Η θέση που υποστηρίζει το παρόν σύντομο σημείωμα στην πάντα φιλόξενη Εποχή είναι απλή: η οικοδόμηση ενός οργανωμένου, μαζικού, ισχυρού και εν τέλει επιδραστικού ειρηνιστικού κινήματος πρέπει να τεθεί στην ημερήσια διάταξη ως άμεση προτεραιότητα της δράσης των ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων και ενεργών πολιτών στη χώρα μας. Η ανάγκη αυτή είναι κατεπείγουσα και έχει υπαρξιακό χαρακτήρα. Δηλαδή, αν δεν μπορέσουμε άμεσα να αρθρώσουμε πειστικό λόγο και να μεταφράσουμε αυτόν τον λόγο σε κινηματική δράση κατά του μιλιταρισμού και της πολεμικής προετοιμασίας, τότε θα απειληθεί η όποια αξιοπιστία, η χρησιμότητα, ακόμα και η ύπαρξη των πάσης φύσεως αριστερών δυνάμεων, πριν απειληθεί η ύπαρξη των ίδιων των κοινωνιών μας από τον επερχόμενο πόλεμο.
Πού εδράζεται αυτή η θέση; Στην παρατήρηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τα κράτη-μέλη της έχουν μπει σε μια τροχιά στρατιωτικοποίησης που περιλαμβάνει καταρχήν τη στροφή σε μια οικονομία του πολέμου με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και με μια σειρά αλληλένδετων πρωτοβουλιών. Η κυρίαρχη ρητορική χρησιμοποιεί στρατηγικά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία για να νομιμοποιήσει τη μαζική διοχέτευση πόρων στην ανάπτυξη και αγορά οπλικών συστημάτων, εις βάρος των μη στρατιωτικών δαπανών. Τα ύψους 150 δισ. ευρώ δάνεια του εργαλείου SAFE για την κοινή αγορά όπλων από κράτη-μέλη συνοδεύονται από χαλάρωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας αποκλειστικά για να έχουν περισσότερο δημοσιονομικό χώρο τα κράτη-μέλη για να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων διευρύνει το εύρος της δράσης της για να συμπεριλάβει τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης στρατιωτικών τεχνολογιών. Και νέα προγράμματα, όπως το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (Council of the EU, 2025) που προβλέπει τη διάθεση 1,5 δισ. ευρώ την περίοδο 2025-2027 για την ενίσχυση της παραγωγής και αγοράς όπλων, προστίθενται σε μια μακρά σειρά πρωτοβουλιών της ΕΕ για την εξυπηρέτηση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών όπλων. Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε ότι όλες αυτές οι πρωτοβουλίες συνοδεύονται από μια ομοβροντία δηλώσεων των ευρωπαϊκών ελίτ υπέρ της ανάγκης προετοιμασίας για μια πολεμική αναμέτρηση, με υπουργούς άμυνας κρατών-μελών να κάνουν αναφορές σε φέρετρα με σημαία και στο τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης.
Μεταξύ των πολιτών και των οργανώσεων που θα εμπνέονταν από ένα σύγχρονο ειρηνιστικό κίνημα υπάρχουν τουλάχιστον δύο ανταγωνιστικές θεάσεις της ΕΕ σε σχέση με έναν μελλοντικό κοινωνικό μετασχηματισμό∙ κάποιοι βλέπουν τον μετασχηματισμό αυτό να περνάει μέσα από τη δράση εντός της ΕΕ για την προοδευτική της μεταρρύθμιση και κάποιοι εκτιμούν ότι προϋπόθεση του μετασχηματισμού είναι η ρήξη με την ΕΕ. Ισχυρίζομαι ότι αυτή η διαφοροποίηση δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την οικοδόμηση ενός ειρηνιστικού κινήματος. Αντιθέτως, προϋπόθεση της επιτυχούς δράσης ενός τέτοιου κινήματος είναι το να φιλοξενήσει άτομα και συλλογικότητες και των δύο αυτών πολιτικών ρευμάτων, όπως ακριβώς συνέβη τη δεκαετία του ’80, όταν η εναντίωση στην εγκατάσταση ΝΑΤΟϊκών πυρηνικών πυραύλων στην Ευρώπη στραμμένων προς τη Σοβιετική Ένωση αγκαλιάστηκε από μια ποικιλομορφία δυνάμεων με διαφορετικό προσανατολισμό τόσο προς την Σοβιετική Ένωση όσο και προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Το να μπουν τίτλοι τέλους στο φάντασμα της μιλιταριστικής μανίας που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη ανήκει de facto εξίσου στην ατζέντα όσων ονειρεύονται μια μεταρρυθμισμένη ΕΕ και όσων οραματίζονται μια περιφερειακή ενοποίηση κρατών που θα έχουν πρώτα αποχωρήσει από την ΕΕ.
