Κάθε χρόνο χιλιάδες εκπαιδευτικοί –μόνιμοι και αναπληρωτές– αναγκάζονται να υπηρετήσουν σε σχολεία μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους. Το γεγονός αυτό έχει παραμέτρους που αφορούν όχι μόνο στον αποχωρισμό των οικογενειών και την αύξηση των οικογενειακών εξόδων, αλλά και στην ίδια την ανεύρεση κατοικίας για όσο διάστημα απαιτείται. Το πρόβλημα της στέγασης των εκπαιδευτικών έχει ιδιαιτερότητες σε σχέση με το γενικότερο, καθώς απαιτείται από εργαζόμενους με πενιχρές αμοιβές να αλλάζουν ενδεχομένως και κάθε χρόνο τόπο κατοικίας (ιδίως όσον αφορά στους αναπληρωτές), να συντηρούν συχνά δύο σπίτια (καθώς η οικογένεια παραμένει στον τόπο καταγωγής) και να πρέπει επιπλέον να καλύπτουν έξοδα μετακίνησης και μετακόμισης οικοσκευής.
Το διαχρονικό αυτό πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει πολλαπλώς και την άσκηση του εκπαιδευτικού έργου, έχει θιγεί επανειλημμένως από τις Εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες (ΟΛΜΕ και ΔΟΕ) στην υπουργό Παιδείας. Επίσης, όσον αφορά στην ΟΛΜΕ έχει ψηφίσει σχετικές θέσεις/προτάσεις στα τελευταία συνδικαλιστικά της συνέδρια (από το το 2022 έως το τελευταίο που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο το 2026). Ωστόσο, παραμένει όχι μόνο άλυτο αλλά και διαρκώς επιδεινούμενο. Ιδίως φέτος οι συνάδελφοι από όλη την Ελλάδα καταμαρτυρούν ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία εξεύρεσης κατοικίας.
Ελλείψεις και αρνήσεις
Η συνεχόμενη αύξηση των ενοικίων είναι αδιαμφισβήτητη και αφορά φυσικά σε ολόκληρο τον πληθυσμό, όμως οι ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο σοβαρή για αυτήν την ομάδα εργαζομένων. Ας προστεθεί ότι ο/η εκπαιδευτικός καλείται να ανταπεξέλθει στις αυξήσεις ενοικίων με το γλίσχρο εισόδημά του που ξεκινάει από 820 ευρώ μηνιαίως για μόνιμο/η εκπαιδευτικό και 980 για αναπληρωτή/τρια, με ελάχιστες προσαυξήσεις για μεγαλύτερα κλιμάκια ή γονείς. Η τιμή ενοικίου για ένα επιπλωμένο διαμέρισμα 30 – 60 τ.μ. στην Αττική και σε άλλα αστικά κέντρα κυμαίνεται από 550 έως 700 ευρώ. Το πρόβλημα είναι ανάλογο, ίσως κατά περίπτωση και πιο οξυμμένο, στις τουριστικές περιοχές (οι οποίες πια είναι πολλές).
Οι εκπαιδευτικοί όμως έχουν να αντιμετωπίσουν και άλλη μια διάσταση του προβλήματος στέγασης, αυτήν της άρνησης των ιδιοκτητών να τους νοικιάσουν το ακίνητό τους. Η άρνηση αυτή οφείλεται καταρχάς στο γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί δεν χρειάζονται το ακίνητο για όλον τον χρόνο, καθώς δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα πού θα υπηρετούν την επόμενη σχολική χρονιά. Από την άλλη είναι δύσκολο να βρουν σπίτι για ενοικίαση από τον Σεπτέμβρη έως τον Ιούνιο (όσο διαρκεί η υπηρεσία), γιατί συμπίπτουν με τουριστική περίοδο, κατά την οποία οι ιδιοκτήτες προτιμούν να νοικιάζουν τα ακίνητά τους για βραχυχρόνια μίσθωση έχοντας ως κριτήριο το αυξημένο κέρδος. Αν μάλιστα οι εκπαιδευτικοί τυχαίνει να έχουν και παιδιά μαζί τους, οι αρνήσεις είναι περισσότερες. Συνεπώς, όταν μιλάμε για πρόβλημα στέγασης για τους/τις εκπαιδευτικούς, δεν αναφερόμαστε μόνο στο υψηλό κόστος, αλλά και στην αδυναμία εξεύρεσης στέγης με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που διανυκτερεύουν σε αυτοκίνητα και σκηνές.
