Παναγιώτης Αθάνατος: Ένας Έλληνας τζαζίστας στη Νέα Υόρκη
Ο Έλληνας κιθαρίστας Παναγιώτης Αθάνατος, εδώ και αρκετά χρόνια, έχει ενταχθεί και ξεχωρίζει στην πολυσυλλεκτική τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης. Εκεί, στη Μέκκα της τζαζ, παίζει στα πιο θρυλικά jazz clubs του κόσμου. Η πρώτη του επαφή με την τζαζ μουσική ήρθε μέσω των δίσκων του πατέρα του. Όμως η σχέση με τον δάσκαλο της κιθάρας Γιώτη Σαμαρά ήταν που έπαιξε σημαντικό ρόλο, εκεί γύρω στα δεκαεπτά του χρόνια. Από πολύ νωρίς έγινε βασικό πρόσωπο στην ελληνική τζαζ σκηνή, συνεργαζόμενος με σπουδαίους μουσικούς όπως ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος, ο Παντελής Μπενετάτος και ο Κώστας Κωνσταντίνου. Παράλληλα, ως sideman, ταξίδεψε και ηχογράφησε σε Ελλάδα και σε χώρες της Ευρώπης. Εκεί γνώρισε δασκάλους όπως ο Σπάικ Γουίλνερ [Spike Wilner], πιανίστας και σημερινός ιδιοκτήτης του Smalls Jazz Club της Νέας Υόρκης — ενός θρυλικού υπόγειου κλαμπ που από τα 90s έχει γράψει τη δική του ιστορία στη μουσική.
Η γνωριμία του με τον Σπάικ Γουίλνερ και το πάθος του για την τζαζ τον έφεραν στην «πόλη που ποτέ δεν κοιμάται» και σήμερα ο ίδιος μας μιλά για την αμερικάνικη μουσική σκηνή, τα σχέδια του αλλά και τί μπορεί να ονειρεύεται ένας νέος, αλλοδαπός μουσικός στην Αμερική του Τραμπ, το 2025. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ «Rainbowhood», σε κασέτες αντί για ψηφιακή πλατφόρμα και είναι κάτι που παραπέμπει στην παραδοσιακή μουσική εμπειρία κόντρα στα μοντέλα των streaming. Το «Rainbowhood» ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη στο Smalls Jazz Club. Κάθε αντίγραφο είναι ζωγραφισμένο στο χέρι και περιέχει μικρές ατέλειες λόγω της χειροποίητης κατασκευής του. Όταν πριν μερικούς μήνες άκουσα σε πρώτη μετάδοση μουσικές από το άλμπουμ του, στην εκπομπή Keep Jazzin στο ραδιόφωνο του Jazzbreeze Radio, δεν κρύβω την εμμονή μου για μια συνέντευξη μαζί του. Η δυσκολία ξεπεράστηκε με τη μεσολάβηση του γνωστού τραγουδοποιού Γιώργη Χριστοδούλου που έχει συνεργαστεί και έχει παρουσιάσει μαζί του ένα πρόγραμμα βασισμένο σε δικά του τραγούδια αλλά και κλασικές μελωδίες της ελληνικής και διεθνούς μουσικής. Τον οποίο και ευχαριστώ θερμά.

Πώς νιώθει ένας έφηβος από τα δυτικά προάστια όταν πρωτοανακαλύπτει τον κόσμο της τζαζ μουσικής, όταν η συμμαθητές και οι φίλοι του ακούν ενδεχομένως λαϊκή και ποπ ελληνική μουσική, ροκ, χιπ-χοπ ή ραπ;
Δεν ένιωθα ούτε ξεχωριστός ούτε «ιδιαίτερος». Αντίθετα, στην περίπτωσή μου συνέβησαν όλα με μεγάλη φυσικότητα, γιατί ο έρωτας με την τζαζ ήρθε με το πρώτο κιόλας άκουσμα. Η έλξη για αυτό το είδος είχε τη φυσικότητα που έχει κι ένας εφηβικός έρωτας. Θυμάμαι ακόμα πολύ ζωντανά το συναίσθημα όταν μαζί με τον δάσκαλό μου ακούγαμε κομμάτια που ο ίδιος μου πρότεινε. Ένιωθα, παρόλο το νεαρό της ηλικίας μου πως εκεί κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος που με καλεί να τον ανακαλύψω. Ένιωθα τους ήχους σαν μια νέα γλώσσα καινούργια και πολύ γοητευτική που μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά μου.
Ο Γιώτης ανάμεσα στα μαθήματά μας μου χάριζε dvd (εκείνη την εποχή) τα οποία είχαν μεγάλη χωρητικότητα και τα γέμιζε με κλασικά ή πιο progressive άλμπουμ της τζαζ, επιλεγμένα από ένα πολύ ευρύ φάσμα, αφού η τζαζ έχει πολλά και διαφορετικά παρακλάδια. Σε εκείνα τα dvd υπήρχε από bebop μέχρι άλμπουμ του Τζίμι Χέντριξ. Τα πρώτα άλμπουμ που λάτρεψα ήταν οι δίσκοι του Hank Mobley της hard bop jazz. Εκείνα τα χρόνια άκουγα σε επανάληψη αυτά τα άλμπουμ, στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο μέχρι που χάλασαν.
