Η νέα σας ταινία «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» έχει θέμα μια απρόσμενη εγκυμοσύνη και την κρίση ταυτότητας της υποψήφιας μητέρας. Ένα θέμα πολύ διαφορετικό από τα «Καλάβρυτα 1943» και όχι αναμενόμενο για έναν άνδρα σκηνοθέτη. Τι σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή;
Η αλήθεια είναι ότι προσπαθούσαμε να βρούμε χρηματοδότηση για μια άλλη ταινία με τον Τάσο Κορωνάκη και τη Μαρία Αποστολακέα, αλλά δεν προχώρησε. Κάποια στιγμή είπα ότι θα γράψω μια ταινία που μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας, με ό,τι έχουμε. Από την αρχή ήξερα ότι η Μαρία θα είναι η πρωταγωνίστρια. Είναι φίλη και πολύ στενή συνεργάτιδα. Μέσα από συζητήσεις μαζί της αλλά και με άλλους φίλους και φίλες, και σε συνδυασμό με τα δικά μου βιώματα ως πατέρας, άρχισε να διαμορφώνεται η ιστορία. Παράλληλα, έβλεπα τι συμβαίνει στην Αμερική, όπου υπάρχει μια οπισθοδρόμηση στο δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της. Θυμήθηκα και το βιβλίο του Μάικλ Κράιτον A Case of Need, που πραγματεύεται το ζήτημα της άμβλωσης και του ρατσισμού στην Αμερική του 1960. Όλα αυτά κάπως ενώθηκαν. Στα «Καλάβρυτα» ήμουν μόνο σκηνοθέτης, ενώ εδώ έγραψα και το σενάριο. Θέλαμε με τη Μαρία, που είχε πολύ ουσιαστική συμβολή και στο γράψιμο, να κάνουμε μια ταινία ανθρώπινη και αληθινή. Μια ταινία χωρίς μιζέρια, όπου οι χαρακτήρες μιλούν, όπως μιλάμε και εμείς. Και ευτυχώς ο Τάσος κατάφερε να βρει ένα μικρό budget και η ταινία έγινε με πολλή αγάπη.
Ποια γυναικεία «φαίνεσθαι» εξακολουθούν να απαιτούνται από την ελληνική κοινωνία; Έχει αλλάξει η κατάσταση τα τελευταία χρόνια;
Μπορώ να το απαντήσω μέχρι ένα σημείο, γιατί το βλέπω από αντρική σκοπιά. Σίγουρα όμως μια βασική προσδοκία είναι το να κάνει μια γυναίκα παιδί. Δεν είναι ακόμη απολύτως αποδεκτό να μην το θέλει. Συχνά αντιμετωπίζεται σαν κάτι παράξενο. Υπάρχει ακόμη η αντίληψη ότι μια γυναίκα πρέπει να βρει έναν σύντροφο, να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Τα πράγματα αλλάζουν, κυρίως γιατί οι άνθρωποι ταξιδεύουν περισσότερο και βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά. Από την άλλη, στην Ελλάδα η οικογένεια παραμένει πολύ ισχυρός θεσμός και αυτό είναι κάτι θετικό που δεν πρέπει να χαθεί. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι η μορφή της. Μπορεί να είναι μια οικογένεια χωρισμένων, μια ΛΟΑΤΚΙ οικογένεια ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα πέρα από το παραδοσιακό. Το βασικό είναι να υπάρχει αγάπη και σεβασμός.
Η ταινία έχει και στοιχεία χιούμορ. Υπήρχαν στο σενάριο ή προέκυψαν στην πορεία;
Υπήρχαν, αλλά εμπλουτίστηκαν μέσα από τις πρόβες και τα γυρίσματα. Η ζωή δεν είναι μονοδιάστατη. Έχει και χιούμορ και δυσκολίες και συγκίνηση. Αυτό θέλαμε να αποτυπώσουμε. Έχοντας μεγαλώσει στην Αγγλία, πάντα μου άρεσε ο τρόπος που οι Άγγλοι βλέπουν τη ζωή με χιούμορ. Κάτι αντίστοιχο υπάρχει και εδώ, απλώς στην Ελλάδα έχουμε και μεγαλύτερη έλξη προς το δράμα.
Πόσο δύσκολο είναι να κάνει κανείς σινεμά στην Ελλάδα σήμερα;
Είναι πολύ δύσκολο. Δεν υπάρχει εύκολη ιδιωτική χρηματοδότηση, οπότε βασίζεσαι κυρίως σε φορείς όπως το ΕΚΚΟΜΕΔ, η ΕΡΤ ή κάποιες πλατφόρμες. Ευτυχώς που υπάρχουν, αλλά τα ποσά είναι περιορισμένα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που δημιουργήθηκε το κίνημα Ορατότης Μηδέν, για να πιεστεί το κράτος προς μεγαλύτερη στήριξη. Πολλοί θεωρούν ότι υπάρχει χρήμα στον κινηματογράφο, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γίνεται πλούσιος από αυτό στην Ελλάδα και δύσκολα μπορεί να ζήσει αποκλειστικά από το σινεμά. Ταυτόχρονα, έχει μειωθεί και η προσέλευση του κοινού στις αίθουσες, λόγω των πλατφορμών. Στο Παρίσι, για παράδειγμα, υπάρχει μια κάρτα με περίπου 20 ευρώ τον μήνα που σου επιτρέπει να βλέπεις όσες ταινίες θέλεις. Θα μπορούσε να υπάρξει κάτι αντίστοιχο και εδώ, έστω πιλοτικά. Από την άλλη, έχουμε και εμείς ευθύνη ως δημιουργοί να κάνουμε ταινίες που να επικοινωνούν με το κοινό. Είναι μια ισορροπία που πρέπει να βρεθεί.