Η μιλιταριστική στροφή σε επίπεδο ΕΕ συνοδεύεται από ένα εξοπλιστικό κρεσέντο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με τις στρατιωτικές δαπάνες πλέον να κινούνται σταθερά πάνω από το 3% του ΑΕΠ. Η μία ευκαιριακή αγορά όπλων διαδέχεται την άλλη, χωρίς καμία τεχνο-οικονομική λογική, με καραμπινάτες αλληλεπικαλύψεις, και εν τέλει με έναν μόνο εμφανή στόχο: την ικανοποίηση των «συμμάχων» της χώρας: Γαλλία, ΗΠΑ, Ισραήλ.
Πρώτα το πολιτικό – στρατιωτικό κατεστημένο μάς είπε ότι χρειαζόμασταν γαλλικά μαχητικά, μετά αμερικάνικα μαχητικά, και πλέον, αφού κλείσαμε τα συμβόλαια αγοράς και των δύο (Rafale, F-35) το υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακάλυψε ότι«πλέον το αντιαεροπορικό μπορεί να εμποδίσει το αεροπλάνο» και αναρωτιέται «Γιατί λοιπόν η Ελλάδα να αντιμετωπίζει την αεροπορική απειλή με τα αεροπλάνα της;» (Δένδιας, 2025) εννοώντας ότι δεν χρειαζόμαστε μαχητικά αλλά drone και αντιαεροπορικούς πυραύλους. Και το ίδιο ισχύει και με το Ναυτικό: όταν έπρεπε να αγοράσουμε νέες φρεγάτες αυτό παρουσιάστηκε ως μια κατεπείγουσα ανάγκη διότι υποτίθεται ότι μας έλειπαν φρεγάτες∙ και τώρα που αγοράστηκαν οι φρεγάτες ο υπουργός ανακάλυψε ότι «μπορείς να καταστρέψεις μια φρεγάτα του ενός δισεκατομμυρίου με ένα drone λίγων δεκάδων χιλιάδων ευρώ» (Δένδιας, 2025) και άρα κρίνει ότι δεν χρειάζονται φρεγάτες αλλά μη επανδρωμένα σκάφη και πύραυλοι εδάφους-επιφανείας. Μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι αν η επόμενη χώρα – προστάτης έχει καπνιστά …σαλάμια για πούλημα, το υπουργείο θα μας πείσει ότι ο επόμενος πόλεμος θα γίνει με την εκτόξευση αλλαντικών.
Δεδομένου του αρνητικού αντίκτυπου της εκτόξευσης των στρατιωτικών δαπανών για τους πόρους που διατίθενται στην παιδεία, την υγεία, τις παραγωγικές επενδύσεις κλπ., το μελλοντικό ειρηνιστικό κίνημα καλείται να παρέμβει όχι μόνο στο σκέλος της ευρωπαϊκής στρατιωτικοποίησης αλλά και στο σκέλος των εθνικών εξοπλισμών. Παρέμβαση δεν είναι το να ψηφίζεις κάθε εξοπλιστική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ούτε όμως και το να αγνοείς το πεδίο των εξοπλισμών, ωσάν αυτό να είναι κάτι εκ των προτέρων καθεστωτικό. Η εναντίωση στην αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών γίνεται πειστικότερη εφόσον συνοδεύεται από μια σοβαρή ενασχόληση με τους εξοπλισμούς με μια εναλλακτική οπτική: αποκαλύπτοντας την κενολογία περί ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης όταν όλα τα μεγάλα εξοπλιστικά συμβόλαια περιέχουν μηδενικό κατασκευαστικό έργο και μηδενική μεταφορά τεχνολογίας∙ τεκμηριώνοντας την απουσία οποιασδήποτε εξοπλιστικής στρατηγικής καθώς αυτή αλλάζει ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε χώρας που θέλει να μας πουλήσει όπλα∙ αναδεικνύοντας την απαξίωση ήδη διαθέσιμων οπλικών συστημάτων∙ και φωτίζοντας σκανδαλώδεις εξοπλιστικές επιλογές που στρέφονται εις βάρος τόσο των οικονομικών όσο και των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας. Και όλα αυτά, τονίζοντας ότι η ασφάλεια δεν είναι συνώνυμη με τη συσσώρευση πανάκριβων καινούργιων οπλικών συστημάτων αλλά με την πολύπλευρη οικονομική, βιομηχανική, επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας και την βέλτιστη ικανοποίηση των θεμελιωδών κοινωνικών αναγκών.
