Γιώργος Μπιθυμήτρης «Λαύριο αναλυόμενο. Αλλοιώσεις και αναιρέσεις σε μια νεωτερική πόλη», επίμετρο: Τζένη Λιαλιούτη, εκδόσεις: Τόπος-ΕΚΚΕ, 2024
Ο τίτλος σε υποψιάζει εξαρχής ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη μελέτη. Θα ταίριαζε και σε τραγωδία ή επικό ποίημα (Προμηθεύς δεσμώτης, Orlando furioso), ενώ το παιχνίδι της διττότητας των εννοιών, παρόν σε όλο το βιβλίο, ξεκινάει ήδη εδώ: η μετοχή «αναλυόμενος, η, ο», πέραν της γενικής και ερευνητικής σημασίας της, έχει ισχυρή ψυχαναλυτική διάσταση – μόνο που το αντικείμενό της είναι μια πόλη: το Λαύριο. Ο υπότιτλος «Αλλοιώσεις και αναιρέσεις σε μια νεωτερική πόλη» μάς προσφέρει κάποια στοιχεία της οπτικής, αλλά δεν ξεδιαλύνει πολλά. Το Λαύριο αναλυόμενο ξαφνιάζει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια, και το ξάφνιασμα εντείνεται καθώς προχωράμε το διάβασμα. Καταλαβαίνουμε ότι το εγχείρημα υπερβαίνει σαφώς το Λαύριο και έχει γενικότερη αξία, για τις πόλεις της ύστερης νεωτερικότητας που διάγουν πλέον το μεταβιομηχανικό στάδιο. Και, ακόμα σημαντικότερο, είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό, ως μεθοδολογία και οπτική, από αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε «κοινωνιολογική μελέτη».
Η ιδιαιτερότητα γίνεται φανερή από την αρχή, από τα κεντρικά ερωτήματα που εκκινούν την έρευνα: Τι σημαίνει, για τον καθένα και την καθεμιά, να ζει μια καλή ζωή; Ποιοι είναι οι όροι που μας επιτρέπουν να κατακτήσουμε μια τέτοια ζωή; Μια ματιά στο Ευρετήριο είναι εύγλωττη. Εκεί, μαζί με την ανάπτυξη, την εργασία, την κρίση ή τη νεωτερικότητα, βρίσκουμε λήμματα όπως η αλλοτρίωση, η απώλεια, η οικογένεια, τα συναισθήματα, οι σχέσεις σε όλες τις εκδοχές (σχέσεις αντικειμένου, σχέσεις αποκρισιμότητας, σχέσεις ασχεσίας, σχέση με τον κόσμο), το σώμα, το τραύμα, το φύλο.
Σχέσεις αλλοτρίωσης και εμπειρίες συντονισμού
Πρόκειται για μια ψυχοκοινωνική έρευνα: η ψυχή και η κοινωνία αλληλοσυσχετίζονται και συνδιαμορφώνονται, καθώς η ψυχή είναι φτιαγμένη από κοινωνικά υλικά, ενώ η κοινωνία αποτελείται από άτομα. Το βιβλίο, βασισμένο σε πενήντα συνεντεύξεις με κατοίκους του Λαυρίου, το διαπερνάει η έννοια των σχέσεων: πώς σχετίζονται οι άνθρωποι με τα αντικείμενα, τους τόπους αλλά και μεταξύ τους. Ο συγγραφέας διακρίνει δύο βασικούς τρόπους: την αλλοτρίωση και τον συντονισμό. Οι άξονες είναι αντιθετικοί, όχι όμως στεγανοί, καθώς «οι σχέσεις αλλοτρίωσης όχι απλά δεν αποκλείουν τη δυνατότητα εμπειριών συντονισμού και αποκρισιμότητας, αλλά μπορεί να αποτελούν προϋπόθεσή τους». Και, ακόμα, οι εμπειρίες χωροχρονικού συντονισμού, δεν προκύπτουν κατ’ ανάγκην μόνο από κάτι θετικό. Συνοδεύονται συχνά από συναισθήματα χαράς, υπερηφάνειας, αγάπης, ελπίδας, θαυμασμού και αλληλεγγύης, ωστόσο άλλες φορές επιτυγχάνονται στη βάση αρνητικών συναισθημάτων, όπως η λύπη για μια πατρίδα που χάθηκε ή ηθική αγανάκτηση για μια αδικία.
