«Είπες εδώ και χρόνια: “Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.  Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.» Αυτά γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στην τελευταία του ποιητική συλλογή περιγράφοντας τη σημασία του φωτός ως κεντρικού συμβόλου, ως πυρήνα μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας που λίγο πολύ θα διαμορφώσει έως και σήμερα την αυτοεικόνα που κουβαλούμε για την ελληνικότητα. Γιατί αν η θεωρία των τρισχιλιετών Ελλήνων πέθανε κάπου μαζί με τη Μεγάλη Ιδέα, η εθνική αφήγηση που την αντικατέστησε επιβιώνει ακόμη. Η περιγραφή της ελληνικότητας, διατυπωμένη ποιητικά αλλά και δοκιμιακά από τη γενιά του 1930 προσπάθησε να ανασυνθέσει την ταυτότητα βασισμένη σε αρχετυπικά στοιχεία, σε απλά υλικά. Το φως, η θάλασσα, ο στενός τόπος, η δικαιοσύνη, το παρελθόν όχι τόσο ως κληρονομιά αλλά ως νοσταλγία του άπιαστου, η παράδοση όχι ως πραγματικότητα αλλά ως ανασύνθεση ενός υπόγειου συνεχούς.

Μέσα στην αφήγηση αυτή που επιβιώνει (αφού δεν έχουμε εφεύρει ακόμη μια καλύτερη ή έστω πιο πειστική) το φως βρίσκεται στο κέντρο. Στις δοκιμές του, ο Σεφέρης μιλάει για το φως αυτό, για τον τρόπο που πέφτει πάνω στους ανθρώπους της Ελλάδας και τους εξημερώνει, για τον τρόπο που ορίζει τις ζωές τους. Μαζί και ο Οδυσσέας Ελύτης με το φως ως κεντρικό στοιχείο, λέξη επαναλαμβανόμενη που κουβαλά διαφορετικά φορτία από τον Όμηρο στο Βυζάντιο και από εκεί στην γεωγραφία του Αιγαίου και τον σουρεαλισμό. Άκτιστο φως, ηλιοκεντρική φιλοσοφία, μεταφυσική του φωτός. Στα δοκίμιά του, ο Ελύτης αποδομεί την άποψη ότι το μεσογειακό φως είναι κάτι το «ανώδυνο» ή απλά διακοσμητικό. Για τον ίδιο, το φως ταυτίζεται με την αλήθεια, τη διαφάνεια και την ηθική συνείδηση του ελληνισμού.

Τη θέση αυτή δεν την νιώθω. Από την άλλη την σκέφτομαι συχνά. Σε αναγνώσεις, σε λεπτομέρειες που αναδύονται μέσα σε απλά ταξίδια, σε σημεία του συλλογικού βίου. Η ελληνικότητα δεν με συγκινεί. Δεν νιώθω πως καλύπτει ή επεξηγεί τη δική μου ταυτότητα παρόλο που σίγουρα παίζει έναν ρόλο στη διαμόρφωσή της. Από την άλλη, τελευταία όλο και σκέφτομαι αυτό το φως. Αυτό το πρωταρχικό και αρχετυπικό κομμάτι, το στοιχείο ως πυρήνα μιας αφήγησης. Είναι άραγε το ίδιο φως; Αυτό το μπουκωμένο επιθετικό φως που βιώνουμε ενώ οι εποχές έχουν γυρίσει ανάποδα, ενώ η χώρα σαπίζει από το ίδιο της το περίσσευμα, ενώ όλα αλλάζουν. Είναι αυτό το Αττικό φως, το φως της θάλασσας, το φως των νησιών; υπάρχει χώρος σε αυτή την παράφραση να βρεθεί μια παλαιά κυριολεξία (έστω και ποιητική κυριολεξία;).

Όχι αυτό το φως δεν είναι το ίδιο φως. Είναι ένα κατεστραμμένο, ένα νοθευμένο φως. Μπουκωμένο με αφρικανική σκόνη και μόλυνση. Φιλτραρισμένο από καιρικές αλλαγές και μεταβολές. Έντονο, σχεδόν έξαλλο στη σφοδρότητά του που ακουμπά τους 40 βαθμούς. Το φως αλλάζει. Το βλέμμα αλλάζει. Και η ποιητική αφήγηση του παρελθόντος μετατοπίζεται σε κάτι που δεν βγάζει πια νόημα. Το δικό μας φως είναι εισαγωγής. Οι λάμπες της πόλης διώχνουν τα αστέρια, το φως των κινητών κλέβουν τα πρόσωπά μας στο σκοτάδι. Και οποιαδήποτε ηθική, οποιαδήποτε αντίληψη για τον άνθρωπο μετατοπίζεται ταυτόχρονα. Το δικό μας φως είναι νοθευμένο. Όπως οι τρόποι μας, όπως η ανεκτικότητά μας στο λάθος. Το φως, θυμίζει τους θεούς αυτούς που περιγράφει ο νομπελίστας Ντέρεκ Ουόλκοτ σε ένα ποίημα που απευθύνεται στον Γιώργο Σεφέρη: «Τρέμει το παράθυρο του ουρανού/ απ’ τα γρανάζια που στην όπισθεν σκαλώνουν, /αλλά κανένα πέτρινο κεφάλι δεν κυλά στην ώχρινη σκόνη./ Στο χώμα των νησιών μας κανείς θεός δεν θάβεται./ Μας τους ξεφόρτωσαν, Σεφέρη,/νεκρούς κατά την άφιξη.» Νεκροί θεοί, νοθευμένο φως, ένας κόσμος που πενθεί τον κόσμο που ο ίδιος κάποτε υπήρξε.

Φωτο: Pixabay