Ύστατος χαιρετισμός στον σπουδαίο συνθέτη και στοχαστή Μιχάλη Γρηγορίου

Έφυγε από τη ζωή ο Μιχάλης Γρηγορίου στις 11 Οκτωβρίου 2025, σε ηλικία 78 ετών. Ο Μιχάλης Γρηγορίου της μουσικής και των ιδεών, των μεγάλων ποιητών και των δίσκων-σταθμών για ό,τι ορίζουμε ως έντεχνο τραγούδι, ο Γρηγορίου του ήθους και της κριτικής σκέψης, της πολιτικής στράτευσης και της αισθητικής πρωτοπορίας. Ο σύντροφος, ο συνοδοιπόρος, ο συνομιλητής.

Μέχρι πριν από λίγες ημέρες συζητούσαμε τα επόμενα εκδοτικά του σχέδια. Το να παρουσιαστεί το σύνολο της ανέκδοτης μουσικής και του στοχασμού του είναι το ελάχιστο χρέος μας απέναντι στην προσφορά ενός τέτοιου σημαντικού δημιουργού. Την υπόσχεση αυτή τη δώσαμε, μαζί με το ύστατο χαίρε, στην πολιτική του κηδεία την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025. Αντίο Μιχάλη από όλους εμάς που αγαπήσαμε το ελληνικό τραγούδι και τώρα είμαστε καταδικασμένοι να το βλέπουμε να φτωχαίνει. Αντίο και σε ευχαριστούμε.

 ΥΓ: Ο Μιχάλης Γρηγορίου συνήθιζε να αυτοσαρκάζεται με χιούμορ αλλά και λεπτή ειρωνεία. Σε κάποια συνέντευξή του είχε πει: «Aκόμα κι εάν κατάφερνε κανείς να αποκτήσει κάποια “κοινωνική αναγνώριση” και “δικαίωση” από τα έργα του, στο τέλος το “άγαλμα” που θα του έχουν στήσει οι μετέπειτα θα καταλήξει να το κουτσουλάνε τα πουλιά”.

Επιμέλεια: Λιάνα Μαλανδρενιώτη και Ηρακλής Οικονόμου

O συνθέτης

Γιος του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου και της ποιήτριας Μαρίας Παπαλεονάρδου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Άρχισε μαθήματα πιάνου με την Καίτη Παπαλεονάρδου σε ηλικία 5 ετών. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1973. Παράλληλα μελέτησε θεωρητικά και σύνθεση με τον Γ.Α. Παπαϊωάννου. Έγραψε πλήθος έργων για σύνολα μουσικής δωματίου, για ορχήστρα και χορωδία, για πιάνο, για synthesizers, κύκλους τραγουδιών, καθώς και μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τον χορό.

Ο Μιχάλης Γρηγορίου ξεκίνησε τη συνθετική του δραστηριότητα το 1971. Τα πρώτα του έργα, επηρεασμένα από τα ευρωπαϊκά ρεύματα της πρωτοπορίας, περιλαμβάνουν χρήση γραφικής παρτιτούρας, μουσική ηχητικών μαζών και μορφικές δομές τύπου Πεντερέτσκυ, Λουτοσλάφσκυ κ.ά. Στην πορεία, εγκατέλειψε πολλούς από τους μύθους που περιέβαλλαν την έννοια της πρωτοπορίας, στάση που φάνηκε χαρακτηριστικά στο έργο του για δύο πιάνα «Ανεπιστρεπτί» αλλά και στην καντάτα «Ανεπίδοτα γράμματα» σε ποίηση Άρη Αλεξάνδρου. Το συγκεκριμένο έργο δημιούργησε αίσθηση καθώς επιχειρούσε να μεταφέρει στο ελληνικό τραγούδι μορφές και τεχνικές της έντεχνης μουσικής, σπάζοντας τα στεγανά ανάμεσα σε μια μουσική που απευθύνεται σε «ειδικούς» και σε μια μουσική που θέλει να απευθυνθεί σ’ ένα πλατύτερο κοινό.

Το 1982, ο Γρηγορίου στράφηκε στα synthesizers, γράφοντας τα επόμενα χρόνια πλήθος έργων που τα εκτελούσε ο ίδιος σε πολλά κλαβιέ. Αν και ασχολήθηκε και με τις πιο σύνθετες μορφές οργανικής μουσικής, επέστρεφε πάντα στο τραγούδι ως πρώτη πηγή έμπνευσης, έχοντας ως αφετηρία του την ποίηση. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει την καντάτα «Ανεπίδοτα γράμματα» σε ποίηση Α. Αλεξάνδρου, τους κύκλους τραγουδιών: «Η αγάπη είναι ο φόβος» σε ποίηση Μ. Αναγνωστάκη, «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» και «Αποχαιρετισμοί της θάλασσας» σε ποίηση Τ. Σινόπουλου, «Μπλε» σε ποίηση Ρ. Παπανικόλα, «Κόκκινη κλωστή» σε ποίηση Κ. Καρτελιά, το ορατόριο «Σκοτεινή πράξη» σε ποίηση του Τ. Λειβαδίτη, κ.ά.

Ο Γρηγορίου έδωσε πολλές συναυλίες, στις περισσότερες από τις οποίες συμμετείχε ως πιανίστας, αλλά και ως εκτελεστής synthesizers, τα οποία αντιμετώπισε ανέκαθεν ως όργανα με ερμηνευτικές αξιώσεις. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε εκδηλώσεις στο εξωτερικό, όπως το Διεθνές Βήμα Συνθετών της UNESCO με το έργο του Septet, το International Dance Course for Professional Composers and Choreographers στο Surrey της Αγγλίας, καθώς και ως μέλος της κριτικής επιτροπής απονομής του διεθνούς βραβείου σύνθεσης Valentino Bucchi στη Ρώμη. Υπήρξε επί 20 χρόνια συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, όπου εγκαινίασε και τη σειρά εκπομπών «Το Μουσικό Εργαστήρι του Τρίτου» που έδωσε την ευκαιρία σε πλήθος ελλήνων μουσικών να παρουσιάσουν πρωτότυπη δουλειά τους. Το 1982, ήταν επικεφαλής της πενταμελούς επιτροπής που ανέλαβε την διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος (μαζί με τους Β. Φιδετζή, Α. Κοντογεωργίου, Ε. Καραϊνδρου, Τ. Μπαντή). Υπήρξε επίσης επικεφαλής του τμήματος σοβαρής μουσικής της ΕΡΤ1 και παραγωγός προγραμμάτων κλασικής μουσικής της ΕΡΤ2. Το 1984, συνίδρυσε και ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της μη κερδοσκοπικής Εταιρείας Μουσικής και Θεάματος που οργάνωσε σειρά σεμιναρίων και workshops. Την ίδια χρονιά συμμετείχε (μαζί με τους Γ. Κουρουπό, Δ. Μαραγκόπουλο και Ν. Κυπουργό) στην ομάδα που συνέταξε την «Πρόταση για τη Μουσική Εκπαίδευση στα Δημοτικά Σχολεία» για λογαριασμό του υφυπουργείου Νέας Γενιάς. Συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του Πρότυπου Μουσικού Κέντρου Πειραιά, του οποίου υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής. Διετέλεσε μέλος του ΔΣ της ΕΡΤ και αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος.

Εκτός από τη σύνθεση, ο Μιχάλης Γρηγορίου ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνική ιστορία της τέχνης, την ψυχολογία της αισθητικής αντίληψης και την κοινωνιολογία του αισθητικού γούστου. Το 2007 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Ιόνιου Πανεπιστημίου στους τομείς της σύνθεσης και της μουσικολογίας. Δίδαξε κοινωνική ιστορία της μουσικής και στοιχεία ψυχολογίας της μουσικής αντίληψης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Παρέδωσε επίσης σειρά μαθημάτων για μεταπτυχιακούς φοιτητές του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετέφρασε στα ελληνικά θεωρητικές μελέτες ξένων συγγραφέων, ενώ συνέγραψε το δίτομο εκπαιδευτικό βιβλίο Μουσική για παιδιά και για έξυπνους μεγάλους, καθώς και το θεωρητικό σύγγραμμα Μουσική αντίληψη και δημιουργία. Μαζί με την Άννα Γρηγορίου απέκτησαν έναν γιο, τον Γρηγόρη Γρηγορίου, ο οποίος είναι συνθέτης