Oι βάσεις, οι «αναμονές» (χρησιμοποιώ τη λέξη με τη σημασία που έχει στις οικοδομές) υπήρχαν ήδη από τις προηγούμενες μελέτες του συγγραφέα και την ενασχόλησή του με τη συλλογική δράση, τα υποκείμενα, τις ταξικές ταυτότητες και ταυτίσεις· εδώ τις παρακολουθούμε στην ανάπτυξη και την άνθησή τους.
Ένα από τα σπουδαιότερα προσόντα του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται στην ανάλυση το φύλο και η τάξη, συνδέοντας τις εμπειρίες ζωής, τις σχέσεις και την υποκειμενικότητα με το έμφυλο και ταξικό. Η προσέγγιση αυτή γίνεται ακόμα πιο σύνθετη και απαιτητική σήμερα, καθώς «το σύγχρονο υποκείμενο έχει χάσει τα συμβολικά δεσμά των άλλοτε πανίσχυρων συλλογικών ταυτοτήτων όπως η κοινωνική τάξη ή το φύλο – και, μαζί, και τη γραμματική που προσέφεραν αυτές οι ταυτότητες ώστε ο κόσμος του να βγάζει νόημα».
Διαβάζοντας το βιβλίο, ερχόμαστε σε επαφή με μια σειρά στοχαστές. Ξεχωρίζω τέσσερα ονόματα. Τον κοινωνιολόγο Χάρμουτ Ρόζα (κοινωνιολογία της καλής ζωής και θεωρία του συντονισμού), τη φιλόσοφο Ραχέλ Γιάγκι (σχεσιακή προσέγγιση της αλλοτρίωσης), τον κοινωνιολόγο Αντρέας Ρέκβιτς (αυτοπραγμάτωση και απώλεια στην ύστερη νεωτερικότητα), τον ψυχαναλυτή και παιδοψυχίατρο Ντόναλντ Γουίνικοτ (ο ρόλος του παιχνιδιού και της πολιτισμικής εμπειρίας, ο «ενδιάμεσος χώρος» ανάμεσα στο Εγώ και τον κοινωνικό κόσμο). Και, μέσα από την αφήγηση, μαθαίνουμε έμπρακτα πώς μπορούμε, όχι να τους παραθέτουμε ξερά ή να τους επικαλούμαστε, αλλά να αξιοποιούμε το επιχείρημα και την οπτική τους στη δική μας δουλειά.
Επιστημονική έρευνα και δημιουργική αγωνία
Μέσα από τη μελέτη μαθαίνουμε πολλά για το Λαύριο. Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι οι πραγματολογικές πληροφορίες, αλλά το πρίσμα που εξετάζονται. Μαθαίνουμε, έτσι, για τη Φιλαρμονική που συνεχίζει τη φιλόμουση παράδοση της πόλης, τον φωτισμένο μαέστρο ο οποίος διαπαιδαγωγεί στη μουσική αλλά και στην αξία της ισότητας· κυρίως όμως η Φιλαρμονική αντιμετωπίζεται ως ένας, κατά Γουίνικοτ, «τρίτος μεταβατικός χώρος» (όπως για άλλους συνεντευξιαζόμενους η ψυχοθεραπεία ή τα Lego), όπου αναπτύσσεται το δημιουργικό παίζειν, φέρνοντας σε επαφή το υποκείμενο με τον Αληθή Εαυτό.
