Τέσσερις δημιουργοί -ένας ποιητής και τρεις συνθέτες- γράφουν σε πρώτο πρόσωπο για έργα τους που κυκλοφόρησαν την τελευταία διετία και βασίζονται στη μελοποίηση ποίησης. Παλιά ή νέα, λυρική ή πολιτική, ελληνική ή ξένη, η ποίηση είναι εδώ, σήμερα, και είναι μελοποιημένη.
Ηρακλής Οικονόμου
Οι ρίζες του κόσμου: 1970-1974, τραγούδια ενάντια στη δικτατορία
Ποίηση: Κώστας Βάρναλης, Κώστας Καρυωτάκης, Γιάννης Ρίτσος, Πάμπλο Νερούδα, Ναζίμ Χικμέτ, Μουσική: Τάσος Γκρους, Ερμηνεία: Τάσος Γκρους, Αργυρώ Καπαρού, Αλέξανδρος Καψοκαβάδης
Η έκδοση μετά από 50 χρόνια τμήματος ενός έργου που θέμα του έχει τον αγώνα ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών είναι εύκολο να προκαλέσει πολλά και αντιφατικά συναισθήματα όπως επίσης και αντικρουόμενες τοποθετήσεις. Προσωπικά νιώθω ανακούφιση γιατί έστω και τώρα όλα όσα δημιούργησα θα φτάσουν στο κοινό που ενδιαφέρεται και έχει άποψη για τα γεγονότα της εποχής. Παράλληλα, θεωρώ ότι δίνεται η δυνατότητα να φανεί ότι η πορεία που ακολούθησα δεν είχε και δεν έκρυβε καμία υστεροβουλία για εκμετάλλευση των γεγονότων σε προσωπικό επίπεδο. Δεν έγινε το άλογο που θα με έφερνε στην κορυφή και την εμπορική επιτυχία. Ήταν και εξακολουθεί και σήμερα να είναι η έκφραση της γενικότερης θεώρησής μου σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. (…)
Όταν χάνεται ή αλλοιώνεται η συλλογική μνήμη επικρατεί νομοτελειακά η αντίδραση κι ο φασισμός. Το σύστημα χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει τη δύναμη και ελέγχει παρουσιάζει τα γεγονότα με τη δική του λογική εξωραΐζοντάς τα, παρουσιάζοντας μια στρεβλή εικονική πραγματικότητα. Μα η εικόνα αυτή όσο ωραία και φανταχτερή και να δείχνει δεν μπορεί να κρύψει την ασχήμια και την αδικία αυτού του κόσμου. Δεν μπορεί να εξηγήσει και να πείσει για την ύπαρξη των πολέμων και την καταστροφή. Δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υποταγή και την εξαθλίωση των λαών. Δεν μπορεί να αναστρέψει τη ροή της ιστορίας. Αργά ή γρήγορα οι ηττημένοι θα γίνουν νικητές.
Τάσος Γκρους

Χρονοτριβείο
Ποίηση: Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μουσική: Γιάννης Κονταράτος, Ερμηνεία: Γιάννης Κονταράτος, Θοδωρής Κρητικός, Παντελής Νικηφόρος, Αναστασία Στρατηγού.
Ο δίσκος Χρονοτριβείο βασίστηκε πάνω σε ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με το κύριο θέμα του να είναι ο χρόνος, ή αλλιώς το πέρασμα του χρόνου, η νοσταλγία, οι αναμνήσεις, και όχι μόνο. Η ιδέα του δίσκου γεννήθηκε από την επιθυμία μου να φτιάξω ένα μουσικό έργο πάνω σε αυτή τη θεματολογία, καθώς με βασάνιζε πολύ εκείνη την περίοδο. Κάπως ήθελα να ξορκίσω αυτά τα συναισθήματα. Διαβάζοντας μια ποιητική συλλογή του Λαπαθιώτη, συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν ποιήματα που με εκφράζαν απόλυτα στιχουργικά σε αυτό το θέμα. Έτσι άρχισα να τα βάζω ένα-ένα στην άκρη μέχρι που κατέληξα σε ένα αριθμό ποιημάτων όπου θα μπορούσε να στηθεί ένας δίσκος. Μου άρεσε εξ αρχής η ιδέα ενός concept δίσκου και έτσι τα έβαλα σε μία σειρά ώστε να υπάρχει, κατά κάποιο τρόπο, μια αρχή, μέση και τέλος.
Ύστερα μπήκε η μουσική. Κάποια κομμάτια στέκονται καλύτερα άμα τα ακούσει κανείς μέσα στη ροή από ότι ξεχωριστά. Έχουν μπει μέσα σε αυτό συναισθηματικά και λειτουργούν καλύτερα ως μέρος ενός συνόλου. Όπως επίσης και τα διαφορετικά μουσικά στοιχεία του δίσκου, κουαρτέτο εγχόρδων μαζί με πνευστά, παραδοσιακά όργανα, πιο ηλεκτρονικά-ambient καθώς και ένα λαϊκό, αποκτούν μια συνοχή το ένα δίπλα στο άλλο. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί σε εμένα. Σε όλα αυτά προσπάθησα όσο μπορούσα να ακολουθήσω τα λόγια. Το όνομα του δίσκου προέκυψε από μια μικρή φράση που είχα σημειώσει στο σημειωματάριό μου από ένα βιβλίο. «Χρονοτριβείο εποχών και ονείρων», σαν να λέμε το απόσταγμα του χρόνου.
Γιάννης Κονταράτος

