Υπάρχουν προσωπικότητες που δεν αποτιμώνται απλώς με το μέγεθος του έργου τους, αλλά με τον τρόπο που επαναπροσδιόρισαν την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής. Η Μάρω Κοντού (1934 – 2026) υπήρξε η προσωποποίηση μιας σπάνιας αστικής ευγένειας. Μιας αρχοντιάς που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ σε στερεότυπα, αλλά περπάτησε με την ίδια άνεση στα πλατό, στις σκηνές και στα έδρανα της πολιτικής.
Σπούδασε στη Σχολή Χορού Κούλας Πράτσικα και συμμετείχε ενεργά στον Χορό Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου. Η πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση ήταν το 1959 με τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου. Συνεργάστηκε με σπουδαίους συναδέλφους της και αναμετρήθηκε με αμέτρητους ρόλους σε όλα τα είδη του θεάτρου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Δημήτρη Χορν, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Κώστα Βουτσά, τον Γιάννη Γκιωνάκη, τον Νίκο Ρίζο, την Άννα Καλουτά κ.ά.
Για τη Μάρω Κοντού, το θέατρο δεν ήταν απλή δουλειά, ούτε τρόπος για να κερδίσει εφήμερη δόξα. Ήταν ο χώρος της απόλυτης πειθαρχίας, της αλήθειας και της ελευθερίας της. Ξεκινώντας από το Εθνικό Θέατρο δίπλα σε «ιερά τέρατα» της υποκριτικής, η φιλοσοφία της για το επάγγελμα συμπυκνωνόταν σε μία και μόνο λέξη: σεβασμός
Στον κινηματογράφο, η Μάρω Κοντού εισήγαγε το πρότυπο της δυναμικής, χειραφετημένης γυναίκας που διεκδικούσε τη θέση της με ευφυΐα, χιούμορ και σχεδόν αρχαϊκή δωρικότητα. Από το μνημειώδες «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» μέχρι τους σύνθετους θεατρικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου (δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκλονιστική ερμηνεία της ως τραβεστί Ούρσουλα στο τολμηρό έργο της Πόλα Βόγκελ «Το αρχαιότερο επάγγελμα» στο Θέατρο Τέχνης το 2011), η παρουσία της εξέπεμπε αφοπλιστική πνευματικότητα, κομψότητα και λεπτή ειρωνεία σε άμυνα απέναντι στον μελοδραματισμό.
Η ενασχόλησή της με τα κοινά, ως βουλευτής και δημοτική σύμβουλος Αθηνών φανέρωνε την ανάγκη να επιστρέψει στην πόλη της την αγάπη που εισέπραξε. Στην πολιτική σκηνή μετέφερε το ίδιο ήθος που τη χαρακτήριζε στο θέατρο: ευθύτητα, απουσία λαϊκισμού και αδιαπραγμάτευτη αξιοπρέπεια. Υπήρξε σύμβουλος του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων και αντιπρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού «Αθήνα 9.84».
Πέρα από τους τίτλους, η ίδια η προσωπικότητά της ήταν μάθημα ζωής. Η Μάρω Κοντού αντιμετώπισε τον χρόνο όχι ως απειλή, αλλά ως σύμμαχο ωριμότητας. Μέχρι τις τελευταίες της στιγμές, είχε σπάνια πνευματική διαύγεια και μιλούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη θνητότητα, τον έρωτα και τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Αποχαιρετάμε μια γυναίκα που δεν γέρασε ποτέ στην ψυχή. Έζησε με τους δικούς της, ασυμβίβαστους όρους και παρέμεινε λαμπερή, δοτική και γενναία. Από τα ασπρόμαυρα καρέ της καρδιάς μας μέχρι τις μεγάλες θεατρικές σκηνές, υπήρξε πάντα μια αληθινή κυρία. Το αποτύπωμά της στην τέχνη είναι ανεξίτηλο. Καλό ταξίδι στο φως!