Με τα λόγια του ίδιου

«Ανεπίδοτα γράμματα». Στο σημείωμα που συνόδευε τον δίσκο, έγραφε τα εξής: Τα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου υπήρξαν για μένα το κίνητρο για να καταπιαστώ μ’ αυτό το έργο. Γραμμένα τα περισσότερα στην εξορία είναι στη βάση τους γράμματα σε μια γυναίκα, δηλαδή ερωτικά ποιήματα. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν και μια πολιτική μαρτυρία που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει. Τα ποιήματα αυτά μου δείχνουν για μια ακόμα φορά πως πολιτική τέχνη δεν είναι αναγκαστικά μόνο η τέχνη που μιλάει άμεσα για τα πολιτικά πράγματα. Μέσα στο αδιαχώριστο σύμπλεγμα του πολιτισμού τα πολιτικά και τα πολιτιστικά συμβάντα ταυτίζονται γιατί αποτελούν διαστάσεις του ίδιου του συνειδητοποιημένου ανθρώπου που προσπαθεί να βελτιώσει ταυτόχρονα και τις υλικές και τις ηθικές συνθήκες της ζωής του. Πέρα απ’ όλα αυτά, η καντάτα «Ανεπίδοτα γράμματα» αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: πώς θα μπορούσε δηλαδή να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή» και σε μια μουσική που λειτουργεί σαν «ελαφριά». Εάν και κατά πόσο πέτυχα ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αρμόδιος να το κρίνει είναι ο ακροατής.

«Η αγάπη είναι ο φόβος». Ο κύκλος τραγουδιών «Η αγάπη είναι ο φόβος», σε ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, γράφτηκε το 1979, μια εποχή που ήταν ακόμα, τουλάχιστον για ορισμένους από εμάς, μια εποχή βεβαιοτήτων: Τόσο η καταλυτική επίδραση του Μάνου Χατζιδάκι όσο κι η δικιά μας νεανική μαχητικότητα μάς έκαναν να υπερασπιζόμαστε με πάθος και ενθουσιασμό την κοινωνική λειτουργία του τραγουδιού και να πιστεύουμε στη δυνατότητά του να συμβάλει στην ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου. Ήταν ακόμα μια εποχή όπου ξεσπούσαν ανάμεσά μας θυελλώδεις διαμάχες πάνω στον ρόλο της avant garde κι όπου κάθε νέος δίσκος συνοδευόταν από έντονες συζητήσεις περί του αν πρέπει ή όχι να μελοποιείται η ποίηση και με ποιο τρόπο, αλλά και πάνω στο νόημα εννοιών όπως «ελιτισμός» και «λαϊκισμός», «ελαφριά» και «σοβαρή» μουσική κ.λπ.

Μέσα σε ένα τέτοιο ζωηρό πνευματικό κλίμα είχε γραφτεί κι ο κύκλος τραγουδιών «Η αγάπη είναι ο φόβος». Φυσικά δεν ήταν τα διάφορα «θεωρητικά» επιχειρήματα που με οδήγησαν να γράψω το έργο. Είχε προηγηθεί η συγκινησιακή ταύτιση με την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Η ποίηση του Αναγνωστάκη αποτέλεσε το «σενάριο» πάνω στο οποίο εγώ λειτούργησα, όχι απλώς ως συνθέτης που μελοποιεί στίχους, αλλά κι ως σκηνογράφος και σκηνοθέτης που επιχειρεί να στήσει ένα συνεκτικό συναισθηματικό τοπίο. Γι’ αυτό το λόγο πήρα κι ορισμένες πρωτοβουλίες, σε συμφωνία και με τον ίδιο τον ποιητή, χρησιμοποιώντας μερικές φορές μόνο αποσπάσματα κάποιων ποιημάτων, κάνοντας αντιμεταθέσεις κάποιων στίχων, κ.λπ. Από την αρχή, η πρόθεσή μου δεν ήταν να συνθέσω απλώς μια σειρά από αυτόνομα τραγούδια αλλά να φτιάξω ένα έργο που θα εμφανίζει κάποια ενότητα, κι ακόμα πιο σημαντικό: ένα έργο που θα είναι συγχρόνως έντεχνο αλλά και συγκινησιακά άμεσο, κι αυτό αποτελεί βέβαια ένα πολύ δύσκολο στοίχημα για κάθε μουσικό. Με βασάνιζαν λοιπόν κι οι αμφιβολίες περί του κατά πόσο είχα πετύχει τον στόχο μου. Αυτές ακριβώς τις αμφιβολίες τις είχα διατυπώσει και στο σημείωμα που είχε συνοδεύσει την έκδοση του έργου σε δίσκο το 1980, με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Γιάννη Κούτρα, το οποίο και παραθέτω:

Γράφοντας το έργο αυτό αναρωτήθηκα μερικές φορές μήπως ακολουθώ κάποιο δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά. Μήπως δηλαδή η ανάγκη να συμφιλιώσω τις μνήμες και τις μυθολογίες ενός χτες, που δεν μου ανήκει απόλυτα, με τις απαιτήσεις και τους μύθους ενός σήμερα με οδηγεί σε μια μουσική που δεν εκφράζει ούτε το χτες ούτε το σήμερα αλλά στέκεται μετέωρη κάπου ανάμεσα στα δυο. Στο ερώτημα αυτό δεν μπορώ να δώσω απάντηση, ξέρω όμως πως αν η μουσική που γράφω έχει αντιφάσεις –γιατί τι άλλο είναι άραγε η συνύπαρξη ενός ρυθμού ζεϊμπέκικου, π.χ., μ’ έναν ήχο μουσικής δωματίου ή η απλή μελωδική αντίληψη και οι μορφολογικές προθέσεις ενός κύκλου τραγουδιών;–, αυτές οι αντιφάσεις βρίσκονται μέσα σ’ εμένα τον ίδιο και είμαι πρόθυμος να τις αποδεχτώ και –γιατί όχι;– να τις υπερασπιστώ. (Απόσπασμα από το σημείωμα για το πρόγραμμα συναυλίας στο Μέγαρο Μουσικής στις 15/12/2002)

«Ο Οδυσσέας στο ποτάμι». Ο δίσκος, που κυκλοφόρησε το 1985, συνοδευότανε από το εξής σημείωμα: Στα διάφορα μπαράκια της Αθήνας βλέπω συχνά ένα σωρό αφίσες για καλλιτεχνικά συμβάντα που νόμισαν κάποτε πως θα γράψουν «ιστορία» και που αποτελούν τώρα μέρος της διακόσμησης. Είναι μια καλή τιμωρία για κάθε τέχνη που φιλοδοξεί ν’ ανοίξει διάλογο με δημόσιες αξίες σε μια εποχή όπου η ιστορία έχει πεθάνει κι όπου κάθε καινούργιο έργο μοιάζει με λάμψη χωρίς μεταίσθημα, με κρότο χωρίς απόηχο. Σε μια τέτοια εποχή λοιπόν, έρχομαι κι εγώ να συμβάλω άφοβα μ’ αυτό το δίσκο στην αυριανή διακόσμηση των τοίχων που μας περιβάλλουν.