Το εξωτερικό πώς προέκυψε; Ποιό ήταν το έναυσμα;
Στα 25 μου είχα ήδη αποφασίσει ότι θέλω να φύγω από την Ελλάδα, έστω για ένα διάστημα, για να γνωρίσω άλλους τρόπους ζωής. Γνώριζα ήδη από τότε την ύπαρξη του νέοϋορκέζικου jazz club Smalls δυο βήματα από την έβδομη λεωφόρο. Ήταν από τα πρώτα κλαμπ που χρησιμοποίησαν το live streaming. Ως τις 5 το πρωί καθόμασταν με τον φίλο Κωνσταντίνο Στουραΐτη για να παρακολουθήσουμε τις λάιβ μεταδόσεις των συναυλιών του Smalls. Στο κανάλι τους στο youtube αλλά και στην ιστοσελίδα τους μπορούσες να απολαύσεις δωρεάν ένα τεράστιο αρχείο με συναυλίες από σπουδαίους σολίστες. Έτσι λοιπόν πληροφορήθηκα πως ο ιδιοκτήτης του Smalls, πιανίστας ο ίδιος, διδάσκει σ’ ένα πανεπιστήμιο στο Groningen της Ολλανδίας για κάποιες εβδομάδες τον χρόνο. Έδωσα εξετάσεις σ’ αυτό το πανεπιστήμιο, με σκοπό να εγγραφώ και να τον γνωρίσω από κοντά. Εκεί έγινα ο βοηθός του και το επόμενο βήμα ήταν η πρόταση που ήρθε για να εργαστώ στο κλαμπ του. Την τελευταία δεκαετία εργάζομαι εκεί παίζοντας και οργανώνοντας τα jam sessions του κλαμπ. Είναι το κομμάτι που απολαμβάνω περισσότερο, γιατί εκεί συνυπάρχουν μουσικοί που συνδιαλέγονται μουσικά, ανεξαρτήτως καταξίωσης και αναγνωρισιμότητας. Έχουμε ζήσει μοναδικές βραδιές.
Ποιές ξεχωρίζεις;
Θυμάμαι με δέος και αγάπη τον μεγάλο δάσκαλο Ρόι Χαργκρόουβ [Roy Hangrove] που μπορεί να εμφανιζόταν στις δυο το πρωί με την τρομπέτα του και να απογείωνε όλο τον κόσμο της αίθουσας με το παίξιμό του. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι μουσικοί που απολαμβάνουμε στο Gazarte και στο Half Note μια φορά στο τόσο, είναι εκεί, πίνουν τη μπύρα τους και συμμετέχουν σε μια άτυπη γιορτή μουσικής που συμβαίνει κάθε βράδυ. Σε αυτές τις βραδιές νιώθεις ότι η τζαζ είναι ένα είδος ζωντανής παράδοσης, που όμως εξελίσσεται μετουσιώνεται και προχωράει.
Υπάρχουν άλλοι Έλληνες μουσικοί αυτή τη στιγμή στη Νέα Υόρκη;
Φυσικά και υπάρχουν και είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι. Eίναι συγκινητικό αν σκεφτείς πως ουσιαστικά είμαστε ξένοι, εγώ ή η σπουδαία μουσικός και φίλη Γαρυφαλλιά Κερκέζου (τύμπανα) και πολλοί Έλληνες που πέρασαν από εδώ, αλλά η, ας πούμε, κοινωνία αυτή της ενεργής τζαζ μουσικής της πόλης μάς δέχτηκε και βρεθήκαμε να παίζουμε σε περιοχές όπως το Χάρλεμ, εκεί όπου νιώθεις πως η γλώσσα η οποία μας ενώνει είναι μονάχα η μουσική.
Έχεις ηχογραφήσει κάτι δικό σου;
Πέρα από τις συνεργασίες μου στη δισκογραφία είτε στην Ελλάδα είτε στην Αμερική, έχω κυκλοφορήσει ένα προσωπικό άλμπουμ με ανορθόδοξο τρόπο.
Δηλαδή;
Το άλμπουμ μου λέγεται «Rainbowhood» και κυκλοφόρησε αποκλειστικά σε κασέτες ήχου. Περιλαμβάνει δικές μου συνθέσεις και περιέχει ανάμεσα στα άλλα και συνθέσεις για σόλο τζαζ κιθάρα. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη διαδικασία προετοιμασίας ενός νέου άλμπουμ στο οποίο θα υπάρχουν πιο πολλές συνεργασίες και καλεσμένοι, άνθρωποι με τους οποίους έχω συνεργαστεί εδώ όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Πώς ονειρεύεσαι το μουσικό σου μέλλον; Σε ποιο μέρος του κόσμου;
Η Νέα Υόρκη μου ταιριάζει και πιστεύω πως οτιδήποτε για να ανθίσει πρέπει να βρίσκεται στο κατάλληλο περιβάλλον.