Η μεγάλη παραίτηση
Οι επιπτώσεις αυτής της διάστασης της στεγαστικής κρίσης είναι εκπαιδευτικές και κοινωνικές, και δυστυχώς μακροχρόνιες. Καταρχάς αποτελούν έναν από τους παράγοντες της παραίτησης αναπληρωτών –και μονίμων ακόμη– από την υπηρεσία, παρά την ποινή διετούς αποκλεισμού από τους πίνακες προσλήψεων. Το Big Quit (η μεγάλη παραίτηση) στην εκπαίδευση είναι γεγονός και ξεκίνησε εδώ και τέσσερα χρόνια περίπου από τα τουριστικά νησιά (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Κρήτη, νησιά Ιουνίου κ.α.) απειλώντας να επεκταθεί και στην υπόλοιπη επικράτεια. Οι κοινωνικές και εκπαιδευτικές επιπτώσεις σε μια κοινωνία, και μάλιστα σε ένα νησί, που δεν έχει προσωπικό για τα σχολεία του είναι μακροχρόνιες.
Επιπλέον, το άγχος της ανεύρεσης στέγης, της οικονομικής επισφάλειας και της οικογενειακής ανασφάλειας που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί επιβαρύνει σε βάθος χρόνου το εκπαιδευτικό τους έργο και τη σχέση τους με το επάγγελμά τους. Διότι εύκολα η κοινωνία και η πολιτεία «παρηγορεί» τους/τις εκπαιδευτικούς αποκαλώντας το επάγγελμά τους λειτούργημα, αλλά η αδυναμία επιβίωσης -οικονομικής γενικότερα και στεγαστικής ειδικότερα- δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ηρωισμούς. Και ακόμα λιγότερα περιθώρια αφήνει στους/στις εκπαιδευτικούς για να αφοσιωθούν στο εκπαιδευτικό τους έργο, το οποίο είναι εκ φύσεως απαιτητικό. Εξάλλου οι εκπαιδευτικοί που αιτούνται άδεια για άσκηση δεύτερης απασχόλησης προκειμένου να ανταπεξέλθουν αυξάνονται κάθε χρόνο περισσότερο.
Τέλος, η κατάσταση αυτή δείχνει με τον πιο ευκρινή τρόπο πόσο η πολιτεία απαξιώνει τους/τις εκπαιδευτικούς, αλλά και τη δημόσια εκπαίδευση εν γένει. Ο άστεγος εκπαιδευτικός, είναι μόνο μια πτυχή της απαξίωσης του δημόσιου σχολείου. Οι άλλες πτυχές είναι τα σχολεία χωρίς εκπαιδευτικούς και οι μαθητές/τριες χωρίς σχολεία, βιβλία, υλικοτεχνική υποδομή κ.ο.κ.
«Λύσεις» δίχως αποτέλεσμα
Η δε επιστροφή ενοικίου σε κάποιες κατηγορίες του πληθυσμού δεν λύνει το πρόβλημα, καταρχήν διότι εξαιρεί την Περιφέρεια Αττικής και τη Μητροπολιτική Ενότητα Θεσσαλονίκης. Επίσης η εμπειρία δείχνει ότι στους αναπληρωτές που πηγαίνουν για λίγους μήνες δεν υπογράφεται συνήθως συμβόλαιο, άρα αποκλείονται από οποιαδήποτε επιδότηση. Όσο για το εφάπαξ επίδομα 500 ευρώ μικτά για το 2027 που εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό στη Θεσσαλονίκη είναι άνευ αξίας μπροστά στη σοβούσα φτώχεια και την αύξηση του πληθωρισμού. Από την άλλη, οι επιμέρους προσπάθειες που γίνονται από Δήμους π.χ Πάρος και τοπικές ΕΛΜΕ π.χ. ΕΛΜΕ Θήρας και ΕΛΜΕ Πάρου – Αντιπάρου είναι καλοδεχούμενες, αλλά επαρκούν μόνο τοπικά.
Χρειάζεται από το υπουργείο Παιδείας συγκροτημένη και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό πολιτική στέγασης των εκπαιδευτικών σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Απαιτείται για τη χάραξη της πολιτικής αυτής διερεύνηση των αναγκών κατά περιοχή και συνεργασία με τις Εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες, οι οποίες όχι μόνο γνωρίζουν το πρόβλημα αλλά έχουν και προτάσεις. Αυτή πρέπει να συνδυαστεί με αύξηση στους μισθούς των εκπαιδευτικών οι οποίοι είναι από τους χαμηλότερα αμειβόμενους της Ευρώπης. Η απάντηση του ΣτΕ στη διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού από την ΑΔΕΔΥ ότι οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, παρά την κατάργηση των δώρων, παραμένουν επαρκείς για μια αξιοπρεπή διαβίωση και ότι το διαθέσιμο εισόδημά τους βρίσκεται πάνω από το επίσημο όριο της φτώχειας, δεν συνάδει με την πραγματικότητα που βιώνουμε.
Foto
Άρης Μαντίκος / Eurokinissi





