«Σήμερα δεν κινδυνεύουν μόνο οι Εβραίοι, κινδυνεύει όλος ο κόσμος»
Μπέρρυ Ναχμίας,
Ελληνίδα Εβραία επιζήσασα
του Άουσβιτς (25/10/1997)
Η 81η επέτειος απελευθέρωσης του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό, στις 27 τρέχοντος μάς δίνει την αφορμή να προβληματιστούμε σε μία σειρά από ζητήματα. Καταρχάς, από τους τίτλους και το περιεχόμενο των επετειακών άρθρων, με ελάχιστες εξαιρέσεις, λείπει ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης, ο δρων αυτής της εμβληματικής ημέρας που οδήγησε τα Ηνωμένα Έθνη να την καθιερώσουν ως ορόσημο Μνήμης αυτού που απετέλεσε τον παραλογισμό της Ιστορίας και δεν επιδέχεται καμίας σχετικοποίησης. Θα νόμιζε κανείς ότι το Άουσβιτς απελευθερώθηκε από ένα αόρατο χέρι, ο καταλυτικός ρόλος του Σοβιετικού Στρατού αποσιωπάται.
Παρατήρηση δεύτερη: στο μήνυμά της η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, δεν αναφέρεται πουθενά στον ναζισμό, στην ιδεολογία που μετέτρεψε τον αντισημιτισμό, την πλέον διαχρονική και ανθεκτική στον χρόνο μορφή ρατσισμού, σε κρατική ιδεολογία και δύναμη μαζικού αφανισμού. Θαρρείς και 6 εκατομμύρια Εβραίοι εξοντώθηκαν από την κακή ώρα, από ένα στραβοπάτημα της Ιστορίας. Όμως οι επέτειοι, αν θέλουμε να μην μετατραπούν σε μουσειακά στοιχεία, αυτή ακριβώς τη λειτουργία έχουν: να κρατούν τη μνήμη ζωντανή.
Παρατήρηση τρίτη: οι αναφορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην επέτειο αυτή από άτομα που δραστηριοποιούνται στο θέμα της συνεχιζόμενης γενοκτονίας στην Παλαιστίνη, προκάλεσε τη γνωστή, πλέον, ρητορική των τελευταίων χρόνων, η οποία συγχέει τον αντισημιτισμό με την κριτική στο κράτος του Ισραήλ και τις ασκούμενες από αυτό πολιτικές.
Όπως σημειώνει ο Ρασίντ Καλίντι, η ρητορική περί «αντισημιτισμού» λειτουργεί στον δυτικό δημόσιο λόγο ως μηχανισμός εξαγνισμού της αποικιακής βίας. Η Δύση χρησιμοποιεί την ιστορική ενοχή του Ολοκαυτώματος για να δημιουργήσει ένα καθεστώς ηθικής ασυλίας για το Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε κριτική αντιμετωπίζεται ως προσβολή της μνήμης των θυμάτων του Ναζισμού. Η πολιτική εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού, επομένως, επιτελεί μια μορφή «αντιστροφής του τραύματος»: το ιστορικό τραύμα των Εβραίων μετατρέπεται σε πολιτικό όπλο που δικαιολογεί τη σιωπή απέναντι στη παλαιστινιακή γενοκτονία. Αυτή η διαδικασία ενισχύει τον απο-πολιτισμό των Παλαιστινίων στη δημόσια σφαίρα –τους αφαιρεί τη φωνή, τους μετατρέπει σε «μη αξιόπιστους μάρτυρες».
Όμως, η αλληλεγγύη με τον παλαιστινιακό λαό πηγάζει ακριβώς και από τις ηθικές αξίες του εβραϊκού ανθρωπισμού. Η ισοπέδωση κάθε πολιτικής κριτικής στο όνομα του αντισημιτισμού υπονομεύει όχι μόνο την ελευθερία του λόγου, αλλά και την αξιοπιστία του ίδιου του αγώνα κατά του αντισημιτισμού.
Η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού έχει οδηγήσει σε μια νέα κανονικότητα λογοκρισίας, η οποία καλύπτει τη σύνθετη και πλουραλιστική φύση της εβραϊκής ταυτότητας, ενάντια στην προσπάθεια του ισραηλινού κράτους να παρουσιαστεί ως αποκλειστικός εκπρόσωπος όλων των Εβραίων. Αυτή η εσωτερική πολυφωνία είναι απόδειξη ότι η κριτική στο Ισραήλ δεν είναι εξωτερική, «αντισημιτική» επίθεση, αλλά μέρος του ίδιου του εβραϊκού διαλόγου για τη Δικαιοσύνη. Σε αυτή τη νέα μορφή λογοκρισίας, η απαγόρευση δεν επιβάλλεται διά νόμου αλλά δια της ηθικοποίησης του λόγου. Ορισμένες απόψεις χαρακτηρίζονται «τοξικές», «αντισημιτικές» ή «επικίνδυνες», και έτσι αποκλείονται από το δημόσιο πεδίο.
Όπως σημειώνει το Μπάντλερ, η φίμωση αυτή δεν προστατεύει τους Εβραίους, αλλά προστατεύει την κρατική εξουσία. Η πραγματική μάχη κατά του αντισημιτισμού απαιτεί ανοιχτή και κριτική συζήτηση· όχι σιωπή. Η απαγόρευση κριτικής προς ένα κράτος στο όνομα της «αντιρατσιστικής προστασίας» διαστρεβλώνει την ίδια τη δημοκρατική αρχή του διαλόγου, την αυθεντικότητα του αντιρατσιστικού λόγου. Όταν ο αντισημιτισμός χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο, χάνει τη σημασία του ως έννοια που περιγράφει μια πραγματική μορφή καταπίεσης.
Η σύγχυση αυτή επιτρέπει την ανάπτυξη ενός «ιεραρχικού αντιρατσισμού»: ορισμένες μορφές μίσους (κατά των Εβραίων) θεωρούνται απαράδεκτες, ενώ άλλες (κατά των Παλαιστινίων ή των Αράβων) αποσιωπώνται. Πρόκειται για μια μορφή ηθικού επιλεκτισμού, που εξυπηρετεί γεωπολιτικές σκοπιμότητες και όχι αξίες Δικαιοσύνης.
Η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού με στόχο τη λογοκρισία των φωνών υπέρ της Παλαιστίνης δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτικό φαινόμενο, αλλά μια ηθική και γνωσιολογική κρίση. Διαστρεβλώνει τον ίδιο τον αγώνα κατά του μίσους, συγχέοντας την προστασία μιας ταυτότητας με την υπεράσπιση μιας κρατικής εξουσίας. Η πραγματική αντιμετώπιση του ρατσισμού προϋποθέτει καθολικότητα της ηθικής ευθύνης, όχι επιλεκτική εφαρμογή της.
Η ελευθερία του λόγου υπέρ της Παλαιστίνης, επομένως, δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής στάσης· είναι δοκιμασία για την ηθική συνέπεια του αντιρατσιστικού λόγου στη Δύση. Αν ο αντισημιτισμός καταλήξει να σημαίνει «κριτική στο Ισραήλ», τότε καμία έννοια Δικαιοσύνης δεν θα μείνει αλώβητη.
Φωτο: Vlada / Unsplash





