Συνέντευξη τύπου, του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στα πλαίσια της 88ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης στο “Βελλίδειο” Συνεδριακό Κέντρο, Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024. (ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ)
Kαθώς μπαίνουμε στον Αύγουστο, κάποιοι θα πάνε διακοπές σε κάποια παραλία, κάποιοι στο εξοχικό στο χωριό και πολλοί δεν θα πάνε γιατί δεν το αντέχουν οικονομικά, δεδομένου ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, 46% των Ελλήνων δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πάνε μία βδομάδα διακοπές το χρόνο (η δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη). Η υπόσχεση της κυβέρνησης για όλους μπορεί να συνοψιστεί λίγο-πολύ ως εξής: «μην ανησυχείτε, το Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ θα έρθει ένα πακέτο που θα ελαφρύνει τη μεσαία τάξη».
Η υπόσχεση είναι απλή. Το 2024 η χώρα είχε ένα θηριώδες υπεπλεόνασμα, ως αποτέλεσμα κυρίως της υπεραπόδοσης της φορολογίας. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο υπερπλεόνασμα και το 2025 θα δοθούν παροχές μέσω –κυρίως– μειώσεων φόρων.
Ακούγεται ελκυστικό. Η μείωση φόρων πάντα παρουσιάζεται σαν κάτι θετικό. Είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα; Εξαρτάται από τη στόχευση (ποιοι θα ωφεληθούν), από το ύψος (τι σημαίνει αυτό για τον καθένα) και ποια θα ήταν η εναλλακτική χρήση των πόρων που θα διατεθούν.
Αναφορικά με τη στόχευση, η κυβέρνηση έχει δείξει μέχρι στιγμής μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους πλούσιους. Μπορεί να λέει συνεχώς ότι προτεραιότητα είναι η μεσαία τάξη αλλά, αν δει κανείς τι έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, υπήρξε με μεγάλη ευκολία μείωση στους φόρους των κερδών, των μερισμάτων, των υψηλών εισοδημάτων, ενώ ταυτόχρονα οι μισθωτοί των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, καθώς και οι συνταξιούχοι, είδαν πολύ μικρά οφέλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απουσία αναπροσαρμογής της φορολογικής κλίμακας έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός που έχει οδηγήσει πλέον μισθωτούς που παίρνουν τον κατώτατο μισθό να πληρώνουν φόρο εισοδήματος ενώ πριν ήταν κάτω από το αφορολόγητο.
Όσον αφορά το ύψος δηλαδή μιας παροχής, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η παροχή είναι ικανή να έχει ουσιαστική επίδραση στην καθημερινότητά μας. Εδώ, προφανώς, η απάντηση εξαρτάται από τις ανάγκες και το εισόδημα του καθενός. Αλλά, για παράδειγμα, αν στα μέτρα της ΔΕΘ ανακοινωθεί μια αλλαγή στους φορολογικούς συντελεστές που οδηγεί σε μείωση του φόρου εισοδήματος κατά 400 ευρώ ετησίως, δύσκολα θα πει κανείς ότι αυτό αποτελεί λύση του προβλήματος. Προφανώς αυτά τα 33 ευρώ το μήνα παραπάνω διαθέσιμο εισόδημα είναι κάτι, αλλά είναι μια σταγόνα στον ωκεανό των αυξήσεων στο σουπερμάρκετ, στο ρεύμα και στα ενοίκια που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια.
Θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρξει μια εναλλακτική χρήση των πόρων; Η απάντηση είναι ναι. Τις τελευταίες δεκαετίες το αφήγημα είναι συνεχώς ότι οι δημόσιες δαπάνες και πολιτικές είναι κάτι κακό και το κράτος πρέπει να είναι απλός παρατηρητής της ιδιωτικής οικονομίας. Αυτό έχει οδηγήσει, μεταξύ άλλων, στο ξεχαρβάλωμα της δημόσιας υγείας, στη συστηματική υπονόμευση της δημόσιας παιδείας και σε απουσία των αναδιανεμητικών και αναπτυξιακών πολιτικών που θα ενίσχυαν την κοινωνική συνοχή και θα διασφάλιζαν ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο.
Άρα καθώς όλοι θα αναμένουμε τις ανακοινώσεις της ΔΕΘ, μήπως αντί να προσδοκούμε τα 33 ευρώ το μήνα μείωση στο φόρο θα έπρεπε να ζητάμε ενίσχυση της δημόσιας υγείας για να μην καταφεύγουμε στους ιδιώτες γιατρούς (η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην ιδιωτική δαπάνη για υγεία), ουσιαστική στεγαστική πολιτική με την αύξηση της προσφοράς (μέσω πχ. της ανέγερσης κοινωνικών κατοικιών) και όχι πολιτικές που αυξάνουν τη ζήτηση (η Ελλάδα έχει πρωτιά στην Ευρώπη στο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που δαπανάται για στέγαση από τα νοικοκυριά), ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και των ελεγκτικών μηχανισμών ως αντίδοτο στην κατασπατάληση χρημάτων, την ασυδοσία και αισχροκέρδεια στην αγορά (η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τους υψηλότερους πληθωρισμούς στην Ευρώπη);
Γιατί η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος που θα επιτρέψει σε όλους να πάνε διακοπές τα επόμενα χρόνια δεν θα έρθει μόνο από φοροαπαλλαγές. Μπορεί να έρθει και από πολιτικές που αφαιρούν βάρη από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να διατεθούν πόροι σε αυτές τις πολιτικές.





