Φωτογραφία: Engin Akyurt / Pexels
Παρόλο που η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλές προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στη στενότερη γεωγραφική μας περιοχή, επιμένει να ασχολείται με ένα παραδοσιακό και, μοιραία, άγονο τρόπο με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όχι ουσιαστικά και προωθητικά, αλλά στο επίπεδο εντυπώσεων.
Ακύρωση συνάντησης με Μητσοτάκη
Με αυτόν τον παιδαριώδη και πρωτόλειο τρόπο αντιμετωπίστηκε και η ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.
Παρόλο που δεν αναμενόταν τίποτα ενδιαφέρον από την εν λόγω συνάντηση –στη πλειονότητά τους ανάλογες συναντήσεις είναι μάλλον εθιμοτυπικού χαρακτήρα επιβεβαίωσης ήρεμων σχέσεων– η ακύρωσή της, με πρωτοβουλία του τούρκου προέδρου, έτρωσε το ελληνικό γόητρο.
Η διαχείριση της ακύρωσης από τον τουρκικό Τύπο επέτεινε και καλλιέργησε αυτό το κλίμα ματαίωσης και επιβεβαίωσε ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν διαθέτει την πολιτική βούληση να αγγίξει, πόσο μάλλον να κάνει ουσιαστικά βήματα διευθέτησης, των επίδικων των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η τουρκική εφημερίδα Milliyet, στις 23 τρέχοντος, σημείωνε εμφατικά και με περίσσεια ειρωνεία, ότι όταν το 2022 προσεκλήθη ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μιλήσει ενώπιον της Γερουσίας, το γεγονός της μη ανάλογης μεταχείρισης της Τουρκίας από τον Μπάιντεν δεν θορύβησε την εγχώρια διπλωματία, για να προσθέσει σκωπτικά ότι αν ο έλληνας πρωθυπουργός ανάλωσε αυτή την ευκαιρία στο «Δώστε μας το F-35, μην πουλήσετε το F-16 στην Τουρκία» και όχι στην καλλιέργεια και προαγωγή των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, δεν είναι ένα τουρκικό πρόβλημα, κόστισε όμως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δύο χρόνια αφωνίας και πλήρους απουσίας διαλόγου. Η Ελλάδα, καταλήγει το άρθρο, βιώνει είτε τις νίκες της, είτε τις ήττες της αποκλειστικά μέσω της Τουρκίας.
Σίγουρο είναι ότι, στην παρούσα φάση, τα ελληνοτουρκικά δεν απασχολούν ιδιαίτερα τον τούρκο πρόεδρο: στις αποσκευές του στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν είχε άλλα ζητήματα να κουβαλήσει, τα οποία η τουρκική διπλωματία ιεραρχεί με την εξής σειρά: εδαφική ακεραιότητα της Συρίας, ισραηλινός επεκτατισμός και ο κίνδυνος σύγκρουσης.
Εσωτερικά προβλήματα
Παράλληλα, είναι κοινό μυστικό ότι ο τούρκος πρόεδρος αντιμετωπίζει πολλές εσωτερικές προκλήσεις: πρωτίστως στοχεύει σε μια τρίτη θητεία το 2028. Για να το πετύχει αυτό, θα πρέπει να προβεί σε περαιτέρω αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά και να σφυρηλατήσει πολιτικές συμμαχίες. Μένει να δούμε αν είναι έτοιμος να περιορίσει τον αυταρχισμό του και να κερδίσει τους κούρδους ψηφοφόρους σε μια εποχή που το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) αποφάσισε να αυτοδιαλυθεί και να καταθέσει τα όπλα του.
Να απευθυνθεί στους πολιτικούς του αντιπάλους ή να συνεχίσει να τους διώκει: αυτό είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τους τελευταίους μήνες, η δεύτερη επιλογή φαίνεται να επικρατεί, με τη σύλληψη στις 19 Μαρτίου του Εκρέμ Ιμάμογλου, μέλους του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και πολύ δημοφιλούς δημάρχου της Κωνσταντινούπολης. Με τις κατηγορίες για «διαφθορά, δημιουργία και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης», καθώς και «υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος», ήδη του έχει αφαιρεθεί πρωτοδίκως το πανεπιστημιακό του πτυχίο που είχε αποκτήσει πριν από τριάντα χρόνια. Η φυλάκισή του πυροδότησε διαδηλώσεις, οι οποίες κατεστάλησαν βιαίως, σε όλη τη χώρα, όχι μόνο σε περιοχές όπου το CHP έχει την πλειοψηφία, αλλά και σε παραδοσιακά κέντρα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν.