Ποιοι ήταν άραγε οι λόγοι που με έκαναν τότε, πριν από τόσα χρόνια, να συνοδεύω αυτό το έργο με τέτοια απαισιόδοξα σχόλια; Νομίζω ότι τούτο οφειλόταν στη διάψευση κάποιων διεκδικήσεων –ίσως και φαντασιώσεων– που είχα κι εγώ, αλλά και άλλοι, σχετικά με τη σημασία και το ρόλο που μπορεί και πρέπει να έχει η τέχνη στις σύγχρονες κοινωνίες. Από εκείνα τα χρόνια –λόγω της ανάπτυξης της ιδιωτικής τηλεόρασης και ραδιοφωνίας– είχαν αρχίσει ήδη να γίνονται φανερές οι συνέπειες της διάδοσης ενός μαζικού πολιτισμού που κατέστρεφε συστηματικά κάποιες διεκδικήσεις και βεβαιότητες που είχαμε για τον κοινωνικό ρόλο της μουσικής και του ποιοτικού τραγουδιού, για μια «τέχνη της αριστεράς» που θα συνέβαλλε στην ανάπτυξη των αισθητικών κριτηρίων του κοινού κ.λπ. Σήμερα, τέτοιες έννοιες μπορεί να κρίνονται ίσως κι ως «γραφικές», τότε όμως αποτελούσαν ακόμα αντικείμενο έντονων αισθητικών και πολιτικών προβληματισμών, τουλάχιστον για κάποιους από εμάς. Καθώς περνούσε όμως ο καιρός και καθώς κατακλυζόταν το ακουστικό και διανοητικό μας περιβάλλον από τις ευτέλειες και τα σκουπίδια των ΜΜΕ, τέτοιοι προβληματισμοί άρχιζαν να ατονούν και να αποσύρονται από τη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου. Ήταν λοιπόν η αντίδρασή μου απέναντι στη δυσάρεστη αλλά και αναπότρεπτη μεταβολή της πολιτιστικής πραγματικότητας που με οδηγούσε σε μια τέτοια αυτοσαρκαστική στάση. (Απόσπασμα από το σημείωμα για το πρόγραμμα συναυλίας στο Μέγαρο Μουσικής στις 15/3/2015)

* Το κείμενο αποτελεί σύνθεση των παρουσιάσεων του ίδιου του Μ. Γρηγορίου για τους τρεις εμβληματικούς του δίσκους

Το τελευταίο αντίο

Ευρισκόμενη στο εξωτερικό έμαθα για τον ξαφνικό θάνατο του αγαπημένου μου φίλου Μιχάλη Γρηγορίου. Η στενοχώρια μου κι όλων των κοινών μας φίλων είναι μεγάλη. Γνώρισα τον Μιχάλη τη δεκαετία του ’70 και συνδέθηκα μαζί του με στενή φιλία και κοινή αγάπη για τη μουσική και την έκφρασή της μέσα από το τραγούδι. Ο Μιχάλης ήταν ένας ανήσυχος διανοητής της μουσικής δημιουργίας. Τον απασχολούσε η αισθητική, η πολιτισμική και η κοινωνική διάσταση της μουσικής και τις απόψεις του τις υποστήριζε με πάθος: θεωρητικά με τα βιβλία του (όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ως μεταφραστής σπουδαίων μελετών) και στην πράξη με το μουσικό έργο του. Ένα έργο εξαιρετικό, πρωτοποριακό και πολυσύνθετο. Είχα τη χαρά να ερμηνεύσω τις συνθέσεις του: «Η Αγάπη είναι ο Φόβος» σε ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη, «Μπλε» της Ρηνιώς Παπανικόλα και «Κόκκινη Κλωστή» του Κώστα Καρτελιά. Έργα που κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και αποτέλεσαν σπουδή για μένα, μια ιδιαίτερη και πλούσια εμπειρία.

Μαρία Φαραντούρη, ερμηνέυτρια

Σπουδαίος διανοούμενος, παθιασμένος με την τέχνη, ιδιαίτερος και ξεχωριστός συνθέτης, αγαπημένος φίλος και συνεργάτης. Τον περασμένο Μάρτη κάναμε συναυλία όπου ερμήνευσα τα τραγούδια του… Σχεδίαζε κι αγωνιούσε. Ήθελε να κάνουμε κι άλλα έργα του. Έφυγε για πάντα. Θα μας λείψεις Μιχάλη.

Βασίλης Γισδάκης, ερμηνευτής

Είναι πολύ άχαρο να γράφουμε συνεχώς για θανάτους. Αλλά θα ήταν άδικο να μην γραφεί κάτι για τον Μιχάλη Γρηγορίου, αυτόν τον εξαιρετικό μουσικό, συνθέτη και σεμνό αριστερό άνθρωπο που έφυγε το Σάββατο 11 Οκτωβρίου. Ας μιλήσουν για αυτόν περισσότερο και άλλοι, περισσότερο γνώστες. Εγώ θα θυμάμαι την μουσική του για το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Καρυπίδη “συνομιλώντας με συντριμμένα πράγματα” για την Χιλή του Αλιέντε, που το είχε προσφέρει σε dvd η «Αυγή» πριν αρκετά χρόνια, τον καιρό της ελπίδας. Και βέβαια τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», αυτή την αριστουργηματική μελοποίηση της ποίησης του Άρη Αλεξάνδρου που κυκλοφόρησε το 1977 με ερμηνευτές την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά. Αντίο Μιχάλη