Τα τραγούδια του νόμου και της τάξης
Ποίηση: Φώντας Λάδης, Μουσική: Γιώργος Κομπογιάννης, Ερμηνεία: Πολυξένη Καράκογλου
Νόμος, κράτος, Εξουσία. Σκόπιμα μπλεγμένες και σκόπιμα θολές έννοιες, αλληλοκαλυπτόμενοι κύκλοι, που μέσα από θεσμούς όπως είναι το Κοινοβούλιο και η Δικαιοσύνη αντιτάσσονται στους εργαζόμενους και στους αγώνες τους για μια καλύτερη ζωή, πότε με την καθημερινή οικονομική καταπίεση, πότε με τον ιδεολογικό εκμαυλισμό και πότε με την απροκάλυπτη βία.
Τα τραγούδια που περιέχει αυτό το CD δεν είναι λαϊκά με την έννοια που συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο. Στοχεύουν σε ένα «υποψιασμένο» κοινό, ήδη πολιτικοποιημένο ή που τείνει να πολιτικοποιηθεί. Απευθύνεται δηλαδή πρώτα απ’ όλα σε συνειδητούς εργαζόμενους και πολίτες, καθώς και σε ριζοσπαστικοποιημένους καλλιτέχνες και διανοούμενους. (…) Είναι τραγούδια «διδακτικά», «θεατρικά». Έχουν συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο και, επομένως, πρέπει να ειπωθούν με αντίστοιχο τρόπο. Ο ηθοποιός ή τραγουδιστής πρέπει να τα πει κοιτώντας κατά πρόσωπο τους θεατές. Υπαινικτικά ίσως, αλλά πάντα αποφασιστικά και επιτακτικά, δηλαδή προστακτικά. Δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε, με τραγούδια διασκέδασης ή εκτόνωσης αλλά με τραγούδια «πολιτικής ψυχαγωγίας. Οι στίχοι τους δεν ποντάρουν στο συναίσθημα όσο στη λογική. Δεν δίνουν τόσο -ή κυρίως- απαντήσεις αλλά θέτουν ερωτήματα ακόμα και όταν φαινομενικά δίνουν απαντήσεις.
Φώντας Λάδης

Κάνε τον πόνο σου άρπα
Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης, Μουσική – Ερμηνεία: Μαρία Φιρλίγκου
Ένιωθε μελαγχολία. Ήμουν δεκαπέντε όταν τον διάβασα και είπα: «κι εγώ». Καθρεφτίστηκα στα ποιήματά του και τα έκανα μουσική, τότε που τα συναισθήματα δεν έβγαιναν με λέξεις. Είκοσι χρόνια μετά, το σπίτι έγινε το στούντιό μου. Ο θόρυβος από το δρόμο, την πολυκατοικία, το ρολόι – όλα είναι εδώ. Ίσως γι’ αυτό είναι αληθινά.
Δεν καταλάβαινα τότε την ποίηση σε όλο της το βάθος· καταλάβαινα όμως το συναίσθημα. Στον τρόπο που ο Καρυωτάκης έβλεπε τον κόσμο έβρισκα έναν τρόπο να καταλάβω το δικό μου. Σαν να μου επέτρεπε να νιώσω όσα δεν τολμούσα να ονομάσω και να εξηγήσω. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι ο ρομαντισμός του· εκείνος που συνεχίζει να υπάρχει μέσα από έναν κόσμο που πληγώνει. Μου θυμίζει τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε επαρχία, να «μην χωράς πουθενά» και την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει ούτε και να αντέξει τέτοια ευαισθησία – και όμως υπάρχει ακόμα κάτι τρυφερό και φωτεινό. Εκεί, νομίζω, συναντιέμαι περισσότερο μαζί του. Και έτσι τα ποιήματά του τα έκανα μουσική, αβίαστα και από ανάγκη, χωρίς μεγάλα σχέδια. Το άλμπουμ αυτό θα έλεγα πως είναι μια συνομιλία με όσους νιώθουν ότι κάτι τους βαραίνει χωρίς όνομα και δεν μπορούν να χωρέσουν, αλλά βλέπουν ακόμα το φως.
Μαρία Φιρλίγκου