Η, εκ νέου, τροποποίηση του τουρκικού Συντάγματος δεν θα είναι μία απλή υπόθεση: το Σύνταγμα οφείλει να τροποποιηθεί από την τουρκική Εθνοσυνέλευσης.
Μια πρώτη λύση θα ήταν η επίτευξη της συμφωνίας των τριών πέμπτων της Βουλής (360 βουλευτές). Ωστόσο, στις βουλευτικές εκλογές του 2023, οι οποίες έλαβαν χώρα ταυτόχρονα με τις προεδρικές εκλογές, το ΑΚΡ έχασε έδαφος, λαμβάνοντας μόνο 267 έδρες από τις 600 που αποτελούν το κοινοβούλιο, ενώ ο ακροδεξιός σύμμαχός του, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), κέρδισε μόνο 50. Το σύνολο επομένως δεν επαρκεί για να φτάσει το όριο των 360.
Τον περασμένο Ιούλιο, ο κύριος πολιτικός σύμμαχος του Ερντογάν, ο εθνικιστής Ντεβλέτ Μπαχτσέλι, έκανε μία αναπάντεχη κίνηση, προτείνοντας να ανατεθούν υψηλές κυβερνητικές θέσεις, έως και η αντιπροεδρία, σε μέλη των κουρδικών και αλεβίτικων μειονοτήτων της χώρας.
Μέχρι πριν από δύο χρόνια, ο Ερντογάν επέστησε την προσοχή στο αλεβίτικο υπόβαθρο του υποψηφίου της αντιπολίτευσης για την προεδρία Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου και ισχυρίστηκε επίσης ότι το CHP είχε δεσμούς με την κουρδική αυτονομιστική οργάνωση PKK, σε μια προσπάθεια να συσπειρώσει τους εθνικιστές και θρησκευόμενους ψηφοφόρους.
Η πρόταση του Μπαχτσέλι εντάσσεται στο πλαίσιο των ευρύτερων προσπαθειών του για την ανεύρεση συμμάχων, ώστε ο Ερντοάν να βρεθεί σε μία τρίτη προεδρική θητεία.
Η εξασφάλιση της υποστήριξης του φιλοκουρδικού κόμματος DEM, το οποίο διαθέτει 56 έδρες στο κοινοβούλιο, θα μπορούσε να βοηθήσει τον Ερντογάν και το MHP του Μπαχτσελί να φτάσουν το όριο που απαιτείται για την τροποποίηση του Συντάγματος.
Το Κυπριακό
Το Κυπριακό δεν μπορεί να μείνει εκτός της εξίσωσης: στις 19 Οκτωβρίου θα διεξαχθούν «προεδρικές εκλογές» στα Κατεχόμενα, όπου για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλά χρόνια, για λόγους που πρέπει να αναλύσουμε διεξοδικά με άλλη ευκαιρία, η ανάμειξη της Τουρκίας είναι υποτονική. Παρόλο που οι δημοσκοπήσεις είναι πολύ ευνοϊκές για τον αντικυβερνητικό συνασπισμό υπό τον ηγέτη του PTK, Τουφάν Ερχιουρμάν, φέροντάς τον κοντά στο να κερδίζει τις «εκλογές» από τον πρώτο κιόλας γύρο, προσωπικά, θεωρώ πολύ πρόωρο το να προδιαγράψουμε την εκλογική ήττα του Ερσίν Τατάρ, καθώς ο πολιτικός χάρτης των Κατεχομένων είναι ιδιόμορφος και το εκλογικό σώμα επηρεάζεται από πληθώρα παραγόντων.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οφείλουν να εξετάζονται διμερώς, αλλά πρέπει και να ιδωθούν και υπό το πρίσμα των γενικότερων εξελίξεων στον χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με τη γενοκτονία στη Γάζα να συνεχίζεται. Είναι σαφές ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος, με όλες τις αστοχίες και παλινωδίες του, οφείλει να εμβαθύνει και να καταλήξει είτε σε επίπεδο διμερές είτε στο Δικαστήριο της Χάγης. Η πληθώρα των γεγονότων στην περιοχή μας είναι σαφές ότι δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε κωλυσιεργία.





