Η μαγευτική ιστορία με θέμα τη ζωή της ισπανίδας τσιγγάνας έχει αναπαραχθεί εκατοντάδες φορές από το 1845, οπότε δημοσιεύτηκε η νουβέλα Κάρμεν του Προσπέρ Μεριμέ και διασκευάστηκε εξαιρετικά σε όπερα από τον γάλλο συνθέτη Ζορζ Μπιζέ και τους δύο λιμπρετίστες, Ανρί Μεϊλάκ και Λυντοβίκ Αλεβύ το 1875 –χρονιά στη διάρκεια της οποίας ο Μπιζέ απεβίωσε από καρδιακή νόσο, οπότε δεν είδε την παράσταση που, στη συνέχεια, έγινε παγκόσμια επιτυχία, με διάρκεια έως σήμερα.

Η διαδρομή

Τι έχει προσφέρει, όμως, η χρονική διάρκεια 150 χρόνων στην Κάρμεν; Αρχικά η ιστορία τοποθετείται στη Σεβίλλη του 19ου αιώνα και επικεντρώνεται στον Δον Χοσέ, έναν στρατιώτη που σαγηνεύεται και παρασύρεται ερωτικά από την όμορφη τσιγγάνα, η οποία, από τη μια στιγμή στην άλλη, μεταμορφώνεται από αξιαγάπητη και ερωτική σε πικρόχολη και ψυχρή και, στη συνέχεια, πάλι αξιαγάπητη, βασανίζοντας τον Δον Χοσέ. Ενώ αυτός παραμελεί τη δουλειά του και την, από την παιδική του ηλικία, αγαπημένη του Μικαέλα, προσηλωμένος στην προσπάθεια να τον αγαπήσει η Κάρμεν, συνειδητοποιεί ότι δεν θα την αποκτήσει ποτέ, καθώς ο Εσκαμίγιο, ελκυστικός ταυρομάχος, νεοφερμένος στην πόλη, κατακτά την Κάρμεν.

Η όπερα τελειώνει με την Κάρμεν να συναντά τον Δον Χοσέ έξω από την αρένα ταυρομαχίας και να του ομολογεί ότι δεν τον αγαπά πια. Αυτός, ανίκανος να δεχτεί ότι κάποιος άλλος την έχει κατακτήσει, τη μαχαιρώνει, αναφωνώντας «Κάρμεν, λατρεμένη!» ενώ στη συνέχεια, συλλαμβάνεται, καθώς η αυλαία κατεβαίνει.

Μάγισσα, την αποκαλεί και ο Δον Χοσέ και η σαγηνευτική ηρωίδα του Μπιζέ συνεχίζει και σήμερα να προκαλεί σκάνδαλο. Οι πιο πιστοί αλλά όχι ενημερωμένοι θαυμαστές του έργου, μάλιστα, ισχυρίζονται με πείσμα, πως όχι, η Κάρμεν δεν πέθανε. Φέτος επανεκδίδεται με αναθεωρημένη φιλολογική επιμέλεια, ενώ ανέβηκε στο Παρίσι πριν την προγραμματισμένη παγκόσμια περιοδεία, με αφορμή τα 150 χρόνια από την πρεμιέρα της όπερας. Επίσης, ανανεωμένο είναι το ενδιαφέρον για το βιβλίο με την ψυχαναλυτική ερμηνεία του Φράνκο Φορνάρι, για την Κάρμεν ως δαιμονική γυναίκα, έκδοση του 1985 –ίσως θα έχει ενδιαφέρον να το παρουσιάσουμε αυτόνομα, σύντομα.

Το 1983 ήταν αναμφισβήτητα χρονιά Κάρμεν: Εκτός από την παράσταση του Πήτερ Μπρουκ αλλά και την ταινία σε σκηνοθεσία του ίδιου, η οποία γυρίστηκε στο «φυσικό» διαμορφωμένο «τοπίο» (με χώμα, κάποιο τραπέζι και πάγκους για τους θεατές) του θεάτρου, δύο ακόμη ταινίες είχαν ως θέμα την Κάρμεν: 1983: Σκηνοθεσία Κάρλος Σάουρα με τους Λάουρα ντελ Σολ, Πάκο ντε Λουθία και τον χορογράφο Αντόνιο Γκάντες. 1983: Prenom Carmen: Σκηνοθεσία Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Η πιο πρωτότυπη από τις τρεις: Καταρχάς, ο σκηνοθέτης αντικατέστησε τη μουσική του Μπιζέ με πέντε κουαρτέτα του Μπετόβεν. Με την Ολλανδή Μαρούσκα Ντετμέρς στον ρόλο μιας κλέφτρας τραπεζών ενώ, εδώ, ο Γκοντάρ ερμηνεύει τον σκηνοθέτη θείο της που νοσηλεύεται στο ψυχιατρείο και, ταυτόχρονα, είναι το πρόσωπο μάρτυρας της ταινίας.

Του 1984 είναι, τέλος, η πιο «παραδοσιακή» ταινία σε σκηνοθεσία Φραντσέσκο Ρόζι, με τους Χούλια Χιμένεθ Τζόνσον, Πλασίντο Ντομίνγκο, Ρουτζέρο Ραϊμόντι.

