Γιώργος Γώτης, «Μετά την αρχή», εκδόσεις Στιγμή, 2026

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Γώτη έρχεται για να κάνει ακόμα πιο ισχυρή την αίσθηση ότι, μέσα στο ευρύτερο πεδίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια ξεχωριστή περιοχή στην οποία φαίνεται να ανθίζει εκ νέου το επίγραμμα, η ποιητική αυτή μορφή με τη μακραίωνη ιστορία και τις πολλαπλές πραγματώσεις και εφαρμογές. Δεν είναι μόνο η συντομία, το ολιγόστιχο των ποιημάτων που δημιουργεί αυτή την εντύπωση. Είναι, πολύ περισσότερο, η λειτουργία του ποιήματος ως εξεικόνισης μιας ιδέας που επιδιώκει την κρυστάλλωσή της μέσα σε έναν «χώρο» οριοθετημένο και σταθερό που να εγγράφεται εύκολα στη μνήμη και να ανακαλείται όποτε ο αναγνώστης το επιθυμεί. Είναι ακόμα η αίσθηση ότι τα ποιήματα αυτά συνιστούν συλλήψεις που μοιάζουν «της στιγμής», στην πραγματικότητα όμως αποτελούν βαθιά επεξεργασμένες σκέψεις, ποτισμένες με τη συγκίνηση του ποιητή για όσα αντιλαμβάνεται ότι συμβαίνουν γύρω του αλλά και εντός του.

Δεν είναι χωρίς σημασία που το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων εκκινούν και επεξεργάζονται την έννοια και την εικόνα της πόλης, της σύγχρονης πόλης όπως αυτή σφραγίζεται από ένα βασικό χαρακτηριστικό, τους κλειστούς ορίζοντες. Αυτή την αίσθηση εγκλεισμού και έλλειψης διεξόδου η οποία ενδεχομένως οδήγησε τον ποιητή στην επιλογή της φόρμας του επιγράμματος, ακριβώς για να δημιουργήσει έναν αντικατοπτρισμό με το κλειστό, ερμητικό σχήμα της σύνθεσης. Αυτό βεβαίως μόνο επιφανειακά μπορεί να επικυρωθεί γιατί τα ποιήματα, παρά τη συντομία της έκφρασης, το καίριο και καταλυτικό του λόγου, βυθίζονται μέσα στην πραγματικότητα της πόλης, όπως ακριβώς βυθίζεται και ένας άνθρωπος που θέλει να την εξερευνήσει. Γιατί μέσα σε όλο αυτό το απάνθισμα στιγμών και σκέψεων για την πόλη, μπορεί κανείς να διακρίνει ολοκάθαρα το πρόσωπο του ανθρώπου που ασφυκτιά και πνίγεται από την αστική πραγματικότητα του καιρού, από τα σχήματα, τα χρώματα, τις σχέσεις ή μάλλον τις μη σχέσεις, τα μη σχήματα, τα μη χρώματα -το άχρωμο και το ανέκφραστο.

Η σύνδεση και ο συσχετισμός με την «Πόλιν» του Κ.Π. Καβάφη μεθοδεύεται από τον ίδιο τον ποιητή, με τους δύο στίχους από το ποίημα του Αλεξανδρινού που παρατίθενται ως μότο στην αρχή του βιβλίου. Μόνο που, στην περίπτωση του Γώτη, η πόλις είναι η πρώην φύσις και αυτό αποτελεί μια παράμετρο που έχει, από μόνη της, μεγάλη σημασία. Γιατί εκείνο που αναφαίνεται εδώ δεν είναι η μεταμορφωτική δύναμη του χρόνου, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος, αλλά η μεταμορφωτική δύναμη του ίδιου του ανθρώπου που παρέλαβε φύση και τη μετέτρεψε σε κάτι α-φύσικο, κάτι απομακρυσμένο από τη νομοτέλεια του κόσμου, κάτι απάνθρωπο. Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία της σκέψης του ποιητή, το γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος, τη στιγμή ακριβώς που έγινε «θύτης», τη στιγμή που άλλαξε την όψη του κόσμου και των πραγμάτων, μετατρέποντας το φυσικό τοπίο σε αστικό, την ίδια εκείνη στιγμή μετατράπηκε σε θύμα, στον αποδέκτη όλων των (γνωστών πια) συνεπειών που η πράξη του είχε.

Δρόμοι που κάποτε ήταν ποταμοί και γύρω τους

πρόθυμα δίναν τα ρυάκια τα χέρια

πεζοδρόμια γίναν οι όχθες, βουή

των φύλλων το θρόισμα και σκόνη

η δροσιά του ανέμου.

Βήματα κόβουν σε ίσιες ανάσες τον δρόμο.

***

Δέντρα που ζουν με την ανάμνηση του δάσους

και του κήπου, τα λιγοστά πουλιά

που μέσα τους φωλιάζουν, νικητήριο

στέλνουν κελάηδισμα σκοτεινής προφητείας.

Ο ποιητής, ωστόσο, δεν αφήνεται στις πικρές του διαπιστώσεις και στην αποδοχή της σύγχρονης συνθήκης ως τετελεσμένης. Αντίθετα επιχειρεί μια καταβύθιση στο όνειρο για να ανασύρει από εκεί την ελπίδα για ένα καλύτερο, πιο ανθρώπινο αύριο. Και η ελπίδα αυτή δεν είναι για κάτι το ακατόρθωτο αλλά για κάτι απολύτως εύκολο και εφικτό –για την ανθρώπινη επαφή, για τον έρωτα, για τον δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους που θα σηματοδοτήσει όχι την έξοδο από την πόλη αλλά την έξοδο από το δίχτυ και την παγίδα της. Την ευθύνη έχει φυσικά ο άνθρωπος, γι’ αυτό ο ποιητής, ανάμεσα στις ποιητικές αποτυπώσεις της πρώτης ενότητας και στις ποιητικές εξεικονίσεις της τρίτης, παρεμβάλλει μια σειρά από ποιήματα με θέμα τους τον άνθρωπο, τη ματαιοδοξία και την κενότητά του, που με τρόπο ξεκάθαρα ειρωνικό ξεγυμνώνουν την υποκρισία και την ψευτιά.

Μακάριοι αυτοί που θεμελίωσαν την ευστάθεια

του οίκου τους, ζητωκραυγάζοντας αλλονών την απώλεια.

***

Μακάριοι αυτοί που ανακηρύσσουν εαυτούς σωτήρες,

εξ ουρανού σωτηρία διανέμοντας.

Αποτελούν έτσι ένα είδος πτώσης για να ακολουθήσει μετά η άνοδος και η εξύψωση, η ψαύση του ονείρου ως συντελεσμένης, πια, πραγματικότητας.