Λίγα λόγια για το να περπατάς προς τα πίσω
Η μητέρα μου μας απαγόρευε να περπατάμε προς τα πίσω. Έτσι περπατούν οι νεκροί, έλεγε. Από πού της κατέβηκε μια τέτοια ιδέα; Ίσως από μια κακή μετάφραση. Οι νεκροί εξάλλου δεν περπατούν προς τα πίσω, περπατούν πίσω μας. Δεν έχουν πνευμόνια και δεν μπορούν να μας φωνάξουν, αλλά πολύ θα το ’θελαν να γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε. Είναι θύματα του έρωτα, πολλοί απ’ αυτούς.
Αν Κάρσον, από το βιβλίο «Λίγα Λόγια», μετάφραση Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκη
Το βραβείο Νόμπελ στην Αν Κάρσον ήταν ένα Νόμπελ που περιμέναμε. Ίσως βέβαια ετεροχρονισμένα. Από τότε που θυμάμαι να ψάχνουμε τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή η Κάρσον ήταν σχεδόν πάντοτε το πρώτο όνομα που ερχόταν στην κουβέντα και μάλιστα με τρόπο επιβλητικό. Πάντοτε το όνομά της είχε προτεραιότητα, ακόμα και σε μια περίοδο που δεν κυκλοφορούσαν βιβλία της στα ελληνικά. Μετά τη βράβευση της Άλις Μονρό το 2013 (η Μονρό είναι εξίσου Καναδή με την Κάρσον) και της Λουίζ Γκλικ το 2020 (η Γκλικ είναι εξίσου γυναίκα ποιήτρια με την Κάρσον), όλοι έλεγαν πως η βράβευσή της μοιάζει απίθανη. Η είδηση της βράβευσή της λοιπόν υπήρξε μια ευχάριστη έκπληξη. Όχι γιατί το Νόμπελ ήταν αναπάντεχο. Αλλά γιατί σηματοδοτεί κάτι πολύ ουσιαστικό και συγκεκριμένο σε μια συγκεκριμένη εποχή.
Κάποιες φορές μοιάζει ολόκληρο το έργο της Κάρσον να αποτελεί μια προσπάθεια συμφιλίωσης φαινομενικών αντιθέσεων. Με βασικότερη το γεγονός πως ενώ η ποίησή της βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της ποιητικής ανανέωσης, του πειραματισμού και της επιτέλεσης έχει ταυτόχρονα –και μάλιστα με τρόπο εμφανή– τις ρίζες της στη βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Με τον τρόπο αυτό, η Κάρσον δεν εμφανίζεται ποτέ –στα δοκίμιά της ή στην ποίησή της– ως μια στεγνή κλασικίστρια ή ως μια απροσπέλαστη πειραματίστρια. Ο ποιητικός της λόγος κουβαλάει την ποιητική ευκρίνεια των αρχαίων λυρικών, τη συμπύκνωση των επιγραμμάτων, την άμεση διαπραγμάτευση των μεγάλων σταθερών θεμάτων της αρχαίας τραγωδίας. Ο τρόπος της όμως φέρει μονίμως κάτι νέο. Κάτι που αναπνέει με θέα προς το άγνωστο. Αλλάζοντας διαρκώς τρόπο από βιβλίο σε βιβλίο, η ποίησή της λειτουργεί ως μια μόνιμη προτροπή ποιητικής ανανέωσης: από τα βραχύσωμα πεζοποιήματα έως τα ποιητικά μυθιστορήματα, από την μείξη του ποιητικού με τον δοκιμιακό λόγο, από την απρόσμενη συνάντηση της ποίησης με το βιβλίο- καλλιτεχνικό αντικείμενο (Nox 2010) ή το κόμιξ (The Trojan Women: A Comic, 2021).
Από την μείξη αυτή δεν θα λείψουν και οι παράδοξες αναφορές, σε γυναίκες ηθοποιούς του σινεμά ή σύγχρονες τραγουδίστριες και σε στοιχεία της pop κουλτούρας. Ο χρόνος εδώ είναι μια ατελείωτη συγχρονία όπου αρχαίοι μύθοι όχι απλά επιβιώνουν αλλά αναπνέουν σαν μόλις να σχηματίστηκαν μιλώντας για σύγχρονα θέματα, παίρνοντας σύγχρονη μορφή. Η ωραία Ελένη μεταμορφώνεται στη Μέριλιν Μονρό και η Αντιγόνη με την Ισμήνη συζητούν για τον Χέγκελ. Και όλα αυτά σε μια γλώσσα απλή και προσβάσιμη ταυτόχρονα με μια ποιητική υψηλή απαίτησης –τόσο σε βάθος όσο και σε προσοχή– από τον αναγνώστη.
Και έχεις την αίσθηση πως όλη αυτή η ποιητική ευελιξία είναι κατορθωτή ακριβώς γιατί έχει ριζωμένα τα θεμέλιά της στις ανθρωπιστικές σπουδές, στη γνώση του λογοτεχνικού παρελθόντος. Μια γνώση που όμως δεν αποξενώνει, δεν μένει έγκλειστη στην εγκυκλοπαιδική αναφορά, ή στην υποσημείωση της πρεσβυωπίας αλλά ανανεώνει τον μύθο χρησιμοποιώντας τον, εφευρίσκοντάς τον ξανά από την αρχή.
Η βράβευση της Αν Κάρσον δεν σηματοδοτεί μόνο μια είσοδό της στον μεγάλο ποιητικό κανόνα (αυτόν έτσι και αλλιώς τον είχε κερδίσει και ανεξάρτητα από βραβεύσεις). Περιγράφει την πλήρη αποδοχή του βάθους μιας κουλτούρας που καθώς το ανθρώπινο χάνεται από τον άνθρωπο έτσι χάνεται και αυτή. Η ποίηση της Αν Κάρσον είναι ακριβώς το ανθρώπινο που επιβιώνει την εποχή που ο άνθρωπος χάνεται.
Foto
Utopist / Flickr