Πήτερ Μπρουκ και η Αρχή του «μαζί»

Η παράσταση σε σκηνοθεσία του Πήτερ Μπρουκ ανέβηκε στο ιστορικό Theatre des Bouffes du Nord (1876), που επαναλειτούργησε το 1974 υπό τη διεύθυνση του Πήτερ Μπρουκ και της συνεργάτιδάς του Μισελίν Ροζάν. Για τον βρετανό σκηνοθέτη, ήταν πολύ σημαντικό σε ένα θέατρο όπως αυτό, όπου το «μαζί» αποτελούσε την πιο σημαντική αρχή λειτουργίας, η συμμετοχή όλων, τεχνικών κτλ, στις φυσικές ασκήσεις και όχι μόνο των ηθοποιών/τραγουδιστών. Το πραγματικό θέατρο, σύμφωνα με αυτόν, είναι μια ομαδική εμπειρία που πρέπει να τη μοιραζόμαστε.

Ο Μπρουκ αφαίρεσε από την Κάρμεν τον χορό, o Ζαν Κλωντ Καριέρ προσάρμοσε το λιμπρέτο σε μια «φτωχή» Κάρμεν, εστιάζοντας στους τέσσερις κύριους χαρακτήρες: Την Κάρμεν, τον Δον Χοσέ, τη Μικαέλα και τον Εσκαμίγιο. Σε αντίθεση με τη συνήθεια των μεγάλων λυρικών θεάτρων, ένα έργο όπερας να παρουσιάζεται τέσσερις ή πέντε φορές και, όταν δημιουργείται τελικά η σχέση με το κοινό, αυτό να κατεβαίνει, για τον σκηνοθέτη το πιο ουσιαστικό για μια ομάδα ήταν τα μέλη της να δουλεύουν μαζί για όσο το δυνατό μεγαλύτερη περίοδο. Έτσι, για την παράσταση της Κάρμεν άλλαξαν οι συμβάσεις που ίσχυαν, επί πολλά χρόνια, στα λυρικά θέατρα. Στο παρελθόν, η ορχήστρα είχε λίγα όργανα και ήταν τοποθετημένη κάτω από το προσκήνιο. Όμως, στη συνέχεια, αναπτύχθηκε σαν ένα τεράστιο μανιτάρι και τοποθετήθηκε κάτω από τη σκηνή αλλά επειδή από εκεί ο ήχος διαχεόταν με μεγάλη δυσκολία, η ορχήστρα απέκτησε τεράστιες διαστάσεις. Οπότε, ο «ανταγωνισμός» μεταξύ της ανθρώπινης φωνής και της τεράστιας ορχήστρας μπορεί να συγκριθεί με την ιστορία του δεινόσαυρου ο οποίος μεγάλωσε τόσο ώστε κατέρρευσε από το βάρος του, είχε σχολιάσει ο Μπρουκ. Μια ορχήστρα που επιβάλλεται στην ανθρώπινη φωνή, επιβάλλει και αφύσικες κινήσεις και θέσεις που δεν μπορούν να αποδώσουν την πειστικότητα που απαιτεί η δραματουργία.

Με αφορμή τα 150 χρόνια της όπερας, η Κάρμεν παρουσιάζεται από φέτος και για όλο το 2026 σε πολλές σκηνές του κόσμου, με πολλές κρίσεις, επικρίσεις αλλά και συγκρατημένη συγκατάβαση.

Για παράδειγμα, στην παραγωγή της Opera Australia, διαβάζουμε, η σοπράνο Ντανιέλ ντε Νίζε κινείται μέσα στο πλήθος των γυναικών συναδέλφων της και των ανδρών θεατών, με τη φόρμα της εργάτριας και το θάρρος μιας γυναίκας η οποία έχει αντιμετωπίσει τις καλύτερες και τις χειρότερες αντιδράσεις ως επίκεντρο της προσοχής, χωρίς να πτοηθεί. Και μάλλον αρνητικές, πάντως, οι κριτικές για την εντυπωσιακή παράσταση στην Όπερα της Ρώμης, καθώς την έχουν χαρακτηρίσει ωραία ελαιογραφία.

Αγαπημένη Κάρμεν παραμένει η εκδοχή, σε σκηνοθεσία του Ναπολιτάνου Μάριο Μαρτόνε, στο Piccolo Teatro Streller το 2015. O Μαρτόνε με έντονη την επιρροή των θεατρικών πρωτοποριών της δεκαετίας του ’70, του theatre image και του Ρόμπερτ Ουίλσον από τα μαθητικά του χρόνια, πέρασε, στη συνέχεια, και στην κινηματογραφική σκηνοθεσία. Στη δική του Κάρμεν, ο ερωτευμένος Δον Χοσέ τιμωρείται με εφ’ όρου ζωής φυλάκιση, παρότι η Κάρμεν ζει ως προσωποποίηση της Νάπολης, και φυσικά ποτέ δεν θα πεθάνει. Στην παραγωγή της όπερας στη Φλωρεντία είναι η Κάρμεν που πυροβολεί και σκοτώνει τον Δον Χοσέ και δεν τιμωρείται ποτέ. Οι παραγωγοί της παράστασης άλλαξαν το τέλος του έργου, καταδικάζοντας τις γυναικοκτονίες, στηρίζοντας έτσι ενεργά το #MeToo κίνημα.

*Με στοιχεία από The guardian και Ιl Manifesto.