Όταν τους απονεμήθηκε το ειδικό βραβείο κριτικής επιτροπής για το ντοκιμαντέρ ΝΑΖΑ και ύστερα από το τιμητικό 25λεπτο χειροκρότημα που ακολούθησε, ο Γιουβάλ Αβραάμ και η Ραχήλ Σορ δήλωσαν στο φεστιβάλ της Βενετίας: «Πιστεύουμε πως η άρνηση των εγκλημάτων είναι εκείνη που τους επιτρέπει να διαιωνίζονται». Το ντοκιμαντέρ αποτελεί το δεύτερο σκηνοθετικό έργο των δύο δημοσιογράφων, με προηγούμενο το πολυβραβευμένο No Other Land (2024), και στηρίζεται σε μαρτυρίες εικοσιτεσσάρων ισραηλινών στρατιωτικών και αξιωματικών μυστικών υπηρεσιών για τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την επιλογή, τον εντοπισμό και κατόπιν, τον βομβαρδισμό στόχων στη λωρίδα της Γάζας από τον IDF.

Η ΑΙ που σκοτώνει

Η ταινία, γυρισμένη νύχτα σε ταράτσες χρησιμοποιεί ως σκηνικό το αστικό τοπίο του Τελ Αβίβ, αποτυπώνοντας, σύμφωνα με τη Σορ, την εικόνα μιας πόλης που συνεχίζει να απολαμβάνει την καθημερινότητα και τη νυχτερινή ζωή της. Η παράδοξη αυτή κανονικότητα επιλέγεται εδώ ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο περιγράφονται τα στρατιωτικά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης με τα ανατριχιαστικά ονόματα «Λεβάντα» και «Που είναι ο Μπαμπάκας;». Οι λεπτομερείς αφηγήσεις των χειριστών διαμορφώνουν σταδιακά μια ξεκάθαρη εικόνα του ναζιστικού μηχανισμού εξόντωσης και του συστήματος που κρύβεται πίσω από την προσπάθεια απαλοιφής ενός ολόκληρου πληθυσμού. Όπως γίνεται σαφές από νωρίς, η πρόφαση εύρεσης και εκτέλεσης ενός μέλους της Χαμάς δικαιολογεί την θανάτωση πολλών ακόμα ανθρώπων, οι ζωές των οποίων θεωρούνται για τους στρατιωτικούς μηχανισμούς «παράπλευρες απώλειες» (ή αλλιώς ΝΑΖΑ).

Όταν ο Γιουβάλ Αβραάμ ρωτάει έναν από τους συνεντευξιαζόμενους  εάν υπάρχει κάποια διάκριση ανάμεσα στα πρόσωπα που αποτελούν τις παράπλευρες αυτές απώλειες, ανάλογα με το αν πρόκειται για παράδειγμα για παιδιά ή ενήλικες, η απάντηση είναι αρνητική. Ο βομβαρδισμός της οικογενειακής εστίας κατά τις ώρες που οι στόχοι κοιμούνται για λόγους ευκολίας, η αδιαφορία προς τις ταυτότητες των θυμάτων και οι  δυσανάλογα υψηλοί αριθμοί των ατόμων που χαρακτηρίζονται ως ΝΑΖΑ μάς βοηθάει να διακρίνουμε ένα ξεκάθαρο μοτίβο απανθρωποποίησης. «Δεν γνωρίζουμε πόσοι είναι στην πραγματικότητα τελικά νεκροί αλλά μια φορά εγκρίθηκε ο θάνατος 500 ΝΑΖΑ για έναν και μόνο ανθρώπινο στόχο», καταγγέλλει ένας από τους μάρτυρες. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το σύστημα, όργανα του οποίου επιτέλεσαν οι συνεντευξιαζόμενοι, προσφέρει μια ακόμα σημαντική πληροφορία για τον τρόπο λειτουργίας του IDF: «Ο καθένας», λέει ο Αβραάμ, «είχε διαφορετικό κίνητρο για να μιλήσει. Κάποιοι δεν εξέφρασαν μετάνοια, άλλοι το έκαναν. Κάποιοι μίλησαν στα εβραϊκά θέλοντας να απευθυνθούν άμεσα στο ισραηλινό κοινό και να διαπεράσουν το τείχος της αμφισβήτησης των σχετικών ειδήσεων που συναντάμε διάχυτα στην ισραηλινή κοινωνία. Κάποιοι μίλησαν με αδιαφορία, κάποιοι ακόμα μίλησαν και με ένα αίσθημα περηφάνειας για εκείνο που θεωρούσαν προσωπικό εργασιακό τους επίτευγμα».

Οι αντιδράσεις

Οι αντιδράσεις από πλευράς κράτους και στρατού δεν άργησαν προφανώς έρθουν. Μόλις η ταινία έκανε πρεμιέρα στη Βενετία ο ισραηλινός υπουργός πολιτισμού Μίκι Ζοχάρ ζήτησε την αφαίρεση υπηκοότητας των σκηνοθετών, ενώ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου σε δήλωσή του ανέφερε ότι το ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα από τα τρία περιστατικά που έβλαψαν τρομερά το ισραηλινό κράτος και τους στρατιώτες του IDF, μαζί με τις δηλώσεις του βουλευτή Γαϊρ Γκολάν περί μαζικών δολοφονιών παιδιών και τα βίντεο βιασμών Παλαιστινίων κρατουμένων που δημοσιεύτηκαν από την Στρατιωτική Εισαγγελία. Καθώς το παρόν νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει την στέρηση υπηκοότητας μόνο σε περιπτώσεις που αυτή έχει αποδοθεί παράτυπα ή σύμφωνα με τον αντιτρομοκρατικό νόμο, ο πρωθυπουργός εισηγήθηκε τη θέσπιση νομοθεσίας βάσει της οποίας η υπηκοότητα θα αφαιρείται από όσους δυσφημούν τους στρατιώτες του IDF και θα αυξηθούν τα αντίστοιχα πρόστιμα. 

