρχει και η Σώτη Τριανταφύλλου -αυτός ο ογκόλιθος της διανόησης- που σε ένα απολαυστικό ρεσιτάλ ασυναρτησίας επιμένει να συνδέει τον ναζισμό με τη Γαλλική Επανάσταση. Για λόγους διασκέδασης του αναγνώστη αντιγράφω ένα εκτενές απόσπασμα από άρθρο της στην Athens Voice: «Η ιστορική συνέχεια μάς οδηγεί στη γαλλική επανάσταση. Η αριστερά και οι Αμερικανοί liberals, μολονότι κατηγορούν με ευκολία τους μη-αριστερούς ως “φασίστες”, δεν διακρίνουν τα φασιστικά στοιχεία στο 1789: κι όμως, με τη διαύγεια που αποκτάμε εκ των υστέρων, μπορούμε να δούμε τον ολοκληρωτικό, τρομοκρατικό, εθνικιστικό και συνωμοτικό χαρακτήρα της γαλλικής επανάστασης η οποία ξεπέρασε σε αγριότητα το παλιό καθεστώς της μοναρχίας. Και γέννησε δυο αρχετυπικούς δικτάτορες: τον Ροβεσπιέρο και τον Ναπολέοντα. Όταν σε μια ιστορική φάση που θεωρείται πεδίο της αριστεράς –γαλλική επανάσταση, ρωσική επανάσταση, σταλινισμός, “υπαρκτός” σοσιαλισμός- εμφανίζονται φασιστικά στοιχεία, η αριστερά κάνει λόγο για “λάθη” και “παραμορφώσεις”’· σπεύδει ωστόσο να εντοπίσει τα φασιστικά στοιχεία σε οποιαδήποτε ιστορική στιγμή φαίνεται “δεξιά” ή “συντηρητική” (π.χ. την περίοδο της πρωθυπουργίας Θάτσερ). Εξάλλου, θεωρώντας ότι όλα είναι πολιτική –το σεξ, το φαγητό, η ψυχαγωγία, τα εσωτερικά μας κίνητρα- επιβάλλει μια μορφή ντετερμινισμού με φασιστικές, θα λέγαμε, αποχρώσεις. (…) Επιπροσθέτως, ο αγωνιστικός αντιρατσισμός είναι μια μορφή ρατσισμού: μια μορφή affirmative action που διαιωνίζει την ενοχή των λευκών και οξύνει την πικρία –και το μίσος- των κάποτε καταπιεσμένων και αποικιοκρατούμενων. Έτσι, τροφοδοτούνται παλιά πάθη και οι πολίτες καλούνται να αυτοπροσδιοριστούν με αρνητικούς όρους – αντιφασίστας, αντικομμουνιστής, αντιρατσιστής – όχι με όρους εποικοδομητικούς. Τέλος, ο ισλαμοφασισμός δεν γίνεται κατανοητός: η αριστερά δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον πειρασμό του σκοταδισμού. H πολιτική των ΗΠΑ είναι “φασιστική” αλλά οι Ταλιμπάν, περιέργως, δεν ορίζονται ως ισλαμοφασίστες. Το ίδιο ισχύει με την αριστερή τρομοκρατία: η τρομοκρατία της δεξιάς είναι “φασιστική”, η τρομοκρατία της αριστεράς είναι “επαναστατική”.
4. Τον Ιούλιο του 1932, το κόμμα αποφάσισε να επιστρέψει στο SPD. Μερικά εξέχοντα μέλη, όμως, εντάχθηκαν στο NSDAP.
5. Ο Ντε Ζάρνετ προώθησε τη στείρωση κοινωνικών ομάδων ώστε να εμποδιστεί η αναπαραγωγή τους: «Σε αυτήν την κατηγορία των ακατάλληλων ανήκουν οι τρελοί, οι επιληπτικοί, οι αλκοολικοί, οι κληρονομικοί εγκληματίες, οι συφιλιδικοί, οι βλάκες και οι ηλίθιοι, και κανένας από αυτούς δεν πρέπει να αναπαράγεται». Ο κυβερνήτης Τρινκλ της πολιτείας Βιρτζίνια ήταν υποστηρικτής του Ντε Ζάρνετ και τον Μάρτιο του 1924 πέρασε τον “Νόμο για την ευγονική στείρωση”.
6. Όπως έλεγε ο Γκράμσι για την ιταλική εκδοχή του φασισμού, αποτέλεσε μια δύναμη εκσυγχρονισμού και ανασυγκρότησης του ιταλικού καπιταλισμού, μετά την απειλή που αυτός δέχθηκε από τον επαναστατικό αναβρασμό της Κόκκινης Διετίας (1919 – 1920). Στρατηγική του φασισμού ήταν ο θρυμματισμός, η αποδιοργάνωση και η ακινητοποίηση της εργατικής τάξης, και γι’ αυτό: «ευνοήθηκε στη γέννησή του, την οργάνωση και την ανάπτυξή του από όλες τις παλιές κυβερνώσες ομάδες ανεξαιρέτως – αλλά κυρίως από τους γαιοκτήμονες, που ένιωθαν πιο απειλούμενοι από την πίεση του πληθυσμού της υπαίθρου».