Τα αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις δένονται καλά με το κείμενο. Από τον τρόπο που τα χειρίζεται ο ερευνητής, αντιλαμβανόμαστε τη φροντίδα του να αναδείξει τη φωνή των υποκειμένων, χωρίς να υποτάσσεται σε αυτά, καθώς και την ευελιξία του, όπου χρειάζεται. Για παράδειγμα, ενώ οι συνεντεύξεις γίνονται χωρίς την παρουσία τρίτου, στην περίπτωση δυο λαϊκών ζευγαριών που θεωρούν την ιδιωτικότητα «περιττή πολυτέλεια», ο ερευνητής, παρά τις επιφυλάξεις του, αντί να επιμείνει σε μια αυστηρή εφαρμογή του πρωτοκόλλου, τροποποιεί τον σχεδιασμό, ζητώντας και από το δεύτερο μέλος του ζευγαριού να πει τη δική του ιστορία.
Το βιβλίο του κοινωνιολόγου, ερευνητή στο ΕΚΚΕ, Γιώργου Μπιθυμήτρημάς θυμίζει ότι μια επιστημονική μελέτη μπορεί να μην είναι βαρετή. Σε αυτό συντελεί ο τρόπος γραφής, η έλλειψη σοβαροφάνειας, η χρήση λογοτεχνικών αναφορών και τραγουδιών, αλλά πάνω απ’ όλα η δημιουργική αγωνία του συγγραφέα. Δεν πρόκειται για ακαδημαϊκό paper, αλλά για μια προσπάθεια να καταλάβουμε την εποχή και την κοινωνία, με βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους τους.
Το Λαύριο αναλυόμενο, παρά τις αρετές του, δεν είναι ανάγνωσμα εύκολο. Αυτό καθαυτό το εγχείρημα της ψυχοκοινωνικής προσέγγισης, που χωνεύει μέσα του λεπτομέρεια, γενίκευση, απλότητα, υψηλή θεωρία και διαφορετικές οπτικές, είναι απαιτητικό και ενίοτε ριψοκίνδυνο. Πιστεύω, εδώ, ότι περικοπές σε κάποια σημεία και η περαιτέρω επεξεργασία θα έκαναν το επιχείρημα πιο καθαρό και τη δομή σαφέστερη. Συνολικά, όμως, το στοίχημα έχει κερδηθεί. Έχουμε ένα βιβλίο πρωτοποριακό για την κοινωνική έρευνα στη χώρα μας, που τολμά να ανοίγει δρόμους και να στοχάζεται.
Το επίμετρο της Τζένης Λιαλιούτη συμπληρώνει ουσιωδώς το κείμενο, καθώς από άλλες αφετηρίες, από τη σκοπιά της ιστορίας, φωτίζει το θέμα. Από τα πολλά κρίσιμα που λέει, κρατάω το εξής: από την ίδρυση του Λαυρίου, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι κάτοικοί του δεν μπορούν να συγκροτήσουν την ταυτότητά τους στη βάση ενός κοινού φαντασιακού παρελθόντος. Έτσι, σε αντίθεση με τις περισσότερες ελληνικές πόλεις, η κοινή ζωή στο Λαύριο νοηματοδοτείται μέσα από την πρόσληψη ενός κοινού μέλλοντος, που δημιουργεί ο ορίζοντας της βιομηχανικής νεωτερικότητας.
Σκέφτομαι πολλούς πίνακες εμπνευσμένους από το Λαύριο, ανάμεσά τους μια τοπιογραφία του Κωνσταντίνου Μαλέα και σειρά έργων του Σωτήρη Σόρογκα, στα οποία κυριαρχούν τα καΐκια, οι σκουριές και η φθορά. Ωστόσο, αν ήθελα να εικονογραφήσω το Λαύριο αναλυόμενο, θα ανέτρεχα μάλλον στα «νυκτερινά» του Ρενέ Μαγκρίτ ή τη Μελαγχολία του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο. Γιατί μας εισάγουν σε μια παρόμοια ατμόσφαιρα ρευστότητας, όπου το ιδιόμορφο τοπίο συμπλέκεται με την υποκειμενική αίσθηση, συνιστώντας, ταυτόχρονα, έναν ψυχικό-νοητικό χώρο.





