Η Πέτη Πέρκα ανέλαβε τελικά νέα επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Αριστεράς την εβδομάδα που πέρασε, μετά από την παραίτηση Χαρίτση από την προεδρία, ενώ το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποφασιστεί και ποιο πρόσωπο θα αντικαταστήσει τη βουλεύτρια Φλώρινας ως εκπρόσωπο Τύπου.

Οι ανακατατάξεις που επέφερε η παραίτηση του Αλέξη Χαρίτση συνεχίζονται στα όργανα του κόμματος, με κάποια (λίγα προς το παρόν) στελέχη που ανήκουν στη μειοψηφική τάση της ΝεΑρ είτε να παραιτούνται των θέσεων ευθύνης που κατείχαν, ή και να αποχωρούν από το κόμμα. Πχ ο Νίκος Σαραντάκος μέσω ανάρτησής του στο facebook γνωστοποίησε την αποχώρησή του με αφορμή (προφανώς όχι και αιτία) την παραχώρηση συνέντευξης του γραμματέα Γαβριήλ Σακελλαρίδη στην εφημερίδα Documento. Την παραίτησή τους από την Κεντρική Επιτροπή λόγω διαφωνίας με την πολιτική στρατηγική του κόμματος όσον αφορά τις συμμαχίες κατέθεσαν ο Γιώργος Πετρόπουλος και Διονύσης Τραυλός, ενώ από επικεφαλής του Οργανωτικού Γραφείου, όχι όμως από μέλος του Πολιτικού Γραφείου, παραιτήθηκε η Μαρία Βαμβουρέλλη. Σημειώνεται πως στο Οργανωτικό αναμένονταν ούτως ή άλλως να γίνουν αλλαγές – αναπληρώσεις, καθώς σε αυτό ανήκαν και πρόσωπα από την «ομάδα Μπίστη» που είχαν αποχωρήσει αμέσως μετά το διαρκές προγραμματικό συνέδριο.

Αυτών των αποχωρήσεων είχε προηγηθεί η διήμερη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το περασμένο Σαββατοκύριακο, στην οποία καταγράφηκαν πιο οξυμένες τοποθετήσεις απ’ ό,τι συνήθως, καθώς ξεδιπλώθηκαν πια πιο σαφώς οι δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για την πορεία του κόμματος.

Πιο συγκεκριμένα, η εισήγηση του Πολιτικού Γραφείου, η οποία ψηφίστηκε με 73 ψήφους υπέρ και 41 κατά (υπήρξαν 3 λευκά, όπως και κάποιες δικαιολογημένες απουσίες), μεταξύ άλλων επεσήμανε πως «Η Νέα Αριστερά μέσα από τη γραμμή της δημιουργίας ενός “προοδευτικού πόλου” σπατάλησε πολύτιμο πολιτικό χρόνο και κεφάλαιο, θόλωσε το πολιτικό της στίγμα και κυρίως έδωσε την εντύπωση ενός κόμματος με ημερομηνία λήξης, πριν από τις επικείμενες εθνικές εκλογές. Η διολίσθηση της πολιτικής γραμμής του Ιδρυτικού Συνεδρίου, από ένα λαϊκό μέτωπο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ισχυρή παρουσία της Αριστεράς, κατέληξε στην εκφώνηση για διαμόρφωση “ενιαίων προοδευτικών ψηφοδελτίων” με “μίνιμουμ πρόγραμμα”, που θα απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να συμμετέχουν».

