Κώστας Γιαννακόπουλος «Ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα», εκδόσεις Ψηφίδες, σειρά «Φύλο και σεξουαλικότητα», 2024

Το βιβλίο του Κώστα Γιαννακόπουλου, καθηγητή στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ενός εκ των πρωτεργατών των σπουδών φύλου στα καθ’ ημάς, φέρει τίτλο περιγραφικό και μάλλον σεμνό σε σχέση με την πληθώρα των συμπερασμάτων που κομίζει. Ίσως όμως τούτο να υπακούει σ’ εκείνους τους στίχους του πονηρού Γιώργου Ιωάννου, ο οποίος χαμηλόφωνα, στον Σταθμό της Ομόνοιας, γύρω στα 1980, προέτρεπε: «Μη μιλάς και μη κουνιέσαι/ δείξε σοβαρότητα/ μη μας πάρει κάνα μάτι/ και ζητούν ταυτότητα». Και μάλλον αυτοί οι στίχοι –σε ύφος πρωταρχικά και μέλος κατόπιν λαϊκό– είναι χρήσιμοι, στον βαθμό που σκιαγραφούν μια εποχή διώξεων των αδελφών, αλλά και διάχυτης ομοφυλοφιλίας, προκειμένου να πιάσουμε το νήμα απ’ όπου υποδεικνύει ο Γιαννακόπουλος και από το σημείο εκείνο που προηγείται των παραπάνω στίχων – της ομοερωτικής επιθυμίας.

Η μελέτη του Γιαννακόπουλου, βασισμένη σε σειρά παλαιότερων και πρόσφατων κειμένων του, εντάσσεται τυπικά στη διασταύρωση της ανθρωπολογίας με τις σπουδές φύλου, συνιστώντας μια (ιστορική) ανθρωπολογική μελέτη της ομοσεξουαλικότητας, εφόσον ο συγγραφέας της πραγματοποίησε εθνογραφική έρευνα (πριν και μετά το 2000), αξιοποίησε προφορικές μαρτυρίες και αρχειακά τεκμήρια, ενώ κριτικά συνδιαλέγεται με τη σύγχρονη φεμινιστική και κουίρ θεωρία. Στον συγκερασμό τους, τα παραπάνω υλικά συνδιαμόρφωσαν, βέβαια, μια μείζονα μελέτη, μελλοντικό σημείο αναφοράς όχι μόνο των ανθρωπολόγων, η οποία συνιστά κατ’ ουσίαν ό,τι θα αποκαλούσαμε «ιστορία της ομοσεξουαλικότητας στη μεταπολεμική Ελλάδα», υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η «ιστορία» είναι πληθυντική κατά τη σύσταση –άρα «ιστορίες»–, ότι στην πραγματικότητα μιλάμε για ποικίλες εκδοχές της ομοσεξουαλικότητας στο πέρασμα του χρόνου –άρα «ομοσεξουαλικότητες»– και ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα που προτείνει μεθοδολογικά εργαλεία, χαράσσοντας ένα πεδίο διεπιστημονικών ερευνών, προκειμένου μελλοντικά να μελετηθούν εν εκτάσει όσες θεματικές ακροθιγώς παρουσιάζονται.

Σε συνθήκη σιωπής

Εστιάζοντας στις δεκαετίες 1950-1970, ο Γιαννακόπουλος εντοπίζει εν πρώτοις τη σεξουαλική επιθυμία στο ανδρικό σώμα: η καύλα –που τόπο της έχει τα γεννητικά όργανα– είναι αυτή που κινητοποιεί την ανδρική συμπεριφορά, διαχωρίζοντας έτσι το πάνω από το κάτω, την καρδιά ως κέντρο συναισθημάτων από το πέος ως κέντρο αναγκών και ενστίκτων, προκειμένου να επινοηθεί ένας συσχετισμός (αλλά de facto μια αποσύνδεση) των βιολογικών χαρακτηριστικών και των σεξουαλικών πρακτικών.

Βάσει αυτής της συνθήκης, παράγεται και κατασκευάζεται ο άνδρας και η αδελφή, ούτως ώστε ο πρώτος σε επίπεδο καθημερινών αντιλήψεων να μην επισύρει όνειδος, ενώ ο δεύτερος να στιγματίζεται ως εκθηλυμένος. Σημείο-κλειδί για την κατανόηση της «ανοχής» προς τον πρώτο αποτελεί η αρρενωπότητα – η αρρενωπή ομοφυλοφιλία, αποτέλεσμα της αποσύνδεσης εαυτού και σεξουαλικών πρακτικών, είναι αυτή που κατά τον Γιαννακόπουλο δεσπόζει και κανοναρχεί, ενώ παραλλήλως αφήνει να ζήσουν εντός ελληνικής κοινωνίας εκείνων των δεκαετιών μορφές ομοσεξουαλικής επιθυμίας και ομοσεξουαλικές σχέσεις – η παραβίαση της αρχής της αποσύνδεσης προφανώς καθιστά τον άνδρα αδελφή και τον εντάσσει στον χώρο της θηλυκότητας.

Απαραίτητη δε συνθήκη για τη συγκρότηση τόσο των ομοσεξουαλικών σχέσεων όσο και των επιθυμιών είναι η σιωπή – κοινωνική σιωπή γύρω από την ομοσεξουαλικότητα, η οποία όμως ανθεί και βγάζει βλαστούς εντός δικτύων συγγένειας, παράγοντας έτσι διευρυμένες οικογένειες και μη διαχωρίζοντας επομένως την ομοφυλοφιλία από την ετεροφυλοφιλία, εννοιολογήσεις ανύπαρκτες εξάλλου για την υπό συζήτηση περίοδο· σιωπή όμως και μεταξύ των συσχετιζόμενων, εφόσον η έκφραση των συναισθημάτων θα επέφερε τη διάρρηξη του αρρενωπού consensus, δηλαδή την τυχόν ακύρωση της ίδιας της επιθυμίας εκ μέρους του άνδρα – εκείνος καταλάβαινε ενσώματα και συναισθητικά, ήταν πονηρός (κατά την πιστωμένη στον Γιαννακόπουλο έκφραση, μετά από δεκαετίες έρευνας), ένα «υποψιασμένο κορμί» (κατά τον Ιωάννου, που και καταλάβαινε και ήξερε από έρωτες και κορμιά).

Η μετάβαση

Ο Γιαννακόπουλος με εργαλείο την ψυχανάλυση προσπαθεί να παρακολουθήσει τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας εντός των σχέσεων εξουσίας που γεννάει η επιθυμία, εφόσον «το ερωτικό σώμα και η επιθυμία διαμορφώνονται από τις σχέσεις εξουσίας» (σ. 76). Μέσω του (ψυχ)ιατρικού και ιατροδικαστικού λόγου, εν συναρτήσει προς τον καθημερινό ή εκείνον του Τύπου, ο μελετητής αξιοποιεί στοιχεία για τις εννοιολογήσεις των (επισήμως) κιναίδων και των (εν πάση επισημότητι) παιδεραστών.

Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο και για κάποιες από τις πιο κρίσιμες νομίζω σελίδες της μελέτης, δηλαδή εκείνες στις οποίες επιχειρεί να παρακολουθήσει τη μετάβαση από την κουλτούρα των πονηρών στην κουλτούρα των ομοφυλόφιλων/γκέι – τη μεταστοιχείωση δηλαδή ομοσεξουαλικών συμπεριφορών και αντιλήψεων και την επανεννοιολόγησή τους υπό το σημερινό πρίσμα της δυτικής, συγκαιρινής μας, κατηγοριοποίησης (ομοφυλοφιλία/ετεροφυλοφιλία, γκέι/στρέιτ κ.τ.λ.). Εκεί, ο Γιαννακόπουλος, θέλοντας να προσδιορίσει την αργή ανάδυση –μετά το 1970, κυρίως κατά τις δεκαετίες 1980-1990– της γκέι κουλτούρας, υποκειμενικότητας και ταυτότητας, ακολουθεί υλιστικότερες ατραπούς και εφαρμόζει το επιστημολογικό παράδειγμα μερίδας ιστορικών που ασχολούνται με ό,τι περιοδολογείται ως Μεταπολίτευση, δίνοντας έμφαση στη μαζική κουλτούρα, τη χρήση νέων μέσων και τεχνολογιών, τις καταναλωτικές προσδοκίες και συμπεριφορές· δίπλα σε αυτά, ή για την ακρίβεια ως μέρος αυτών, εξετάζει τον χώρο ως συντελεστή και συνδιαμορφωτή των νέων (ομο)σεξουαλικών αντιλήψεων.

Στα χρόνια της απελευθέρωσης

Μέσω αυτής της πορείας μπορεί και υποδεικνύει το ιστοριογραφικό σφάλμα –που αποτελεί κοινή δόξα (ή, έστω, είναι ένας locus communis) των νεότερων–, ότι δηλαδή υπάρχει μια ευθύγραμμη πορεία από τα χρόνια της σεξουαλικής καταπίεσης στα χρόνια της απελευθέρωσης – είτε αυτή η πορεία προσδιορίζεται ως νικηφόρα είτε ως via dolorosa, ανάλογα με την πολιτική θέση που λαμβάνουμε. Οπωσδήποτε όμως η εκ μέρους του Γιαννακόπουλου αξιοποίηση του διαλόγου (κομψά ασφαλώς θέτοντάς το) που συντελούνται εκείνη την εποχή εντός της διανόησης, η γενεαλογική παράμετρος που πλαισιώνει την εξέταση αυτού του διαλόγου, εφόσον επρόκειτο για μια διαγενεακή πολιτισμική σύγκρουση μεταξύ της κουλτούρας των πονηρών και της νεοαναδυόμενης γκέι κουλτούρας, είναι αφενός μεν το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει να δούμε τις ιθαγενείς αντιστάσεις στον κατόπιν δυτικό ηγεμονικό λόγο, αφετέρου το μάλλον σχετικά ελλιπές σημείο, το οποίο θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με περαιτέρω υλικό, προκειμένου να γίνουν ορατές οι φωτοσκιάσεις των εμπλεκόμενων.

Δύο ακόμη στοιχεία, θεωρητικές και κριτικές επισημάνσεις του Γιαννακόπουλου, είναι νομίζω αξιοπρόσεκτες: αφενός μεν το κάλεσμά του, στο εισαγωγικό κεφάλαιο, για την αποαποικιοποίηση της ομοσεξουαλικότητας, αφετέρου η διφυής επισήμανσή του περί γενεαλογικής συγγένειας τρανς και αδελφών και περί στοιχειώματος από τις τελευταίες του σύγχρονου γκέι παρόντος. Αυτά ίσως μπορούν να αποτελέσουν σημεία εκκίνησης μιας μελλοντικής εκτενέστερης και δημόσιας συζήτησης.

Ό,τι θα απομείνει στο προσωπικό αρχείο είναι η απουσία ενός κάπως χαμογελαστού προσώπου inter lineas ή έστω ad marginem και μια φράση της Μπελίντας, γηραιάς τρανς πληροφορήτριας του Γιαννακόπουλου, στο δύσκολο μέρος της μελέτης: «Μας τιμωρούσαν όχι για αυτό που κάναμε αλλά για αυτό που ήμασταν» (σ. 152).