Λαύριο: Πέντε καταγγελίες, καμία αποτελεσματική προστασία

φωτογραφία: (ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)

Μια γυναίκα είχε επανειλημμένα ζητήσει βοήθεια. Ο πρώην σύντροφός της εισέβαλε στο σπίτι και μαχαίρωσε την ίδια και τον νυν σύντροφό της. Η απόσταση ανάμεσα στην καταγραφή του κινδύνου και στην αποτροπή του παραμένει αιματηρή.

Περίπου στις 00:15 της Παρασκευής , στην περιοχή Καβοδόκανος Λαυρίου, ένας 32χρονος εισέβαλε στην κατοικία της πρώην συντρόφου του και επιτέθηκε με μαχαίρι στην ίδια και στον νυν σύντροφό της. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, αναρριχήθηκε στο μπαλκόνι και έσπασε με βαριοπούλα το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Το νεότερο ρεπορτάζ της ΕΡΤ αναφέρει ότι χρησιμοποίησε σκάλα για να ανέβει στον πρώτο όροφο.

Η 32χρονη τραυματίστηκε στην πλάτη, στον πνεύμονα και στα άνω άκρα. Ο 33χρονος σύντροφός της υπέστη τραύματα στην κλείδα, στα πλευρά και στα γεννητικά όργανα. Μεταφέρθηκαν αρχικά στο Ασκληπιείο Βούλας. Η γυναίκα διακομίστηκε στη συνέχεια στον Ευαγγελισμό, όπου, σύμφωνα με την ΕΡΤ, χειρουργήθηκε. Και οι δύο νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση.

Στην κατοικία βρίσκονταν τα δύο μικρά παιδιά της γυναίκας και του δράστη, τα οποία, σύμφωνα με δημοσιεύματα, κοιμούνταν. Ο 32χρονος παραδόθηκε αργότερα στην αστυνομία και σχηματίστηκε δικογραφία για απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Η επίθεση δεν ήρθε απροειδοποίητα. Σύμφωνα με αστυνομικές πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν, η γυναίκα είχε καταγγείλει τον πρώην σύντροφό της πέντε φορές από τις 27 Νοεμβρίου 2025, για ενδοοικογενειακή απειλή, παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής και παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Είχε εγκατεστημένο panic button. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 ο άνδρας είχε συλληφθεί για ενδοοικογενειακή απειλή και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων: στην κατοχή του είχαν βρεθεί εργαλείο κοπής μήκους 22 εκατοστών και μία ράβδος.

Παραμένει αδιευκρίνιστο αν υπήρχαν περιοριστικοί όροι, ποια ήταν η δικαστική συνέχεια της προηγούμενης σύλληψης και αν ενεργοποιήθηκε το panic button. Οι απαντήσεις είναι απαραίτητες για την απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι ήδη σαφές: ο κίνδυνος είχε καταγγελθεί επανειλημμένα και η γυναίκα παρέμεινε εκτεθειμένη.

Αυτή είναι η κρατική αποτυχία που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από εφαρμογές, πρωτόκολλα και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Όταν η καταγγελία δεν οδηγεί σε αποτελεσματική προστασία, όταν η σύλληψη δεν συνοδεύεται από συνεχή αξιολόγηση του κινδύνου και συντονισμένη παρέμβαση, ο μηχανισμός απλώς καταγράφει τη βία, σαν στατιστική, δεν την αποτρέπει. Έτσι όπως λειτουργεί, δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια που υπόσχεται.

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ στη γυναίκα είχε προταθεί μεταφορά σε δομή, την οποία δεν αποδέχθηκε. Αυτό δεν απαλλάσσει το κράτος από τις υποχρεώσεις του. Η προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν μια γυναίκα θα εγκαταλείψει το σπίτι της, παίρνοντας μαζί τα παιδιά της. Απαιτεί παρέμβαση στον άνθρωπο που απειλεί, ασφαλή στέγαση, οικονομική και νομική στήριξη, υπηρεσίες με προσωπικό και συνέχεια.

Η υπόθεση εντάσσεται στην ευρύτερη υποχώρηση της κοινωνικής προστασίας: υπηρεσίες που μεταφέρουν την ευθύνη στον πολίτη, ενώ το κράτος περιορίζεται να του υποδεικνύει τι πρέπει να κάνει για να σωθεί.

Για ένα οικονομικό ντιλ που αναγορεύεται σε κυβερνητική προτεραιότητα, η πολιτική βούληση μπορεί να επισπεύσει διαδικασίες και να αλλάξει νόμους. Η ίδια αποφασιστικότητα δεν απαιτείται για τις ζωές των γυναικών. Μια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια εμπορεύεται την «ασφάλεια» δεν μπορεί να παρουσιάζει την ύπαρξη ενός κουμπιού ως απόδειξη ότι εκπλήρωσε το καθήκον της.

Οι διαρκείς επιθέσεις και οι γυναικοκτονίες συνιστούν μια έκτακτη κατάσταση που μονιμοποιείται. Υποχρέωσή μας ως κοινωνία είναι να απαιτήσουμε δεσμευτικές αλλαγές, επαρκή χρηματοδότηση, λογοδοσία και προστασία πριν από την επίθεση. Οι γυναίκες δεν χρειάζονται έναν ακόμη φάκελο που θα αποδεικνύει εκ των υστέρων ότι είχαν προειδοποιήσει.