Αναγνωρίζοντας πως η εκλογική αποτύπωση του κόμματος κάθε άλλο παρά ρόδινη είναι, η εισήγηση/απόφαση υπογράμμιζε πως προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα ανατροπής αυτής της κατάστασης, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και να οριοθετηθεί το πολιτικό στίγμα και η ταυτότητα της ΝεΑρ, με πολιτική και οργανωτική ενίσχυση του κόμματος, εκστρατείες προβολής των προγραμματικών θέσεων, κοινωνική γείωση κ.ά, ξεκαθαρίζοντας πως «δεν μας ενδιαφέρουν κεντρώα και κεντροαριστερά σενάρια, ούτε η διάχυση σε μία θολή “προοδευτική” παράταξη», ενώ απευθύνει «μετωπικό κάλεσμα για ενότητα και αγώνα στις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, τα κοινωνικά κινήματα και στον κόσμο της αποχής».

Από την άλλη, στην τοποθέτηση του Αλέξη Χαρίτση, όπως και άλλων στελεχών από τη μειοψηφική τάση, τονίστηκε πως «η γραμμή δεν “διολίσθησε”, όπως αναφέρει η εισήγηση. Η γραμμή παρέμεινε αυτή που ψηφίστηκε στο συνέδριο: η συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου με προγραμματικές προϋποθέσεις, με σαφή αριστερό χαρακτήρα και με στόχο τη διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής της Αριστεράς», προσάπτοντας στο Πολιτικό Γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή επανερμηνεία και διολίσθηση από αυτή τη γραμμή και θέτοντας δύο βασικά ερωτήματα: «Θέλουμε αυτόνομη πορεία ή συμμαχική στρατηγική και ευρύτερο πόλο; Αν, ναι με ποια ή ποιες πολιτικές δυνάμεις; Για τις εκλογές του 2027, θέλουμε εκλογική καταγραφή ή πολιτική ανατροπή;», με τον απερχόμενο πρόεδρο να προκρίνει πως «η Νέα Αριστερά αλλά και η Αριστερά στο σύνολό της, ακριβώς για να μην έχει ημερομηνία λήξης, οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο της Ισπανίας. Τον δρόμο των προγραμματικών συγκλίσεων και των πολιτικών συνεργασιών με στόχο την πολιτική αλλαγή».

Προς το παρόν, όμως, απ’ ό,τι φάνηκε και από τη συνέντευξη του Α. Τσίπρα στον Ν. Χατζηνικολάου την Πέμπτη 2/4, το κύριο σενάριο που προσφέρεται για τον ευρύτερο λεγόμενο «προοδευτικό» χώρο δεν είναι αυτό της συνεργασίας κομμάτων, αλλά της προσχώρησης σε κοινό σχήμα, με σημαντικό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ να είναι έτοιμο να αποδεχτεί κάτι τέτοιο – ενώ και εκ του ΠΑΣΟΚ προβάλλεται η ίδια «πρόσκληση» για τη δική του παράταξη.

Ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να πήρε αποστάσεις από την προτροπή του Γ. Βασιλειάδη για αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ προκειμένου να δημιουργηθεί το νέο σχήμα, λέγοντας πως ο ίδιος δεν έχει τέτοιο αίτημα, τόνισε όμως πως «δεν είμαστε στη φάση της πρόσθεσης, αλλά του πολλαπλασιασμού δυνάμεων», γιατί αλλιώς «φθορά συν φθορά μας κάνει ίσον φθορά», καταλήγοντας δηλαδή εν πολλοίς στο ίδιο συμπέρασμα.

Η απάντηση, πάντως, της Νέας Αριστεράς στον Γ. Βασιλειάδη είχε έρθει σε υψηλούς τόνους, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων πως «Ας συνεννοηθούν στην Αμαλίας ποιους θέλουν στον εξώστη και ποιους θέλουν να διαλύσουν. Αν η κεντροαριστερά μπορεί να συγκυβερνήσει με τη Δεξιά, όπως εισηγείται ο Γιώργος Σιακαντάρης, συντονιστής της ομάδας εργασίας του Ινστιτούτου, ας επανέλθουν με νέα πρόταση όταν θα είναι έτοιμοι. Μέχρι τότε, λίγη σοβαρότητα δεν βλάπτει».

Φωτογραφία: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi