Οι προβληματικές τοποθετήσεις ενός γκεμπελίσκου

Τις τελευταίες εβδομάδες ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει επιλέξει συνειδητά να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Όχι παρουσιάζοντας κάποιο ουσιαστικό έργο στο υπουργείο Υγείας, ούτε προτείνοντας λύσεις για ένα σύστημα υγείας που δοκιμάζεται καθημερινά, αλλά επενδύοντας διαρκώς στην ένταση, στην πρόκληση και στην υπερβολή. Σαν να ακολουθεί κατά γράμμα μια πολιτική σχολή που έχει γίνει μόδα τα τελευταία χρόνια, εισαγόμενη εξ Αμερικής: όσο μεγαλύτερος ο θόρυβος, τόσο μεγαλύτερη η πολιτική προβολή.

Αυτό το μοτίβο το βλέπουμε παντού. Από τις θεατρικές αντιπαραθέσεις με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου μέχρι τις παραστάσεις έντασης στο νοσοκομείο της Νίκαιας, όπου ένας υπουργός Υγείας εμφανίζεται περισσότερο ως υπουργός καθεστώτος παρά ως διαχειριστής ενός κρίσιμου συστήματος για τη χώρα σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία.

Τώρα όμως το φαινόμενο έχει φτάσει σε άλλο επίπεδο. Με ένα μακροσκελές κείμενο ύμνου προς το Ισραήλ και την πολεμική του στρατηγική, ο Άδωνις Γεωργιάδης αποφάσισε να μετατρέψει έναν από τους πιο σύνθετους και τραγικούς πολέμους της εποχής μας σε πολιτικό πανηγυρισμό. Στο κείμενό του δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για την ανθρώπινη τραγωδία που εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο τεράστιο ανθρώπινο κόστος των συγκρούσεων. Υπάρχει μόνο θαυμασμός για τη στρατιωτική ισχύ και μια σχεδόν πολεμική ρητορική θριάμβου. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Ένας Έλληνας υπουργός δεν λειτουργεί σαν σχολιαστής γεωπολιτικών συγκρούσεων στο διαδίκτυο. Δεν είναι δουλειά του να γράφει διθυράμβους για πολέμους και στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η ευθύνη του είναι να εκπροσωπεί μια χώρα που ιστορικά γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνουν οι πόλεμοι, οι προσφυγικές ροές και οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη γειτονιά της.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το πολιτικό μήνυμα που υπονοείται μέσα από το κείμενό του. Ο Άδωνις Γεωργιάδης παρουσιάζει με θαυμασμό μια κοινωνία όπου οι πολίτες σπεύδουν μαζικά να καταταγούν και να πολεμήσουν, προβάλλοντας αυτό το μοντέλο σχεδόν ως παράδειγμα προς μίμηση. Με άλλα λόγια, υπονοεί ότι η ιδιότητα του πολίτη –η πολιτική, δημοκρατική συμμετοχή σε μια κοινωνία– πρέπει να υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική ιδιότητα. Ότι πρώτα είσαι στρατιώτης και μετά πολίτης. Αυτή όμως είναι μια βαθιά προβληματική αντίληψη για μια δημοκρατία. Στις δημοκρατικές κοινωνίες ο στρατός υπάρχει για να υπηρετεί τους πολίτες και το Σύνταγμα, όχι για να καθορίζει την ταυτότητα της κοινωνίας.

Όλα αυτά όμως δεν είναι τυχαία. Δεν είναι απλώς μια προσωπική ιδεολογική τοποθέτηση. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική. Ο Άδωνις Γεωργιάδης γνωρίζει πολύ καλά ότι η συζήτηση για την επόμενη μέρα στη ΝΔ έχει ανοίξει εδώ και καιρό. Οι «δελφίνοι» του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Χτίζουν προφίλ, καλλιεργούν ακροατήρια και προσπαθούν να καταλάβουν πολιτικό χώρο. Έτσι εξηγείται και η διαρκής υπερέκθεση, οι προκλητικές δηλώσεις, οι ακραίες τοποθετήσεις, οι συνεχείς συγκρούσεις. Όσο μεγαλύτερος ο θόρυβος, τόσο περισσότερο το όνομά του μένει στην επικαιρότητα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί ως προσωπική καμπάνια. Και σίγουρα δεν μπορεί να μετατρέπει έναν πόλεμο σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής προβολής. Γιατί, όταν ένας υπουργός πανηγυρίζει για βομβαρδισμούς, υμνεί στρατιωτικές επιχειρήσεις και αντιμετωπίζει μια γεωπολιτική κρίση σαν σκηνή ιδεολογικής επίδειξης, τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς πολιτικό, είναι βαθιά θεσμικό.

Και τελικά το ερώτημα παραμένει απλό: όλα αυτά γίνονται για την εξωτερική πολιτική της χώρας ή για την προσωπική πολιτική πορεία του Άδωνι Γεωργιάδη; Και εδώ ανακύπτει και μια δεύτερη, εξίσου σοβαρή διάσταση του ζητήματος: η ευθύνη του ίδιου του πρωθυπουργού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ουδέτερος παρατηρητής, όταν ένας κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησής του μετατρέπει συστηματικά τον δημόσιο λόγο σε πεδίο έντασης, διχασμού και θεσμικής υποβάθμισης. Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν είναι ένας απλός τηλεοπτικός σχολιαστής. Είναι υπουργός της κυβέρνησης και κάθε δημόσια παρέμβασή του αντανακλά συνολικά την κυβερνητική στάση. Το γεγονός ότι του επιτρέπεται διαρκώς να μονοπωλεί την επικαιρότητα με προσωπικούς καυγάδες, μισαλλόδοξες δηλώσεις και προκλητικές τοποθετήσεις μίσους δεν είναι τυχαίο. Εξυπηρετεί μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία: αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα που πιέζουν την ελληνική κοινωνία.

Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις καθημερινές αντιπαραθέσεις και τις προκλήσεις του Άδωνι Γεωργιάδη, τόσο λιγότερο συζητάμε για τα πραγματικά αδιέξοδα της χώρας. Για την κατάσταση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας που πιέζεται στα όριά του. Για την ακρίβεια που διαβρώνει τα εισοδήματα. Για την αίσθηση στασιμότητας και έλλειψης προοπτικής που βιώνει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Έτσι, ο δημόσιος διάλογος μετατρέπεται σε ένα ατελείωτο θέαμα πολιτικής έντασης, ενώ τα ουσιαστικά ζητήματα μένουν στο περιθώριο. Και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς σύμπτωση. Είναι μια πολιτική συνθήκη που τελικά εξυπηρετεί την ίδια την κυβέρνηση. Γιατί, όταν η πολιτική συζήτηση καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από τις προκλήσεις ενός υπουργού, τότε τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας εξαφανίζονται από το κάδρο.