Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του Μάσιμο Ντ’Αλεμα (π. γραμματέα του ΚΚΙ) με τίτλο «Ήμασταν κομμουνιστές» («Eravamo comunisti»), η Λουτσιάνα Καστελίνα σχολιάζει στην εφημερίδα «il manifesto» της 6.10.26.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν συνιστά βιβλιοκριτική στο βιβλίο του Μάσιμο Ντ’ Αλέμα Ήμασταν κομμουνιστές. Αυτός ο τίτλος σε παρελθοντικό χρόνο πραγματικά δεν μου αρέσει.
Δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να προσεγγίσω αυτό το βιβλίο με την αναγκαία αποστασιοποίηση· συμμετείχα ενεργά στα γεγονότα που ξεδιπλώνει το ένα μετά το άλλο, ξεκινώντας με εκείνα που αφορούν την Ομοσπονδία Νέων Κομμουνιστών Ιταλίας (Fgci) της δεκαετίας του ’50, όταν πρωταγωνιστής δεν ήταν ο Ντ’ Αλέμα αλλά ο πατέρας του Τζουζέπε. Ο πατέρας του είχε τοποθετηθεί στην οργάνωση νεολαίας, παρότι είχε ήδη διατελέσει διακεκριμένος γραμματέας σημαντικών κομματικών ομοσπονδιών· η τελευταία, μία από τις ισχυρότερες, του είχε απονείμει αστειευόμενη τον τίτλο του «Δούκα της Μόντενα».
Είχε μετακινηθεί στην Fgci με στόχο να αντικαταστήσει τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο οποίος θεωρούνταν υπερβολικά άκαμπτος για αυτή τη θέση. Σε εκείνο ακριβώς το πλαίσιο είχαμε συναντηθεί και δώσει ζωή σε μια ομάδα που εξέφραζε τις «πιο σύγχρονες» τάσεις της φοιτητικής συνιστώσας. Τότε αυτή ήταν εξαιρετικά μικρή, μόλις το 2% ενός σώματος που στη συντριπτική του πλειονότητα αποτελούνταν από νέους αγρότες, απομονωμένους εκείνα τα πολύ δύσκολα χρόνια στις αγροτικές περιοχές της χώρας. Η παρουσία του Τζουζέπε Ντ’ Αλέμα δεν κράτησε πολύ· σύντομα στάλθηκε ξανά στις κομματικές ομοσπονδίες και έγινε σημαντικό στέλεχος της συνιστώσας του Αμέντολα – παραμένοντας πάντοτε ο πιο συμπαθής άνθρωπος της συνιστώσας. Εμείς οι φοιτητές, όμως, παρότι είχαμε αγωνιστεί μαζί του, κινούμασταν όλο και περισσότερο προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Μια όχι μοιραία πτώση
Αν και ανήκε σε γενιά πολύ νεότερη από τη δική μου, με τον ίδιο τον Μάσιμο ξαναβρεθήκαμε στα ανήσυχα πρώτα χρόνια του ’68. Αυτό συνέβη επειδή, όταν φτάσαμε στη διαγραφή των ιδρυτών του περιοδικού il manifesto από το κόμμα (ΚΚΙ), το θυμάμαι ακόμη πολύ καλά, νιώσαμε όλοι σαν να μας είχαν πετάξει από το παράθυρο. Στο κενό. Κι όμως η πτώση δεν αποδείχτηκε μοιραία, γιατί, αντί να προσγειωθούμε στην απομόνωση, βρεθήκαμε μέσα στο αναπτυσσόμενο κίνημα του ’68. Από πολλά μέρη της Ιταλίας, πολυάριθμες νεοσύστατες ομάδες φοιτητών-εργατών, ανάμεσά τους και εκείνη της Πίζας (την αποτελούσαν κυρίως μέλη του πανεπιστημιακού πυρήνα στον οποίο ανήκε και ο Ντ’ Αλέμα και τα οποία αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το ΚΚΙ), μας ζήτησαν να συνεργαστούν με το περιοδικό. Από τότε το il manifesto, και αργότερα το PDUP,[1] έγιναν ένα μείγμα πολύ νέων και μεγαλύτερων, που είχαν περάσει τα σαράντα· και εμάς των ιδρυτών που συμπεριληφθήκαμε έκτοτε σε αυτή τη γενιά.