Αν όλα αυτά που αναφέρονται στο παρόν σημείωμα φαντάζουν αφηρημένα, ας επισημάνουμε και κάποιες πρακτικές πτυχές που συνεπάγεται η θέαση των πραγμάτων μέσα από τον φακό και τη συνείδηση του ειρηνιστικού κινήματος: Για μια εφημερίδα σαν την Εποχή που επιθυμεί να συμβάλλει σε ένα τέτοιο κίνημα, αυτό π.χ. θα σημαίνει την θέσπιση μιας σελίδας στην έντυπη έκδοση ή μιας κατηγορίας στην ηλεκτρονική έκδοση που θα εστιάζει στη δράση του πολεμοχαρούς ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και στην αντίδραση σε αυτό. Ευρύτερα, μια τέτοια συνείδηση σημαίνει την πρωτοφανή κινητοποίηση επιστημόνων και φορέων εξειδικευμένης γνώσης υπέρ της ειρήνης, όπως και την ίδρυση μιας δεξαμενής σκέψης που στόχο θα έχει το ξεσκέπασμα της κυρίαρχης μιλιταριστικής ρητορικής και την καλλιέργεια εναλλακτικών προς τον δήθεν μονόδρομο της πολεμικής προετοιμασίας: διπλωματία, έλεγχος των εξοπλισμών, επίλυση συγκρούσεων, νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας αντί για επέκταση του ΝΑΤΟ.
Σημαίνει, επίσης, διαδηλώσεις όχι μόνο στην πρεσβεία των ΗΠΑ ή στην πρεσβεία του Ισραήλ (για να θυμηθούμε και όσα πέτυχε το κίνημα κατά της γενοκτονίας) αλλά και στην Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα. Σημαίνει δουλειά στο συνδικαλιστικό κίνημα για να δειχθεί ότι η πολιτική οικονομία του πολέμου μπορεί σποραδικά να πριμοδοτεί κάποιες εταιρείες ή κλάδους που μπουκώνονται από κρατικό χρήμα για να καλύψουν την ανταγωνιστική τους αδυναμία αλλά λειτουργεί σ υ ν ο λ ι κ ά εις βάρος των παραγωγικών επενδύσεων, εις βάρος της βιομηχανικής ανάπτυξης, εις βάρος της αγροτικής ανάπτυξης, εις βάρος των κοινωνικών δαπανών. Σημαίνει την οργανωμένη παρέμβαση στα σχολεία για την καλλιέργεια μιας παιδείας ειρήνης και στα πανεπιστήμια για την καταγγελία της ολοένα και βαθύτερης εισχώρησης του στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου. Σημαίνει τη δουλειά με καλλιτέχνες για τη διοργάνωση αντιπολεμικών εκδηλώσεων, παραστάσεων, συναυλιών. Και σημαίνει, προπαντός, την υπέρβαση φοβικών συνδρόμων, σεχταρισμών, ηγεμονισμών και μικροκομματικών υπολογισμών μπροστά στην ανάγκη μετωπικής συμπόρευσης σε ένα νέο, μεγάλο ειρηνιστικό κίνημα ώστε να ξεφύγουμε από την προοπτική της παγκόσμιας κούρσας των εξοπλισμών και της αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής στην οποία μας οδηγούν το στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι.
Σημειώσεις
Council of the EU (2025), “European Defence Industry Programme: Council gives final approval”, Δελτίο τύπου, 8 Δεκεμβρίου 2025.
Δένδιας, Νικόλαος (2025), «Η Ελλάδα σε Παγκόσμια Προοπτική», Ομιλία στο 3ο Συνέδριο Εργασίας της ΑΜΚΕ Κόμβος, 29 Νοεμβρίου 2025.
* Ο Ηρακλής Οικονόμου είναι πολιτικός επιστήμονας.