Ταυτόχρονα, το ντοκιμαντέρ προκάλεσε διαδοχικές αντιδράσεις πολιτών με επιθέσεις στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον των Αβραάμ και Σορ. Επίθεση ακροδεξιών δέχτηκαν και τα γραφεία του περιοδικού +972 όπου εργάζεται ο Γιουβάλ Αβραάμ, ενώ γκράφιτι με τα πρόσωπα των δύο σκηνοθετών ως καταδίκων «σφραγισμένα» με τη λέξη «προδότες» εμφανίστηκε στην πόλη του Ασντόντ. Παράλληλα, πληθώρα ισραηλινών μέσων, πολλά εκ των οποίων θεωρούνται mainstream ή «προοδευτικά» εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον των δύο δημοσιογράφων αμφισβητώντας τη φερεγγυότητα τους και τη γνησιότητα των προβαλλόμενων μαρτυριών. Η απόκρυψη της ταυτότητας των συνεντευξιαζόμενων αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα δημοσιογράφων, πολιτών αλλά και του ίδιου του εκπροσώπου του IDF για τη διάψευση των τεκμηρίων του ντοκιμαντέρ. Η αλλοίωση της φωνής και των προσώπων των πληροφορητών, η οποία επιτεύχθηκε με χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, είχε κριθεί απαραίτητη για την προστασία τους καθώς γνωστή είναι η μοίρα εκείνων που δημοσιοποιούν πληροφορίες για τη φύση των κατεχόμενων από το Ισραήλ όπλων, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση του Μορντεχάι Βανούνου. Η αξιοπιστία, όμως, των μαρτυριών έχει ελεγχθεί και εγκριθεί από την αγγλική εφημερίδα The Guardian που αποτελεί και τον βασικό παραγωγό του ντοκιμαντέρ.

«Ποτέ Ξανά»

Η πλειονότητα, ωστόσο, των ισραηλινών μέσων είτε αγνοεί είτε δικαιολογεί ενεργά και ενθαρρύνει τις μαζικές σφαγές στη λωρίδα της Γάζας. Το ντοκιμαντέρ είναι αποτέλεσμα έρευνας και δουλειάς τριών περίπου χρόνων και βασίζεται σε δεδομένα που έχουν ήδη δημοσιευτεί τόσο από Ισραηλινούς όσο και Παλαιστινίους δημοσιογράφους. Ο στόχος, λοιπόν, της Σορ και του Αβραάμ ήταν «η κατάργηση της Ζώνης του Λυκόφωτος ανάμεσα στην γνώση και την άγνοια και τη δυνατότητα να μπορεί κανείς να παραμένει σιωπηλός και να αρνείται αυτό που συμβαίνει». Πρόθεσή τους δεν ήταν η κατασκευή ενός αφηγήματος παραγμένου από τις ατομικές ιστορίες, τα βιώματα και τα συναισθήματα των συνεντευξιαζόμενων, αλλά η ανάδειξη του γενοκτονικού συστήματος μέσα από τις μαρτυρίες των ίδιων του των οργάνων. Εμπνευσμένος από την ταινία Ζώνη Ενδιαφέροντος του Τζόναθαν Γκλέιζερ, παραγωγού του ΝΑΖΑ, ο Αβραάμ σχολίασε πως: «κατά τη διάρκεια της ταινίας τα θύματα βρίσκονται εκτός του φιλμικού κάδρου, εκτός του οπτικού μας πεδίου. Αλλά δε φεύγουν ποτέ από τη σκέψη μας. Θεωρήσαμε λοιπόν, ότι με το να εστιάσουμε υπερβολικά στα αισθήματα μεταμέλειας και στις τύψεις των συνεντευξιαζόμενων θα ξεφεύγαμε από τον πυρήνα του ντοκιμαντέρ, το καθεστώς, δηλαδή, που προκάλεσε τις σφαγές δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων και του κόσμου που επέτρεψε να συμβεί. […] Για εμένα όταν λέμε «ποτέ ξανά», όταν λέμε πως θέλουμε να μάθουμε από το παρελθόν και το τι συνέβη στο Ολοκαύτωμα, ο τρόπος να συμβεί αυτό είναι να σκεφτούμε μοτίβα τα οποία συνεχίζουν να εφαρμόζονται στο παρόν, προκειμένου να μπορούν αυτές οι ιστορίες να έχουν συνάφεια με τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Χωρίς να σημαίνει ότι μιλάμε για δύο ολόιδιες περιπτώσεις, δεν πιστεύω πως είναι ολόιδιες, νομίζω όμως, ότι πρέπει να διακρίνουμε και να μιλάμε για παρόμοια μοτίβα απανθρωποποίησης. […] Πιστεύω ότι με τη δουλειά μας σεβόμαστε τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, επειδή εντοπίζουμε ό,τι έχει απομείνει από αυτό και διαμορφώνει την τωρινή μας πραγματικότητα».