Βασίλης Παπαστεργίου, δικηγόρος

Τον Μιχάλη Γρηγορίου που έφυγε χθες ξαφνικά από τη ζωή, τον συνάντησα από κοντά πριν από δώδεκα περίπου χρόνια. Μου τον γνώρισε η Μαρία Φαραντούρη στην «Κόκκινη Κλωστή» του Κώστα Καρτελιά στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου, αγαπημένο στέκι όλων εκείνο τον καιρό. Όχι μόνο ένας πολύ σημαντικός μουσικός δημιουργός και διανοητής της τέχνης του αλλά κι ένας ευγενής και μαχητικός ιδεολόγος της Αριστεράς, απόλυτα συνεπής στη ζωή με τη σκέψη του και την αισθητική του. Μελοποίησε τότε έξι ποιήματα του Κώστα Καρτελιά, που μαζί με τρία ορχηστρικά του θέματα, κυκλοφόρησαν σε cd με γενικό τίτλο «Κόκκινη κλωστή». Τα τραγούδησαν η Μαρία Φαραντούρη και ο Δώρος Δημοσθένους.

Ανδρέας Μαράτος, ζωγράφος , συγγραφέας.

Χαιρετώ τον Μιχάλη Γρηγορίου με μεγάλη θλίψη. Ο κόσμος της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας όντως νιώθει και γίνεται φτωχότερος, χάνοντας ένα ουσιαστικό, ταλαντούχο μέλος του, έναν δημιουργό σεμνό και ευαίσθητο που είχε ακόμη να προσφέρει πολλά. Τον Μιχάλη Γρηγορίου δυστυχώς δεν τον γνώρισα προσωπικά – δική μου υπαιτιότητα – και πάνω που φαινότανε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί, αδόκητα και άδικα αποχώρισε απ’ τη ζωή. Ένας καλλιτέχνης με ένα μεγάλο και ευρύ έργο που αντανακλούσε τις αισθητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις της γενιάς του είτε αυτό αφορούσε μελοποιήσεις ποιητών της Αριστεράς όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, είτε την υιοθέτηση και συνειδητή χρήση νέων μουσικών συσκευών όπως τα συνθεσάιζερς («συνθετητές») στη μουσική πράξη, χρήση όμως θεωρητικά πλήρως αιτιολογημένη. Και μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφου και άλλες επιπλέον μελοποιήσεις, ενώ ταυτόχρονα παρήγαγε και θεωρητικό – αισθητικό έργο έχοντας απλωθεί όχι μόνο στην μουσική θεωρία και πράξη αλλά και στην αισθητική εποπτεία. Καλλιτέχνης σεμνός, πραγματικός εργάτης του ήχου και του λόγου. Οι μελοποιήσεις του, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στον παραδοσιακό ελληνότροπο ήχο (λαϊκοί δρόμοι κλπ), αναδεικνύουν τον ποιητικό λόγο με έναν πιο ήρεμο και στοχαστικό τρόπο. Τι να πει κανείς για τον – μεταξύ άλλων – υπαρξιακό ρεμβασμό των «Αποχαιρετισμών της θάλασσας», τη φωνητική ευωχία της «Σκοτεινής πράξης», ή την ευφρόσυνη μελαγχολία του «Μπλε». Από συνθετικής πλευράς αφομοιωμένες κλασικές αρμονίες και μορφολογίες (ο ίδιος λάτρευε τον Σούμαν) διανθίζονται από ατονικά στοιχεία και κλάστερ.  Καλό κατευόδιο Μιχάλη Γρηγορίου, τώρα πια «δική σου η άσπρη θάλασσα, δική σου η σκούρα θάλασσα» (Τάκης Σινόπουλος).

Αιμίλιος Πολίτης, συνθέτης, εκπαιδευτικός