Κόντρα στο ρεύμα με το πειρατικό του Περικλή

Μία επιθυμία – υπόσχεση που μας έλαχε η τιμή να υλοποιήσουμε

Την Κυριακή 4 του Οκτώβρη, στη θάλασσα της Ακράτας, ένα μικρό καράβι που ήταν ταξιδιάρικο, σκόρπισε τη στάχτη του Περικλή Κοροβέση στον Κορινθιακό.

Την περασμένη Κυριακή, στις 4 του Οκτώβρη, με προτροπή της συντρόφου του Μαρίας, λίγοι καλοί φίλοι, με τον γιο του Χριστόφορο και τη Μαρία, υλοποιήσαμε μια υπόσχεση που είχε δοθεί στον Άνθρωπο Περικλή Κοροβέση.

Στον Περικλή, του οποίου το προσωπικό παράδειγμα ήταν και είναι ο ορισμός του ανεξάρτητου πνεύματος, ο ορισμός της αξιοπρέπειας προσωποποιημένης, αυτής που τον βοήθησε να υποφέρει τα τόσα όσα βασανιστήρια, αυτής που τον έκανε να φοράει ένα λευκό κοστούμι κι ένα ζευγάρι πέδιλα (λόγω της φάλαγγας) στη Βουλή, δίνοντας παράδειγμα σεμνότητας και ήθους.

Ήμασταν λίγοι, μόνο σαν πιο εύκαιροι, γιατί μάλλον το καραβάκι που μας μετέφερε, αν κουβάλαγε όλους τους φίλους του Περικλή, θα ήταν οχηματαγωγό στη γραμμή Πάτρα – Ανκόνα.

Ήταν, λοιπόν, την Κυριακή 4 του Οκτώβρη, στη θάλασσα της Ακράτας, ένα μικρό καράβι που ήταν ταξιδιάρικο. Κι έκανε ένα μικρό ταξίδι, μέσα στον Κορινθιακό.

Και το έκανε εκεί γιατί το… πειρατικό του Περικλή είχε ένα μπαλκόνι φάτσα στη θάλασσα του Κορινθιακού, στην Ακράτα, ένα μπαλκόνι 10 τμ που φιλοξενούσε όλη την ανθρωπότητα.

Το οδηγούσε, που λέτε, το καράβι, ένας αόρατος καπετάνιος. Με τον τρόπο που πάντα ήξερε, με τον τρόπο που οδηγούσε –εχθρούς και φίλους– στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, με τον τρόπο που έκανε τόσους ανθρώπους να λένε, «αγοράζω την Εποχή, την Ελευθεροτυπία, και μετά την Εφημερίδα των Συντακτών, για να διαβάζω τον Περικλή».

Το οδηγούσε όπως έγραφε, όπως διάβαζε, όπως έπινε, όπως κάπνιζε, όπως ζούσε: με πάθος, χωρίς κανένα μέτρο.

Το οδηγούσε κόντρα στο ρεύμα γιατί δεν του ταίριαζαν οι ήρεμες θάλασσες –είχε μάθει από μικρός στις τρικυμίες, εκεί εξάλλου φαίνεται και ο καλός ο καπετάνιος.

Και, ω του θαύματος, και η θάλασσα την περασμένη Κυριακή δεν ήταν ήρεμη!

Έτσι το οδήγησε και στο τελευταίο μακροβούτι.

Φορώντας τη στολή του βατραχάνθρωπου που αγόρασε ο ίδιος, για τα κρύα νερά του Κορινθιακού.

Ήθελε, μας είπε, να βρει τον Ποσειδώνα και κάπου-κάπου μαζί, να ανακατεύουνε τη θάλασσα για να μας ξυπνάνε από τον λήθαργο.

Γιατί αυτός ο καπετάνιος είχε και δεύτερη δουλειά. Ήταν ξυπνητήρι συνειδήσεων. Με γραφτά, με λόγια, με την ίδια του τη ζωή.

Εμείς, οι λίγοι, εκπροσωπώντας τους πάρα πολλούς και τις πάρα πολλές που θα’ θελαν να είναι παρόντες και παρούσες, τον βοηθήσαμε να βουτήξει την Κυριακή, ξέροντας ότι πάντα θα μας ξυπνάει όταν πάμε να κοιμηθούμε τον ύπνο της ανοχής, της απογοήτευσης, της παραίτησης.

Μέσα από το νερό, σαν ένα κοκκινόμαυρο υποβρύχιο που είναι έτοιμο να τορπιλίσει τις φρεγάτες που αποκλείουν τα στενά του Ορμούζ, σαν ένα σύννεφο με παντελόνια, κάτω από τη θάλασσα, ένα σύννεφο στάχτης, ένα σύννεφο που ταξιδεύει πια από τον Κορινθιακό σε όλες τις θάλασσες του κόσμου.

Τον βοηθήσαμε επειδή θέλαμε να μας ταρακουνάει με τη δικιά του τρίαινα που, πια, δεν θα ‘ναι η πένα αλλά η μνήμη του.

Καλές βουτιές καπετάν-Περικλή Κοροβέση, κι αν σώθηκαν όλες οι τροφές που μας έδινες, ο κλήρος έπεσε σε όλους να τις βρούμε. Και ορκιζόμαστε μεσοπέλαγα να το κάνουμε!

Και μιας και το ταξίδι τέλειωσε και μεις κάμαμε το χρέος μας, βγήκαμε στη στεριά με τη σκέψη μας στην υπόσχεση που του δώσαμε. Όμως ξάφνου, δύο παιδικές φωνούλες από τη μακρινή Σουηδία, διέκοψαν τις σκέψεις: ο Αινείας ευχόταν να ζει ο Περικλής να παίξουν μαζί πινγκ-πονγκ, και η Ιουδήθ ευχόταν να τον είχε γνωρίσει, μιας και γεννήθηκε λίγες μέρες πριν μας αφήσει.

Τα εγγόνια του Περικλή εκπροσωπούσαν εκείνη τη στιγμή όλα τα παιδιά που δεν τον χόρτασαν ή δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν. Και τότε καταλάβαμε ότι μας έλαχε κι άλλο ένα χρέος…

 Φωτογραφία: Κώστας Κατωμέρης / Eurokinissi