Χάρη σε αυτή την ανανέωση, συμμετείχα σε όλα τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο, ξεκινώντας από την Πίζα, που υπήρξε το επίκεντρο της νέας Αριστεράς. Η εμπειρία που μοιραστήκαμε και ένα κοινό βίωμα σαν αυτό δεν προσφέρονται στην υπερφίαλη κριτική που συνήθως χαρακτηρίζει τις βιβλιοκριτικές. Θέλω να ζητήσω από τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα να δοκιμάσουμε να αναμετρηθούμε ξανά με τις διαφορές μας, επειδή και η προσωπικότητά του συχνά με ξαφνιάζει: τη συναντώ –τελευταία μάλιστα συχνότερα– στα πολύ ευφυή κείμενά του. Παρ’ όλα αυτά, ανακαλύπτω και πρωτοβουλίες του για τις οποίες θα ήθελα να τον τουφεκίσω…
Δεν θα κάνω βιβλιοκριτική· θέλω μάλλον να προκαλέσω μια συζήτηση ανάμεσα στον Μάσιμο και σε όλους εμάς που εξακολουθούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας κομμουνιστές γύρω από αυτή τη μακρά περίοδο της ιστορίας του ΚΚI που αφηγείται στο βιβλίο του.Λέω «να συζητήσουμε», γιατί, παρότι αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αρκετές από τις παρορμήσεις του –την έλξη προς τον κινηματισμό που όλοι νιώσαμε εκείνα τα χρόνια, το ενδιαφέρον αλλά και την άμεση αποστασιοποίηση από τις θεωρίες και τις πρακτικές των ομάδων της νέας Αριστεράς—, το il manifesto παρέμεινε πάντοτε πεπεισμένο ότι το ΚΚI έπρεπε να ανανεωθεί, όχι να ηττηθεί.
«Στόχος μας είναι να διαλυθούμε, αισθανόμαστε ότι είμαστε ένα προσωρινό κόμμα», θυμάμαι να λέμε –και γι’ αυτό η Lotta Continua[2] μας κορόιδευε–, για να ξεκαθαρίσουμε ότι θέλαμε να ανανεώσουμε ριζικά το κόμμα από το οποίο προερχόμασταν και όχι να επινοήσουμε ένα άλλο. Και συνεχίσαμε να το λέμε ακόμη και όταν διαφωνήσαμε σε βάθος, σε θεμελιώδη ζητήματα.
Αποσιώπηση σημαντικών στοιχείων
Ωστόσο, η ιστορία που ανασυνθέτει ο Ντ’ Αλέμα σε αυτό το βιβλίο δεν βοηθά ιδιαίτερα αυτόν τον κοινό αναστοχασμό. Παρότι είναι πλούσια σε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για όσα συνέβαιναν στην Botteghe Oscure (κεντρικά γραφεία του κόμματος ), παραμένει εγκλωβισμένη σε εκείνο το πλαίσιο· όλα τα υπόλοιπα, όλα όσα συνέβησαν, όχι μόνο το ’68 αλλά και στη συγκλονιστική δεκαετία του 1970, απουσιάζουν: οι αγώνες και οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης, που ακόμη και στην Πίζα αποτελούσαν την καθημερινή τροφή της φοιτητικής κινητοποίησης.
Δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί αποσιωπώνται τα θεμελιώδη σημεία των αναλύσεων που έκαναν οι πολιτικοί πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων σχετικά με τους μετασχηματισμούς που επέφερε η απαρχή της καπιταλιστικής κρίσης. Αυτές οι αναλύσεις αποτέλεσαν τη βάση της σύγκρουσης που για δεκαετίες έφερε αντιμέτωπο τον περίφημο «ινγκραϊσμό»[3] –του οποίου το il manifesto υπήρξε ουσιώδες μέρος– με τη λεγόμενη δεξιά πτέρυγα του ΚΚI. Από τους συντρόφους της Πίζας εκείνης της εποχής, τους αναφέρει όλους εκτός από δύο από τα πιο γνωστά στελέχη τουil manifesto: τον Μαουρίτσιο Ιακόνο, μετέπειτα επιφανή κοσμήτορα του τμήματος Φιλοσοφίας του Κρατικού Πανεπιστημίου (Universita Statale), και τον πατέρα του Νικόλα Φρατοϊάνι. Για να μην αναφερθώ, βέβαια, στον Μπερλινγκουέρ· ο Ντ’ Αλέμα φαίνεται να μην αντιλήφθηκε ότι είχε μια κακοποιημένη μειοψηφία, παρότι ήταν ο γραμματέας, και πως αυτό κατέστησε τελικά δυνατή την επιλογή του Οκέτο να διαλύσει το κόμμα. Ούτε και τις συνέπειες που προκάλεσε αυτή η επιλογή.
Λαβή για εποικοδομητική συζήτηση
Αντίθετα, μου αρέσουν πολύ οι σελίδες όπου ο Μάσιμο αφηγείται την ευτυχή συνεργασία που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά ανάμεσα στην Fgci, της οποίας είχε γίνει γραμματέας το 1975, και στους δικούς μας νέους, που τότε τους καθοδηγούσε ο Φαμιάνο Κρουτσιανέλι– ο οποίος έγινε υφυπουργός του όταν εκείνος ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών. Θυμάμαι ακόμη μια συνέντευξή του πριν από μερικά χρόνια, στην οποία έλεγε: «Όταν έπειτα, το ’75, έγινα γραμματέας της Fgci, η Λουτσιάνα Καστελίνα έγραψε στο il manifesto ένα υπέροχο άρθρο, πολύ φιλικό προς αυτόν τον νέο που είχε μοιραστεί μέρος της εμπειρίας τους, και γι’ αυτό δεν έπρεπε να θεωρείται απλώς μια παραλλαγή της εσωτερικής γραφειοκρατίας».
Αυτό θα ήθελα να το συζητήσουμε γιατί, παρότι –όπως είπα– εξακολουθεί να γράφει πολύ ευφυή πράγματα, δεν τον βρίσκω ούτε τον αναγνωρίζω πια σε πολλές από τις επιλογές του. Είναι ακόμη δυνατή η επιστροφή του στην πολιτική; Εξακολουθεί να είναι διατεθειμένος να επιδιώξει την απαραίτητη αλλαγή του κόσμου, την οποία στο παρελθόν ονομάζαμε κομμουνισμό και η οποία, αν συλλάβουμε την ουσία της, σημαίνει την οικοδόμηση μιας κοινωνίας όπου θα υπάρχει ελευθερία αλλά και ισότητα – κάτι που μέχρι σήμερα καμία επανάσταση δεν έχει καταφέρει να επιτύχει;
Καταλήγοντας, θα ήθελα να πετάξει εκείνο τον τίτλο με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο: Ήμασταν κομμουνιστές. Αν δεν τον πετάξεις, κινδυνεύεις να εμφανιστείς ότι ισχυρίζεσαι πως το ΚΚΙ υπήρξε άχρηστο, ακόμη και επιζήμιο. Και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που η Ιταλία επιδεικνύει, σε αντίθεση με όλες σχεδόν τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξαιρετική ζωντάνια και αυτονομία στην πολιτική δράση της κοινωνίας των πολιτών της. Αν συμβαίνει αυτό, είμαι πεπεισμένη ότι οφείλεται στο γεγονός πως η εμπειρία ενός μεγάλου κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο ήξερε να κάνει την κοινωνία συμμέτοχη και πρωταγωνίστρια της πολιτικής ζωής, άφησε ένα πολύτιμο και αρκετά μοναδικό αποτύπωμα.
Μετάφραση Ι.Σ.
- Partito di Unita Proletaria.
- Οργάνωση της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
- Πιέτρο Ινγκράο, ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του ΚΚΙ.





